Στην Ελλάδα η ΕΛ.ΣΤΑΤ. δημοσίευσε για πρώτη φορά σχετικά στοιχεία για το χάσμα αμοιβών, σύμφωνα με τα οποία, το 2024 η μισθολογική διαφορά ήταν 13,4%, ποσοστό σχετικά αμετάβλητο με τα δύο προηγούμενα έτη (13,6% το 2023, 13,4% το 2022). Μεταξύ των τομέων οικονομικής δραστηριότητας, η μεγαλύτερη διαφορά στις αμοιβές παρατηρείται στον τομέα ενημέρωση και επικοινωνία με 25,3% και ακολουθούν χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών (20,1%), χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (19,0%), διαχείριση ακίνητης περιουσίας (18,7%), μεταποίηση (17,4%), και δραστηριότητες σχετικά με την Υγεία και την κοινωνική μέριμνα (14,4%).
Το πρόβλημα αυξάνεται όσο αυξάνεται και η ηλικία, με τις μεγαλύτερες γυναίκες να υφίστανται και τη μεγαλύτερη διάκριση, άρα και τον μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας. Σύμφωνα πάντα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., το μεγαλύτερο χάσμα αμοιβών το 2024 ήταν στην ηλικιακή ομάδα άνω των 65, με ποσοστό 21,5%. Το μικρότερο μισθολογικό χάσμα και με αντίθετο πρόσημο (δηλαδή, οι ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές των ανδρών είναι χαμηλότερες από των γυναικών) καταγράφεται στην ηλικιακή ομάδα κάτω των 25 ετών, με -3,4%.
Στην Ευρώπη το μέσο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των δύο φύλων ήταν 12% το 2023, με αρκετές αποκλίσεις ανάμεσα στις χώρες. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν σε Λετονία, Αυστρία, Τσεχία, τα χαμηλότερα σε Βέλγιο, Ιταλία, Ρουμανία. Η μοναδική χώρα που έκλεισε εντελώς το μισθολογικό χάσμα είναι το Λουξεμβούργο.
Εχει ενδιαφέρον, όμως, να δούμε τα «γιατί», με τις απαντήσεις να είναι πιο κοινότοπες από ό,τι θα νομίζαμε. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οι γυναίκες δουλεύουν περισσότερες ώρες άμισθης εργασίας, δηλαδή φροντίζοντας τα παιδιά και το σπίτι. Αυτό αφήνει λιγότερο χρόνο για αμειβόμενη εργασία, με αποτέλεσμα το 1/3 των γυναικών (28%) να εργάζεται με μερική απασχόληση, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στους άντρες είναι μόλις 8%. Επίσης, αν και οι γυναίκες που ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ε.Ε. είναι περισσότερες από τους άντρες, καταλήγουν να εκπροσωπούνται λιγότερο στην αγορά εργασίας. Το 2018, το ένα τρίτο των εργαζόμενων γυναικών στην Ε.Ε. διέκοψαν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία για λόγους παιδικής µέριµνας, σε σύγκριση με το 1,3% των ανδρών.
Αλλος ένας λόγος είναι η υπερεκπροσώπηση των γυναικών σε τομείς σχετικά χαμηλά αμειβόμενους, όπως η περίθαλψη, η Υγεία ή η εκπαίδευση, σε αντίθεση με την υπερεκπροσώπηση των ανδρών στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της μηχανικής και των μαθηματικών, που είναι υψηλότερα αμειβόμενοι τομείς. Το πρόβλημα παραμένει ακόμα και όταν ανεβαίνουμε τα ιεραρχικά κλιμάκια: Οι γυναίκες διευθύντριες κερδίζουν 23% λιγότερα ανά ώρα από τους άνδρες διευθυντές.