Οταν οι ΗΠΑ κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο, ο Πούτιν δεν προσέφερε την παραμικρή υποστήριξη στους αγιατολάχ της Τεχεράνης. Οπως ακριβώς κάνει και τώρα. Καθώς η πίεση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα άρχισε να αυξάνεται το φθινόπωρο, ο Μαδούρο ήλπιζε σε υποστήριξη από τη Μόσχα και το Πεκίνο. Εγραψε στον Πούτιν, τον Οκτώβριο, ζητώντας drones, πυραύλους και ραντάρ. Το αίτημά του δεν ικανοποιήθηκε. Ο ίδιος ο Πούτιν δεν έχει σχολιάσει ακόμη την αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, αλλά ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, τηλεφώνησε στην υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, το περασμένο Σάββατο, για να εκφράσει «έντονη αλληλεγγύη» προς την κυβέρνηση, και το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών απαίτησε δημόσια από τις ΗΠΑ να απελευθερώσουν τον Μαδούρο.
Αδυναμίες
Η Ρωσία μπορεί να είναι μια πυρηνική δύναμη, αλλά ο συμβατικός στρατός της έχει περιορισμένη ικανότητα και, όπως έχει δείξει ο πόλεμος στην Ουκρανία, έχει σαφείς αδυναμίες. Η Ουκρανία, που αποτελεί προτεραιότητα για τον Πούτιν, έχει εξαντλήσει τον στρατό και έχει αποδυναμώσει την οικονομία της Ρωσίας. Με απλά λόγια, ο Ρώσος πρόεδρος δεν έχει τους πόρους για επιπλέον… περιπέτειες.
Αυτό ήταν εμφανές και πριν από τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, όταν η Μόσχα παρακολουθούσε στα τέλη του 2024 την κατάρρευση της Συρίας του Ασαντ. Το Κίεβο έχει πει «Ναι» σε πολλές προτάσεις των ΗΠΑ για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, αλλά η Μόσχα τις έχει απορρίψει όλες. Η Μόσχα, ωστόσο, έχει αποφύγει νέες κυρώσεις από τις ΗΠΑ και τη μεταφορά πιο ισχυρών αμερικανικών όπλων στην Ουκρανία. Ο Πούτιν δεν θέλει, λοιπόν, να τα… χαλάσει με τον πρόεδρο των ΗΠΑ για τη Βενεζουέλα.
Η προβληματική οικονομία του Πούτιν βασίζεται στα έσοδα που προέρχονται από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου -η οποία βρίσκεται ήδη υπό πίεση λόγω των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους της Ουκρανίας- οι οποίες υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, στις εγκαταστάσεις υδρογονανθράκων της.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να επαναφέρει στην αγορά το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο εξακολουθεί να υπόκειται σε αυστηρές κυρώσεις. Ενώ αυτό μπορεί να χρειαστεί λίγο χρόνο, θα τον βοηθήσει, όμως, να επιτύχει τον στόχο του να μειώσει τις τιμές του πετρελαίου για τους Αμερικανούς -και όχι μόνο- καταναλωτές. Αυτό θα είναι ένα ακόμη μεγάλο πλήγμα για τη ρωσική οικονομία. Εάν οι τιμές του πετρελαίου μειωθούν λόγω των ενεργειών των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, αυτό θα αποδυναμώσει περαιτέρω τη Ρωσία.
ΚΙΝΑ
Η Ταϊβάν στη… ζυγαριά του Σι Τζινπίνγκ
Οι κινήσεις Τραμπ κατά της Βενεζουέλας εντείνουν τις ανησυχίες ότι η Κίνα θα κινηθεί κατά της Ταϊβάν. Ο Τραμπ, στις 16 Δεκεμβρίου, επέβαλε «πλήρη και ολοκληρωτικό αποκλεισμό» στα πετρελαιοφόρα που υπόκεινται σε κυρώσεις και εισέρχονται ή εξέρχονται από τη Βενεζουέλα και ορισμένοι εξέφρασαν την πεποίθησή τους ότι οι ενέργειές του θα μπορούσαν να διευκολύνουν την Κίνα να επιβάλει παρόμοια μέτρα στην Ταϊβάν, την οποία η Κίνα ισχυρίζεται ότι είναι δική της.
