Για λίγες ημέρες, ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός βρέθηκε ένα βήμα πριν από την πτώση και το Βυζάντιο ένα βήμα πριν από μια διαφορετική ιστορική πορεία. Η ιδιομορφία αυτής της σύγκρουσης είναι ότι οι πρωταγωνιστές της θυμίζουν αντίστοιχους σημερινούς «στρατούς» του αθλητισμού, τους οποίους η ανεκτικότητα της πολιτείας και η επιβράβευση των παραγόντων καθιστούν πολλές φορές ασύδοτους και ανεξέλεγκτους.
Δύναμη
Στα χρόνια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανού τον ρόλο αυτό είχαν οι ομάδες του Ιπποδρόμου, δηλαδή οι Βένετοι, οι Πράσινοι, οι Λευκοί και οι Ρούσσοι. Ιδίως οι δύο πρώτες ομάδες είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη και, εκτός από καθαρά αθλητικά σωματεία, αποτελούσαν παράπλευρα όργανα εκδήλωσης διαφωνίας, όταν η εξουσία υιοθετούσε αντιλαϊκές πολιτικές.

Στους κόλπους τους, οι Δήμοι αυτοί -όπως αποκαλούνταν- συμπεριελάμβαναν ευρεία ποικιλία κοινωνικών ομάδων. Μπορούσε κανείς να συναντήσει στον ίδιο χώρο από συγκλητικούς μέχρι συμμορίτες και απλούς λαϊκούς. Ο ίδιος ο Ιουστινιανός, τον οποίο ο ιστορικός Προκόπιος χαρακτηρίζει «άρχοντα των δαιμόνων», υποστήριζε τους Βένετους.
Οταν ο Ιουστινιανός ανέβηκε στον θρόνο το 527, φρόντισε να εκδώσει διάταγμα με το οποίο απαγόρευε την «αταξίαν» από τα χρώματα του Ιπποδρόμου. Στο διάταγμα αυτό απέφευγε να διαδηλώσει ανοιχτά την προτίμησή του προς τους ορθόδοξους Βένετους, καθώς ήταν ακόμη νέος αυτοκράτορας και δεν ήθελε να προκαλέσει. Τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν άσχημη τροπή το 531, όταν μέλη των Βένετων και των Πράσινων συνελήφθησαν με την κατηγορία του φόνου. Ο Ιουστινιανός, ωστόσο, επέδειξε επιείκεια και, αντί να επιβάλει τη θανατική ποινή όπως προέβλεπε ο νόμος, επέλεξε να τους φυλακίσει.

Οι Δήμοι όμως δεν υποχώρησαν. Απαιτούσαν την πλήρη απαλλαγή των κατηγορουμένων, αίτημα που ο αυτοκράτορας δεν δέχθηκε να συζητήσει. Ετσι φτάνουμε στον Ιανουάριο του 532, όταν στον χώρο του Ιπποδρόμου οι Πράσινοι και οι Βένετοι αποδοκίμασαν έντονα τον Ιουστινιανό, αιφνιδιάζοντας τον ακόμη νέο αυτοκράτορα, ο οποίος δεν είχε διαγνώσει εγκαίρως την ουσία αυτής της αντίδρασης. Το ζήτημα των καταδικασμένων αποτέλεσε απλώς την αφορμή. Η ουσιαστική αιτία ήταν οι κοινωνικές ανισότητες της Κωνσταντινούπολης.
Αστεγοι
Οπως μας ενημερώνει ο συγγραφέας Τηλέμαχος Λούγγης, επικαλούμενος τον Προκόπιο, «ο κόσμος που έρχεται για ποικίλους λόγους στην Κωνσταντινούπολη δεν έχει συνήθως χρήματα για να στεγαστεί», ενώ αντίθετα οι πλούσιοι χτίζουν αληθινά ανάκτορα, όχι από ανάγκη αλλά από «ύβριν και τρυφὴν όρον ουκ έχουσαν». Οι Βένετοι και οι Πράσινοι είχαν εξελιχθεί σε άτυπους φορείς συγκέντρωσης αυτής της κοινωνικής πίεσης, καθώς είχαν δεχθεί στις τάξεις τους όλους τους δυσαρεστημένους και αδικημένους.
Δεν ήταν όμως μόνο τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα δυσαρεστημένα. Ο Ιουστινιανός είχε επιβάλει νέους φόρους, είχε περιορίσει τα δικαιώματα των ευγενών και είχε επιτεθεί στη μεγάλη ιδιοκτησία με σειρά διοικητικών μέτρων, ενώ πολλοί αξιωματούχοι συμπεριφέρονταν αυταρχικά. Πιθανότατα, μέλη της αριστοκρατίας και της Συγκλήτου προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν τους Βένετους και τους Πράσινους για να πλήξουν τον αυτοκράτορα, να δημιουργήσουν χάος και να ανακτήσουν τα χαμένα τους προνόμια, αποδυναμώνοντας πολιτικά τον Ιουστινιανό.
Οι Βένετοι και οι Πράσινοι προχώρησαν τότε σε ανοιχτή επαναστατική ενέργεια. Πυρπόλησαν περιοχές της πόλης και κτίρια όπως το μέγαρο της Συγκλήτου, επαύλεις ευγενών και την παλιά Αγία Σοφία, ενώ εισέβαλαν και στις φυλακές φωνάζοντας το σύνθημα «Νίκα», που χρησιμοποιούσαν στις αρματοδρομίες. Απαίτησαν την απομάκρυνση του έπαρχου Ιωάννη του Καππαδόκη, υπεύθυνου για τη φορολογία, και του Τριβωνιανού, ο οποίος είχε αναλάβει την αναθεώρηση του ποινικού κώδικα. Ο Ιουστινιανός, πιεζόμενος από τις συνθήκες, αναγκάστηκε να αποδεχθεί τα αιτήματα, αλλά οι στασιαστές είχαν πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Συνειδητοποιώντας τη δύναμή τους, προχώρησαν ακόμη περισσότερο, ανακηρύσσοντας αυτοκράτορα τον Υπάτιο, ανιψιό του Αναστασίου Α’.
Το Βυζάντιο βρέθηκε σε κρίσιμη καμπή. Ο Ιουστινιανός κλήθηκε να επιλέξει ανάμεσα στην εγκατάλειψη της Βασιλεύουσας και στη βίαιη καταστολή της Στάσης. Καθοριστική υπήρξε η παρέμβαση της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η οποία τον έπεισε να παραμείνει εντός των τειχών, λέγοντάς του τη φράση που έμεινε στην Ιστορία: «Καλὸν εντάφιον ή βασιλεία, Αύγουστε». Μαζί της και οι στρατηγοί Βελισάριος και Μούνδος, που τον διαβεβαίωσαν ότι μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους στασιαστές.
Διχογνωμίες
Ωστόσο και στις τάξεις των εξεγερμένων υπήρχαν διχογνωμίες. Καθοριστική αποδείχθηκε η απόφαση του συγκλητικού Ωριγένη, ο οποίος έπεισε τους στασιαστές να μην επιτεθούν στη φρουρά του παλατιού, που αριθμούσε περίπου τρεις χιλιάδες άνδρες υπό τον ευνούχο στρατηγό Ναρσή, αλλά να ανασυνταχθούν και να περιμένουν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όπως του Προκόπιου, είναι πιθανό ο Υπάτιος και άλλοι ηγέτες των στασιαστών να έπαιζαν σε διπλό ταμπλό, επιβεβαιώνοντας ότι δεν καταρρέουν μόνο οι αυτοκρατορίες εκ των έσω, αλλά και οι εξεγέρσεις. Ο Προκόπιος εικάζει ότι οι ίδιοι ενημέρωσαν τον Ιουστινιανό πως οι στασιαστές θα συγκεντρώνονταν στον Ιππόδρομο τη μοιραία Κυριακή.

