Τέλη της δεκαετίας του ’50, ήμασταν η πρώτη μεταπολεμική γενιά σε μια χώρα που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Φτώχεια, ανέχεια, μιζέρια. Το μόνο παρήγορο εκείνη την εποχή ήταν τα παιδιά. Οι οικογένειες είχαν τρία και τέσσερα παιδιά, και οι αλάνες γέμιζαν φωνές, σκόνη και γέλια. Τα παιχνίδια μας ήταν όλα στο χώμα: γκαζάκια, σβούρες, ξυλίκι, ποδόσφαιρο, τσακωμοί που κρατούσαν πέντε λεπτά και φιλίες που κρατούσαν μια ζωή.

Από τον Συγγραφέα Δημήτρη Βαρβαρήγο
Στη δική μου αραιοκατοικημένη γειτονιά, κάθε απόγευμα, λίγο πριν σουρουπώσει, μαζευόμασταν καμιά δεκαριά παιδιά. Οκτώ έως δέκα ετών, μεγαλύτερος, ο Μήτσος με τα κόκκινα μάγουλα. Συνωμοτούσαμε μέσα από πειράγματα και γέλια πώς θα καταφέρουμε να δούμε την ταινία που θα παιζόταν στην «ΗΡΩ», τον ένα και μοναδικό καλοκαιρινό κινηματογράφο της πόλης, περιστοιχισμένος από μια ψηλή μάντρα, ντυμένη με περικοκλάδα που μοσχοβολούσε γιασεμί.
Αρκετές φορές κάναμε βόλτα, στεκόμασταν στην είσοδο κοιτώντας τις φωτογραφίες των σταρ και το μυαλό μας έχτιζε ονειρικά ταξίδια. Κατόπιν καθόμασταν απ’ έξω σε ένα πεζούλι κι ακούγαμε μουσικές, γέλια, μάχες, πυροβολισμούς και τις ομιλίες του Γρέγκορι Πεγκ, του Κερκ Ντάγκλας και τις γλυκές και ανάλαφρες της Βίβιαν Λι και της Οντρεϊ Χέπμπορν να λένε λόγια που εμείς δεν καταλαβαίναμε, αλλά μας μάγευαν οι φωνές τους.
Ενα βράδυ, ο Μήτσος, ο πιο θαρραλέος από όλους, μας πληροφόρησε πως το έργο «Διακοπές στη Ρώμη» είχε «σκηνές». Δεν ξέραμε τι ακριβώς εννοούσε, αλλά το είπε με τέτοιο ύφος που καταλάβαμε πως έπρεπε οπωσδήποτε να τις ακούσουμε, αν δεν καταφέρναμε να σκαρφαλώσουμε τη μάντρα και να τις δούμε.
Ετσι, μέσα σε γέλια και πειράγματα, οργανώσαμε την επιχείρηση. Οι δύο μικρότεροι ο Μάκης και ο Γιαννάκης -οκτάχρονοι- θα έκαναν τους τσιλιαδόρους, να μας φωνάξουν όταν θα έβλεπαν τον κυρ Αλέκο, άνθρωπο επί των γενικών καθηκόντων για τη λειτουργία του σινεμά. Ο κυρ Αλέκος, ήταν λεπτός σαν καλάμι, με κατάμαυρο μουστάκι σαν του Ζορό να καλύπτει το μισό του πρόσωπο. Μας κυνηγούσε σαν να είχε απέναντί του ολόκληρο στρατό. Κι όταν σκαρφαλώναμε στη μάντρα, έβγαινε με έναν κουβά νερό και μας έκανε λούτσα.
Εκείνο το βράδυ ο Μήτσος θα ανέβαινε πρώτος στη μάντρα. Μετά ο Σπύρος και τρίτος εγώ. Σκαρφαλώσαμε στη μάντρα, τα χέρια μας γέμισαν χώμα και περικοκλάδα. Τα κεφάλια μας ξεπρόβαλαν και με ορθάνοιχτα μάτια από έκπληξη κοιτούσαμε βουβοί εκείνο το ζευγάρι που περπατούσε πιασμένο από το χέρι στους πλακόστρωτους δρόμους της Ρώμης. Μιλούσαν σιγανά ώσπου εκείνος σε κάποια στιγμή, την τράβηξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα με πάθος.

Μείναμε όλοι ακίνητοι. Ούτε ανάσα. Ούτε γέλιο. Ούτε σπρωξίματα. Μείναμε άλαλοι, σαν να βλέπαμε κάτι μαγικό, κάτι που δεν ξέραμε πώς να το εξηγήσουμε. Δεν ήταν όπως στα παιχνίδια μας, ούτε όπως στους τσακωμούς μας. Ηταν κάτι καινούργιο που μας έκανε να γεμίσουμε περιέργεια.
-Ρε… είδατε πώς γίνεται; Ψιθύρισε ο Μήτσος.
Κανείς δεν απάντησε. Δεν ξέραμε τι να πούμε. Είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό.
Και τότε ακούστηκε η γνώριμη φωνή: «Φύγετε από ’κει, ρεεε βρομόπαιδα!»
Ο κυρ Αλέκος με τον κουβά στο χέρι.
