Πήρε το όνομά του από τον Πρόεδρο Τζέιμς Μονρόε, τον πρώτο που το διατύπωσε, ενώ συντάχθηκε από τον τότε Υπουργό Εξωτερικών Τζον Κουίνσι Άνταμς. Ανέφερε ότι περαιτέρω προσπάθειες των ευρωπαϊκών εθνών να αποικίσουν ή να αναμειχθούν στα πολιτικά πράγματα των κρατών της Βόρειας ή Νότιας Αμερικής θα μπορούσε να θεωρηθεί επιθετική ενέργεια, που απαιτεί παρέμβαση των ΗΠΑ. Το Δόγμα Μονρόε αποτέλεσε καθοριστική στιγμή στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, δεδομένου ότι ήταν αποδεκτό από πολλούς μελλοντικούς προέδρους, όπως τον Θίοντορ Ρούζβελτ, τον Τζον Κένεντι και τον Ρόναλντ Ρήγκαν.
Η ιστορία
Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής διατηρούσαν εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με την πρώην Μητρόπολή τους, Μεγάλη Βρετανία, έως και τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα. Οι σχέσεις αυτές βασίζονταν στις συναλλαγές με τις πρώην Ισπανικές αποικίες της Αμερικανικής Ηπείρου. Ωστόσο, οι Αμερικανοί ανησυχούσαν για την αυξανόμενη οικονομική διείσδυση της Ρωσίας, αλλά προβληματίζονταν με τη νέα κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην Ευρώπη, έπειτα από την ήττα του Ναπολέοντα Α΄ και τη σύμπηξη της Ιεράς Συμμαχίας από τα ανακτοβούλια που είχαν παλινορθωθεί. Στην κατεύθυνση αυτή, οι ΗΠΑ απέρριψαν αγγλική πρόταση κοινής δράσης και έπειτα από εισήγηση του Υπουργού Εξωτερικών τους, Τζον Κουίνσι Άνταμς προχώρησαν στην διατύπωση του δόγματος δια στόματος του Προέδρου Μονρόε, με μια ανεξάρτητη δήλωση του τελευταίου σε ένα διάγγελμα του 1823
Η ομιλία στο Κογκρέσο
«Οφείλουμε στο όνομα της ειλικρίνειας και των φιλικών μας σχέσεων με τις (ευρωπαϊκές) δυνάμεις να δηλώσουμε ότι θα θεωρήσουμε κάθε απόπειρά τους για επέκταση του συστήματός τους σε οποιοδήποτε μέρος αυτού του ημισφαιρίου ως επικίνδυνη για την ειρήνη και την ασφάλειά μας. Δεν έχουμε αναμειχθεί στις αποικίες και τις εξαρτημένες περιοχές καμιάς ευρωπαϊκής δύναμης και δε σκοπεύουμε να αναμειχθούμε. Αλλά από κοινού με τις κυβερνήσεις που δήλωσαν την ανεξαρτησία τους και τη διατήρησαν, μια ανεξαρτησία που με πολλή περίσκεψη και βασιζόμενοι στις αρχές του δικαίου την έχουμε αναγνωρίσει, δεν μπορούμε να μη θεωρήσουμε οποιαδήποτε ανάμειξη που στοχεύει στην καταπίεση και τον έλεγχο του πεπρωμένου τους από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή δύναμη και με οποιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο ως εκδήλωση μη φιλικής διάθεσης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Αμφισβήτηση του δόγματος
Η πιο σημαντική περίπτωση κατά την οποία το δόγμα Μονρόε τέθηκε υπό αμφισβήτηση προήλθε την εποχή της έναρξης του Αμερικανικού εμφυλίου, όταν ο Αυτοκράτορας της Γαλλίας Ναπολέων Γ΄ εξεστράτευσε στο Μεξικό επικεφαλής μιας δύναμης σχεδόν 40.000 ανδρών. Μετά την αρχική, ενδοτική στάση των ΗΠΑ, από τον φόβο μήπως η αντίδρασή τους προκαλούσε συμμαχία των Γάλλων με την Αμερικανική Ομοσπονδία των Νοτίων Πολιτειών, τελικά τους εισβολείς υποχρέωσε σε αναδίπλωση και αποχώρηση ο στρατηγός Γκραντ που συγκέντρωσε υπό τις διαταγές του 50.000 στρατιώτες στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού.
Από την εποχή που διατυπώθηκε ως τις μέρες μας, το Δόγμα Μονρόε προσαρμόστηκε κατά καιρούς στα εκάστοτε συμφέροντα των ΗΠΑ. Το 1840 οι ΗΠΑ δια των προέδρων Τάιλερ και Πολκ χρησιμοποίησαν το δόγμα για να δικαιολογήσουν την επέκτασή τους προς δυσμάς και προς νότο.
Στη σύγχρονη εποχή και κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, το Δόγμα Μονρόε χρησιμοποιήθηκε ως διπλωματικό εργαλείο για την αποτροπή επέκτασης της Σοβιετικής Ένωσης στην αμερικανική ήπειρο. Αφορμή στάθηκε η κουβανική επανάσταση του 1959 που έφερε στην εξουσία τον Φιντέλ Κάστρο, ένα κομουνιστικό καθεστώς υποστηριζόμενο από τη Μόσχα στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ.