Η μεγάλη σφαγή στον Ιππόδρομο
Η διαταγή για την καταστολή της Στάσης δόθηκε στις 11 Ιανουαρίου 532. Οι στασιαστές εγκλωβίστηκαν στον Ιππόδρομο και σφαγιάστηκαν από τις αυτοκρατορικές δυνάμεις. Ο Υπάτιος και επιφανείς αριστοκράτες εκτελέστηκαν, ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Υπολογίζεται ότι μέσα σε μία εβδομάδα έχασαν τη ζωή τους περίπου τριάντα χιλιάδες άνθρωποι.
Για τον Ιουστινιανό, ο Ιππόδρομος ήταν ο πιο συμβολικός χώρος για τη συντριβή των αντιπάλων του: το ίδιο τους το άντρο. Από εκεί όπου άλλοτε υψωνόταν η ιαχή των αρματοδρομιών, πέρασε πλέον το μήνυμα ότι η αυτοκρατορική εξουσία μπορούσε να προσφέρει και πολύ πιο αιματηρά θεάματα. Η Στάση του Νίκα χαράχτηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο της Πόλης ως απόδειξη της ισχύος του αυτοκράτορα.
Οι συνέπειες όμως ήταν βαθύτερες. Αν ο Ιουστινιανός είχε αποτύχει, οι μεταρρυθμίσεις του δεν θα εφαρμόζονταν ποτέ και η αυτοκρατορία θα επέστρεφε σε πιο συντηρητικές επιλογές. «Μια εξουσία που την εγκαταλείπουν όλοι καταρρέει», σχολιάζει ο Ωριγένης, μέλος της παλιάς αριστοκρατίας που βρισκόταν σε παρακμή. Με την κατάργηση της δουλείας, η τάξη αυτή είχε ήδη χάσει μεγάλο μέρος της δύναμής της και επεδίωκε την ανατροπή των μεταρρυθμιστών αυτοκρατόρων. Η Σύγκλητος ήταν το τελευταίο της απομεινάρι.

Η νίκη του Ιουστινιανού τού επέτρεψε να προχωρήσει απερίσπαστος στο έργο του. Ο Τριβωνιανός και ο Ιωάννης ο Καππαδόκης επανήλθαν στις θέσεις τους. Ολοκληρώθηκε το μνημειώδες νομοθετικό έργο του Corpus Juris Civilis, ανοικοδομήθηκε η Κωνσταντινούπολη με υδραγωγεία, γέφυρες και οχυρώσεις και ανεγέρθηκε η Αγία Σοφία από τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο. Χωρίς σοβαρές εσωτερικές αντιστάσεις, ο Ιουστινιανός στράφηκε πλέον στις εξωτερικές απειλές.
Τα γεγονότα της Στάσης του Νίκα δείχνουν πώς μη πολιτικές οργανώσεις, όπως οι αθλητικοί σύνδεσμοι, μπορούν υπό ορισμένες συνθήκες να συσπειρώσουν κοινωνικές δυνάμεις και να λειτουργήσουν ως φορείς πολιτικής έκφρασης, συχνά πιο αποτελεσματικά από τα παραδοσιακά κόμματα.