Νομικά, ο Τραμπ δεν μπορεί να αποσύρει μονομερώς τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ λόγω του Νόμου περί Εθνικής Αμυνας του 2024, ο οποίος απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία ή πράξη του Κογκρέσου, πράγμα απίθανο. Ενώ μπορεί να προσπαθήσει να τον παρακάμψει μέσω της εκτελεστικής εξουσίας, οι νομικοί εμπειρογνώμονες συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι αυτός ο νόμος περιορίζει την εξουσία του.
Ο Νόμος περί Εθνικής Αμυνας του 2024 (Αρθρο 1250Α) ορίζει ότι οποιαδήποτε κίνηση αναστολής, τερματισμού ή αποχώρησης από τη Βορειοατλαντική Συνθήκη του 1949 πρέπει να εγκριθεί από τη Γερουσία ή το Κογκρέσο. Αντί για επίσημη αποχώρηση, οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα μπορούσε να «αποχωρήσει σιωπηλά» μη παρευρισκόμενος σε συνεδριάσεις, αποδυναμώνοντας την εμπιστοσύνη ή μη τηρώντας τις δεσμεύσεις συλλογικής άμυνας του Αρθρου 5.
Ο Νόμος περί Εθνικής Αμυνας του 2024 προσπάθησε να θέσει ένα ισχυρό νομικό φρένο σε οποιαδήποτε μελλοντική προσπάθεια αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, απαγορεύοντας σε έναν πρόεδρο να το πράξει χωρίς είτε υπερπλειοψηφία των δύο τρίτων της Γερουσίας είτε πράξη του Κογκρέσου.
Ο άλλος δρόμος
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους ο Τραμπ θα μπορούσε να αναζητήσει μια λύση, σε περίπτωση που επιθυμεί σοβαρά να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη Συμμαχία. Θα μπορούσε να επιδιώξει να παρακάμψει τον νομοθετικό περιορισμό του Κογκρέσου επικαλούμενος την προεδρική εξουσία στην εξωτερική πολιτική, μια προσέγγιση που έχει προτείνει στο παρελθόν για να παρακάμψει τα όρια του Κογκρέσου στην αποχώρηση από τις διάφορες συνθήκες.
Δεν είναι σαφές εάν κάποιο κόμμα θα είχε νομική βάση για να αμφισβητήσει μια τέτοια κίνηση στο δικαστήριο. Ο πιο πιθανός ενάγων θα ήταν το ίδιο το Κογκρέσο, αλλά με τους Ρεπουμπλικάνους να ελέγχουν τη Γερουσία, η πολιτική υποστήριξη για μια τέτοια αγωγή δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια συνταγματική αντιπαράθεση μεταξύ της Εκτελεστικής Εξουσίας και του Κογκρέσου, με τα δικαστήρια ως τον πιθανό διαιτητή. Ο Τραμπ «θα μπορούσε να θεωρήσει την αποχώρηση του ΝΑΤΟ ως απαραίτητη για την εθνική άμυνα, επικαλούμενος την ευρεία εξουσία του Αρχιστράτηγου (Αρθρο II, Τμήμα 2)».
Υπάρχει, τουλάχιστον, κάποιο «προηγούμενο», επικαλούμενος την αποχώρηση του προέδρου Τζίμι Κάρτερ από μια συνθήκη αμοιβαίας άμυνας με την Ταϊβάν το 1978, η οποία επισημοποιήθηκε το 1980. Ωστόσο, δεδομένου του Νόμου περί Εθνικής Αμυνας του 2024, εάν ο Τραμπ αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, δεν θα ήταν καθόλου εύκολο και θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρξουν νομικές επιπτώσεις.
Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ έχει επιλογές, οι εμπλεκόμενες νομικές λεπτομέρειες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ασαφείς, συμφωνούν οι ειδικοί.
Κίνδυνοι
Η ίδια η ιδέα της εξόδου των ΗΠΑ διαβρώνει την εμπιστοσύνη, τη συνοχή και την αξιοπιστία της συλλογικής άμυνας. Η επανειλημμένη αμφισβήτηση της Συμμαχίας από τον Τραμπ αποδυναμώνει την αποτροπή, κλονίζει τον ευρωπαϊκό σχεδιασμό ασφάλειας και ενθαρρύνει τους αντιπάλους και εχθρούς της Δύσης.
Αναφερόμενος στη Συμμαχία ως τη «σημαντικότερη συνθήκη αμοιβαίας άμυνας της εποχής μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», ο υπογράφων επισημαίνει ότι μια έξοδος των ΗΠΑ θα ήταν έκπληξη και ότι είναι πολύ πιο πιθανό να δούμε συνεχιζόμενες «εντάσεις με το ΝΑΤΟ παρά μια επίσημη αποχώρηση».

