Σε μια περίοδο όπου η μεταβλητότητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως παρένθεση, αλλά ως νέα συνθήκη λειτουργίας, στελέχη της αγοράς, ακαδημαϊκοί και θεσμικοί εκπρόσωποι φώτισαν από διαφορετικές πλευρές τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στις ταξιδιωτικές ροές, στις επενδυτικές αποφάσεις, στη συνδεσιμότητα, αλλά και στην ανταγωνιστικότητα των προορισμών. Παράλληλα, ανέδειξαν την ανάγκη για διορατικότητα, ευελιξία και συνεργασία σε έναν κλάδο που καλείται να λειτουργήσει αποτελεσματικά στη νέα «κανονικότητα» της μεταβλητότητας και της αστάθειας.
Η ημερίδα ξεκίνησε με σύντομο χαιρετισμό από τον Δρα Κωνσταντίνο Ρότσιο, καθηγητή και συντονιστή των προγραμμάτων της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Anatolia American University, και του βουλευτή Α΄ Θεσσαλονίκης Δημήτρη Κούβελα. Τις εργασίες συντόνισε ο Ανέστης Αναστασίου, συντονιστής προγραμμάτων Τουρισμού του Anatolia American University.
Στη μεταβαλλόμενη γεωπολιτική σκακιέρα του τουρισμού, η Θεσσαλονίκη επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, καταγράφοντας ικανοποιητικές επιδόσεις και αυξανόμενη ροή επισκεπτών, τόσο από τα Βαλκάνια όσο και από τις ήδη εδραιωμένες αγορές-στόχους. Παρά τη θετική αυτή βάση, η Δρ Κυριακή Ουδατζή, Γενική Διευθύντρια του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης (ΟΤΘ), επεσήμανε ότι η πόλη έχει τη δυνατότητα – και την υποχρέωση απέναντι στους πολίτες της – να πετύχει ακόμη υψηλότερες επιδόσεις. Προϋπόθεση για αυτό είναι οι στρατηγικές κινήσεις, ο ορθός σχεδιασμός και η σύμπραξη όλων των θεσμικών φορέων και επαγγελματιών του κλάδου, υπό τον συντονιστικό ρόλο του νέου DMMO (Destination Management and Marketing Organization). Παρά την ανοδική πορεία των αφίξεων, η περιορισμένη διάρκεια διαμονής και το σχετικά χαμηλό οικονομικό αποτύπωμα, αναδεικνύουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. «Η Θεσσαλονίκη πάει καλά, όμως στόχος μας παραμένει μια βιώσιμη ανάπτυξη που θα αποφέρει μεγαλύτερη οικονομική αξία, διατηρώντας την απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της ποιότητας ζωής των κατοίκων και της προσέλκυσης ποιοτικού τουρισμού», τόνισε η Δρ Ουδατζή. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η πόλη απαιτεί ένα ισχυρό διεθνές brand που θα προβάλλει την πολυπολιτισμική της ταυτότητα και την ιστορική της μοναδικότητα. «Με 15 Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, την ένταξη στον Γαστρονομικό Οδηγό Michelin από το 2026 και τη λειτουργία του Μετρό, διαθέτουμε πλέον όλα τα εφόδια για να προσφέρουμε εμπειρίες υψηλής προστιθέμενης αξίας», σημείωσε η Γενική Διευθύντρια του ΟΤΘ. Η στρατηγική του ΟΤΘ για την επόμενη περίοδο είναι ξεκάθαρη: επιμήκυνση της παραμονής, αύξηση της μέσης δαπάνης ανά επισκέπτη και στοχευμένη προσέλκυση κοινού υψηλών απαιτήσεων. «Η πορεία μας από το 2024, όταν και ανακοινώθηκε από τον Πρόεδρό μας κο Στέλιο Αγγελούδη το επίσημο Action Plan για τον τουρισμό της πόλης, καταγράφει μόνον επιτυχίες σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που μας γεμίζει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία. Δεν επιδιώκουμε απλώς την αύξηση του όγκου των τουριστικών ροών, αλλά την ουσιαστική οικονομική και ποιοτική αναβάθμιση του προορισμού», κατέληξε η Δρ Ουδατζή.
