Η αφήγηση μεταφέρει την ένταση της σειράς από τις μακρινές θάλασσες στις δυσκολίες του σπιτιού, με την ψυχική πίεση της Μαρίνας να βρίσκεται στο επίκεντρο. Ένας χρόνος έχει περάσει από τότε που ο Γιάννης ξαναμπάρκαρε με τη «Χίμαιρα» και το αποκορύφωμα της καταπόνησης του στα ξένα λιμάνια επισκιάζει την οικογενειακή καθημερινότητα. Το επεισόδιο στήνει με αργές κινήσεις το πλαίσιο της στενότητας και της αβεβαιότητας: η Μαρίνα ζει κλεισμένη με τη Ρεΐζαινα και τη μικρή Άννα, ενώ οι σχέσεις με τον Μηνά και τις αναμνήσεις της παλιάς ζωής ανασύρουν παλιά τραύματα και ανασφάλειες.
Στα ξένα λιμάνια, ο Γιάννης εξαντλείται καθώς οι συνθήκες του ταξιδιού επιδεινώνουν την κατάστασή του, αλλά η αφηγηματική εξέλιξη εισάγει νέο στοιχείο όταν ένα τηλεγράφημα από τον Καστρινό φέρνει ελπίδα οικονομικής ανάσας. Η ελπίδα αυτή ανασυνθέτει προσωρινά προσδοκίες για ταχύτερη επιστροφή και οικονομική αποκατάσταση, ωστόσο στη Σύρο η οικογένεια δεν βρίσκει ησυχία. Η περίοδος του καρναβαλιού λειτουργεί ως σκηνικό αντίθεσης: η Μαρίνα στέλνει την Άννα σε αποκριάτικο πάρτι ντυμένη «Χίμαιρα» για να έρθει σε επαφή με άλλα παιδιά, ενώ η ίδια εγκλωβίζεται σε εφιαλτικές φαντασιώσεις. Η σκηνή της νυχτερινής έξοδου στην Ερμούπολη, η παρακίνηση από εσωτερική ταραχή και η επιστροφή στο σπίτι με αίσθημα ενοχής αναδεικνύουν την ψυχική αστάθεια της πρωταγωνίστριας χωρίς εξωτερικές αναλύσεις ή σχόλια.
Η αφήγηση κορυφώνεται όταν το ξημέρωμα αποκαλύπτει την απρόσμενη επιδείνωση της υγείας της μικρής Άννας. Η Ρεΐζαινα αντιδρά σιωπηλά αλλά αμείλικτα, ο Μηνάς φτάνει εσπευσμένα από την Αθήνα και οι οικογενειακές εντάσεις μετατρέπονται σε αγωνία και οργή. Το επεισόδιο περιγράφει την αλληλουχία γεγονότων και τις αντιδράσεις των προσώπων χωρίς αξιολογικές τοποθετήσεις: το τηλεγράφημα του Καστρινού, η ξενιτειά του Γιάννη, η καριέρα του Μηνά στην Αθήνα και η ασθένεια της Άννας παραμένουν συγκεκριμένα και αδιαπραγμάτευτα σημεία αναφοράς στη ροή της ιστορίας.