Τα νομικά πλαίσια διαφέρουν, αλλά το «άνοιγμα» της προπαγάνδας είναι πραγματικό. Η Κίνα φαίνεται να σκέφτεται σοβαρά τον αποκλεισμό της Ταϊβάν. Στις 30 Δεκεμβρίου, η Ακτοφυλακή της Κίνας και η «Global Times», η εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, δημοσίευσαν από κοινού μία αφίσα που έδειχνε την Ακτοφυλακή να αναχαιτίζει ένα πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων της Ταϊβάν που μετέφερε το αμερικανικό πυραυλικό σύστημα HIMARS στη νησιωτική δημοκρατία. Η δημοσίευση της αφίσας έγινε την τελευταία ημέρα της «Αποστολής Δικαιοσύνης 2025», μιας στρατιωτικής άσκησης που διεξήγαγε η Κίνα, της πιο εκτεταμένης που έχει διεξαγάγει γύρω από την Ταϊβάν.
Τα δεδομένα
Πολλοί λένε ότι οι πωλήσεις όπλων της Αμερικής στην Ταϊβάν είναι προκλητικές. Ο Τσενγκ Λούβιουν, πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης της Ταϊβάν, υποστηρίζει ότι «τα όπλα θα μπορούσαν να προκαλέσουν τον πόλεμο που έχουν σχεδιαστεί να αποφύγουν». Ομως, ο Τσενγκ κάνει λάθος. Η Κίνα ποτέ στην ιστορία της δεν ήταν πιο εξαρτημένη από το εμπόριο. Η μόνη ελπίδα του Σι Τζινπίνγκ για μια οικονομία που πιθανώς συρρικνώνεται είναι η αύξηση των εξαγωγών. Γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση να διαταράξει το διεθνές εμπόριο. Επίσης, μια εισβολή στην Ταϊβάν θα ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής στην Κίνα. Αν και οι κάτοικοι του νησιού θεωρούν τους εαυτούς τους «Ταϊβανέζους», οι Κινέζοι, λόγω της ατελείωτης κατήχησης από το Κομμουνιστικό Κόμμα, πιστεύουν ότι οι Ταϊβανέζοι είναι Κινέζοι.
Γι’ αυτούς τους λόγους η Κίνα είναι απίθανο να ξεκινήσει πόλεμο. Επειδή, λοιπόν, η ιδέα πολέμου είναι αντιδημοφιλής στη χώρα, ο Σι πρέπει να γνωρίζει ότι μια εισβολή όχι μόνο θα πρέπει να είναι επιτυχής αλλά και αναίμακτη. Επίσης, ο κινεζικός στρατός, που μαστίζεται από συνεχιζόμενες εκκαθαρίσεις, δεν είναι σε θέση να ξεκινήσει σημαντικές εχθροπραξίες. Σε γενικές γραμμές, ο Σι δεν εμπιστεύεται κανέναν στρατηγό ή ναύαρχο ούτε πρόκειται να κάνει κάποιον αξιωματικό την πιο ισχυρή προσωπικότητα στην Κίνα, δίνοντάς του τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων.
Οι ενέργειες της Κίνας δημιουργούν έναν τρομερό συνασπισμό εναντίον της και σύντομα οι Κινέζοι θα συνειδητοποιήσουν ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους πάντες. Εάν υπάρξει πόλεμος οπουδήποτε στην Ανατολική Ασία, σχεδόν σίγουρα θα εξαπλωθεί γρήγορα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συμβατικές υποχρεώσεις να υπερασπιστούν δύο πιθανά θύματα της κινεζικής επιθετικότητας -την Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες- και έχουν ηθική υποχρέωση και πολλούς πρακτικούς λόγους να υπερασπιστούν την Ταϊβάν.
Από την άλλη πλευρά, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, στα τέλη Δεκεμβρίου δήλωσε ότι η χώρα του θα υποστηρίξει την Κίνα στην «πιθανή κλιμάκωση στο Στενό της Ταϊβάν». Η Κίνα, αναμφίβολα, θα ανάγκαζε τη Βόρεια Κορέα να υποστηρίξει και αυτή την πολεμική της προσπάθεια. Καμία χώρα στην Ανατολική Ασία, επομένως, δεν γλιτώνει τον πόλεμο.