Αναφερόμενος στις παρούσες συνθήκες, ο Δημήτρης Γανίτης, Managing Director, Thessaloniki Convention Bureau, επιβεβαίωσε ότι η σταθερότητα και η ασφάλεια αποτελούν τα κυρίαρχα κριτήρια επιλογής ενός προορισμού και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Οι διοργανωτές εκδηλώσεων MICE (Meetings, Incentives, Conferences, and Exhibitions) ζητούν περισσότερη πληροφόρηση και εγγυήσεις, επιμηκύνουν τους χρόνους λήψης των αποφάσεων και διατηρούν εναλλακτικές επιλογές μέχρι την τελευταία στιγμή, ανέφερε. «Βλέπουμε πως εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί στις περιοχές που σήμερα βρίσκονται στη ζώνη της σύγκρουσης μεταφέρονται σε άλλες περιοχές. Διαπιστώνουμε μια μετατόπιση στην Ευρώπη, όπου οι προορισμοί θεωρούνται πιο σταθεροί. Για τον χώρο του MICE αυτό δεν σημαίνει ότι η ζήτηση αναγκαστικά μειώνεται· σημαίνει ότι αλλάζει κατεύθυνση».
Το πιο σημαντικό, όπως επεσήμανε ο κ. Γανίτης, είναι ότι η αγορά έχει ωριμάσει, και λόγω της εμπειρίας από τις συχνές περιόδους κρίσεων. «Τα πρωτόκολλα, το risk assessment, η ανάγκη για Plan B εφαρμόζονται στην πράξη, πιο συστηματικά. Το σημαντικό είναι ότι η αγορά δεν “παγώνει” όπως παλιότερα. Αντί να ακυρώνονται τα πάντα, αναζητούνται εναλλακτικές: άλλοι προορισμοί, άλλες ημερομηνίες, άλλες μορφές εκδήλωσης. Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι κρίσιμη για τον χώρο του MICE, γιατί δείχνει ότι, παρά τις δυσκολίες, υπάρχει τρόπος η δραστηριότητα να συνεχίζεται έστω και με αλλαγές». Οι προκλήσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι η διαθεσιμότητα των «ασφαλών» προορισμών και το προφίλ των πελατών από τις περιοχές που επηρεάζονται. Πρόκειται για ομάδες με υψηλές απαιτήσεις, μεγάλους προϋπολογισμούς και επίπεδα πολυτέλειας που δεν συμβαδίζουν πάντα με τις ευρωπαϊκές ούτε με τις ελληνικές υποδομές, όπως υπογράμμισε. «Επιπλέον, οι προορισμοί του Κόλπου προσφέρουν σημαντική υποστήριξη και κίνητρα σε διοργανωτές και πελάτες, ενώ στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ελλάδα δεν υπάρχουν θεσμοθετημένα προγράμματα τέτοιου τύπου για τον συνεδριακό τουρισμό. Συνολικά, το περιβάλλον μπορεί να είναι απαιτητικό, η Θεσσαλονίκη, ωστόσο, μπορεί να προβληθεί ως “Smart & Secure” προορισμός που προσφέρει σταθερότητα».