Πηδήξαμε αμέσως. Τρέχαμε και γελάγαμε, μέχρι που απομακρυνθήκαμε. Καθίσαμε όλοι στο πεζοδρόμιο και συζητούσαμε ψιθυριστά για εκείνο το φιλί.
Πέρασαν τα χρόνια. Μεγαλώσαμε ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Η ζωή μάς είχε αλλάξει. Ο Μήτσος, μουσάτος, είχε γίνει ηλεκτρολόγος, αλλά ακόμα μπέρδευε τα καλώδια. Ο Μάκης είχε ανοίξει μπακάλικο, και ήταν φορτωμένος με βερεσέδια σε χαρτάκια που ποτέ δεν έβρισκε. Ο Γιαννάκης ζούσε στο χωριό της γυναίκας του, αλλά κάθε φορά που γύριζε στην Αθήνα έλεγε: «Μάγκες, καλά περνάω κι εκεί, αλλά εδώ είναι η καρδιά μου». Κι εμείς γελούσαμε, γιατί ξέραμε πως η καρδιά του ήταν αφημένη στα παιδικά μας αθώα χρόνια και σε εκείνη τη μάντρα που είχαμε δει το πρώτο κινηματογραφικό αμερικάνικο φιλί.
Κάποια φορά που συναντηθήκαμε τυχαία κανονίσαμε και πήγαμε στην «ΗΡΩ.» Μας ήταν αδιάφορο το έργο αλλά όχι και το συναίσθημα. Η περικοκλάδα καλά κρατούσε, έμοιαζε σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η μάντρα είχε ρωγμές σαν ρυτίδες από γέλια και συγκινήσεις. Και η ταμπέλα «ΗΡΩ» είχε γείρει λίγο, σαν να είχε κουραστεί κι αυτή από τα χρόνια. Και τότε, σαν να μην είχε περάσει ούτε λεπτό, ακούσαμε τη γνώριμη φωνή.
-Πάλι εσείς;
Γυρίσαμε και είδαμε τον κυρ Αλέκο. Ιδιος. Αδύνατος σαν καλάμι. Το μουστάκι παρέμενε κατάμαυρο. Μόνο που τώρα κρατούσε μπαστούνι αντί για τον κουβά.
-Κυρ Αλέκο, ήρθαμε να δούμε αν έχει… σκηνές, του είπε ο Μήτσος και βάλαμε τα γέλια.
-Σκηνές; είπε και μας κοίταξε πάνω από τα γυαλιά.
-Ναι, από εκείνες τις παλιές.
-Α, τις άλλες, τις… εκπαιδευτικές, είπε και χαμογέλασε πονηρά.
Και τότε έγινε κάτι που δεν το περιμέναμε. Ο κυρ Αλέκος γέλασε. Οχι το γνωστό «θα σας κάνω λούτσα» γέλιο. Ενα ζεστό, ανθρώπινο γέλιο.
-Ξέρετε, είπε, εγώ τότε σας κυνηγούσα γιατί είσαστε ανήλικοι αλλά και για κάτι άλλο πιο σημαντικό.
-Τι σημαντικό; Ρώτησα με απορία.
-Αν σας άφηνα να δείτε το έργο, θα μου χαλούσατε το φινάλε της ιστορίας μας.
-Ποιο φινάλε; Ρώτησα και τον κοιτάξαμε με ενδιαφέρον.
-Σας έδιωχνα για να συνεχίσετε να ερχόσαστε. Ηταν ένα παιχνίδι που είχαμε αναπτύξει.
Είχε δίκιο, δεν πηγαίναμε για το έργο. Πηγαίναμε για την περιπέτεια. Για το σκαρφάλωμα. Για το γέλιο. Για το μπουγέλωμα. Για το μυστικό. Για το κυνηγητό.
Ο Μήτσος, συγκινημένος, τον κέρασε πορτοκαλάδα από το κυλικείο.
-Ετσι, για το καλό. Τόνισε.
Ο κυρ Αλέκος μάς κοίταξε, άπλωσε το χέρι του και κόβοντας τα εισιτήρια είπε:
-Αντε, περάστε. Δεν θα σας κάνω λούτσα σήμερα.
-Σίγουρα; Ρώτησα γελώντας.
-Σίγουρα. Τον κουβά τον έχω μόνο για τα λουλούδια πια.
Ετσι, για μια στιγμή, ξαναγίναμε παιδιά. Φάνηκε στο βλέμμα όλων. Το έργο δεν είχε φιλί αυτή τη φορά. Είχε μνήμη. Είχε γέλιο. Είχε εκείνο το αίσθημα πως ο κόσμος είναι όμορφος, αλλά η παρέα μας ομορφότερη.
Οταν φεύγαμε, ο κυρ Αλέκος μάς την είχε στημένη και φώναξε:
-Μην αργήσετε να ξανάρθετε.
-Θα ξανάρθουμε, αποκριθήκαμε όλοι μας.
-Το ξέρω, είπε. Πάντα ξαναγυρνάτε.
Και είχε πάλι δίκιο. Ξαναπήγαμε.