Ο Δρ Παύλος Κοκτσίδης, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας του Anatolia American University, στάθηκε στα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την ευαλωτότητα του τουρισμού με πρώτο στοιχείο το γεγονός ότι «εμπεριέχει μη απαραίτητες μετακινήσεις». Η εμπιστοσύνη του κοινού για έναν προορισμό συνδέεται με την ασφάλεια που τον χαρακτηρίζει, την προσβασιμότητα, την αγοραστική του δύναμη και τους ψυχολογικούς παράγοντες, οι οποίοι καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς εξελίξεις, την έκδοση ταξιδιωτικών οδηγιών, και τις αντιλήψεις που διαμορφώνονται, συχνά με παραμορφωτικό ή διαστρεβλωτικό τρόπο, από τα ΜΜΕ. Ο Δρ Κοκτσίδης μίλησε και ο ίδιος για «μοτίβο αβεβαιότητας» με την Ελλάδα «να αναδεικνύεται σε ασφαλή προορισμό με συγκριτικά πλεονεκτήματα την εύκολη οδική πρόσβαση, την ακτοπλοϊκή σύνδεση με την Ευρώπη, με την ιδιότητα της χώρας ως κράτους μέλους της ΕΕ και τα χαμηλά επίπεδα εγκληματικότητας. Παράλληλα ανταγωνιστικές της Ελλάδας χώρες, όπως η Τουρκία, η Κύπρος και η Αίγυπτος κατατάσσονται υπό ταξιδιωτική προειδοποίηση ως «μερικώς ασφαλείς», ενώ η εισροή τουριστών από τη Βαλκανική ενδοχώρα θα συνεχίζει να τροφοδοτεί τον τουρισμό της Ελλάδας». Ωστόσο, επεσήμανε ότι αυτή η προς το παρόν πλεονεκτική θέση μπορεί να κλυδωνιστεί λόγω της ανταγωνιστικότητας που επιδεικνύουν γειτονικοί προορισμοί όπως η Κροατία, αλλά και πιθανών επιπτώσεων που θα είχε η γενίκευση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή ή μία δυνητική κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Σχετικά με το ενεργειακό ζήτημα, ο Δρ Μιχάλης Μαθιουλάκης, αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ και επιστημονικός συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, επισήμανε πως οι ενεργειακές κρίσεις σπάνια εμφανίζονται μεμονωμένα αλλά συνήθως εντάσσονται σε ευρύτερες γεωπολιτικές εντάσεις, ενώ ο τουρισμός αντιδρά κυρίως στην αντίληψη και όχι στην αντικειμενική πραγματικότητα περί των δεδομένων της κρίσης, γεγονός που επηρεάζει τη διάρκεια και το βάθος των αλλαγών. Τόνισε επίσης ότι η αύξηση των τιμών των καυσίμων οφείλεται πρωτίστως στην ψυχολογία των αγορών, και πολύ λιγότερο σε αντικειμενικούς παράγοντες. Όσον αφορά την απόφαση των αεροπορικών εταιριών να αναστείλουν πτήσεις για προληπτικούς λόγους, αυτή είπε ότι οφείλεται στην αύξηση του κόστους και όχι στην έλλειψη καυσίμων. Ο Δρ Μαθιουλάκης τόνισε ότι οι ενεργειακές κρίσεις δεν μειώνουν απλώς τη ζήτηση στον τουρισμό, αλλά αλλάζουν και τη σύνθεσή της, ενώ εξήγησε ότι η βιωσιμότητα στον τουρισμό καθοδηγείται ολοένα και περισσότερο από αναγκαιότητα και όχι μόνο από στρατηγικές marketing. Παράλληλα, εξήγησε ότι ο τουρισμός δεν διαμορφώνεται μόνο από τα θέματα κόστους αλλά όλο και περισσότερο από την αντίληψη περί πολιτικής ευθυγράμμισης μεταξύ των χωρών προέλευσης-προορισμού. Οι ταξιδιώτες αλλά και οι επενδυτές τείνουν να προτιμούν προορισμούς που θεωρούνται φιλικοί, οικείοι και γεωπολιτικά ευθυγραμμισμένοι με αυτούς. «Η ενέργεια μπορεί να δημιουργήσει δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ δύο χωρών, να ενισχύσει την αίσθηση ότι μία χώρα είναι ασφαλής και άρα αξιόπιστη ως ταξιδιωτικός προορισμός. Ο τουρισμός ρέει μαζί με την εμπιστοσύνη από τη μια χώρα στην άλλη» υπογράμμισε κλείνοντας ο Μιχάλης Μαθιουλάκης.
Η Έλενα Μπινιάρη, General Manager του Hyatt Regency Thessaloniki, μίλησε για την αντοχή που πρέπει να έχει ένα brand και υπογράμμισε ότι ο τουρισμός είναι συνηθισμένος σε κρίσεις, τόσο οικονομικές όσο και εμπιστοσύνης. Ο τουρισμός είναι ούτως ή άλλως ένας τομέας που υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές: γεωπολιτικών εξελίξεων, τάσεων, αυξανόμενων απαιτήσεων και νέων συνηθειών των τουριστών. Όπως είπε χαρακτηριστικά «Τα περιβάλλοντα αλλάζουν, αλλά οι προσδοκίες παραμένουν ίδιες. Σε κάθε συνθήκη πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η εμπειρία του πελάτη θα συνεχίζει να αποτελεί προτεραιότητα. Οι αξίες είναι η εσωτερική δύναμη του brand, η υπόσχεση που δίνει ότι θα συνεχίσουμε να ενδιαφερόμαστε, και η πυξίδα μας. Αν έχουμε ανθεκτικότητα και συνέπεια, μπορεί να βρεθούμε εν μέσω μιας καταιγίδας, αλλά θα γνωρίζουμε προς τα πού θα κινηθούμε».
Για αυτόν τον λόγο είναι καθοριστική η «υπόσχεση» που δίνει ένα brand σχετικά με τις αξίες του. «Αυτό που θα καθιστά ένα brand συνεπές σε μία περίοδο αστάθειας, δεν αφορά μόνο την ανάπτυξη της εταιρείας, αλλά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, την προτεραιοποίηση, την ανταπόκριση όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Σε περιόδους κρίσεων, η υπόσχεση του brand γίνεται η πυξίδα», σημείωσε η κ. Μπινιάρη προσθέτοντας ότι «δεν ηγείσαι με βεβαιότητα, αλλά ηγείσαι με τις αξίες. Και μία αξία είναι να ενδιαφέρεσαι για τους ανθρώπους στην πράξη. Η υπόσχεση του brand είναι εργαλείο απόφασης για το τι προστατεύουμε, τι προτεραιοποιούμε, και τι δεν θυσιάζουμε. Η εμπιστοσύνη μειώνει την αβεβαιότητα, η διαφάνεια βελτιώνει τη λήψη αποφάσεων και οι ευθυγραμμισμένες ομάδες αποδίδουν καλύτερα. Ο τουρισμός χρειάζεται περισσότερα από στρατηγικές ανάπτυξης. Χρειάζεται ανθεκτικότητα, υπευθυνότητα, συνέπεια. Η σιωπηλή δύναμη της υπόσχεσης του brand σε κρατά σταθερό, όταν όλα γύρω αλλάζουν».
Πλέον βρισκόμαστε αντιμέτωποι με κρίσεις που εκδηλώνονται ολοένα και πιο συχνά, γεγονός που μας υποχρεώνει να βρισκόμαστε σε διαρκή εγρήγορση, ώστε να τις αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά, ανέφερε η Ειρήνη Σιδηροπούλου, Regional Sales Manager North Greece, Ionian Islands & Balkan countries της AEGEAN. Όπως τόνισε, από το 2020, «μετά την πανδημία Covid-19 όπου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά παγκόσμιος αντίκτυπος, μετά τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και τώρα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, φαίνεται ότι εδώ και έξι χρόνια, μάλλον είμαστε σε μία περίοδο κρίσης που διακόπτεται από διαστήματα κανονικότητας. Στη νέα λοιπόν πραγματικότητα που βιώνουμε, η διαχείριση κρίσεων είναι μια συνεχής και αναπόσπαστη λειτουργία της καθημερινής μας επιχειρησιακής δραστηριότητας και προετοιμαζόμαστε διαρκώς για το απρόβλεπτο. Στο πλαίσιο αυτό, καλούμαστε να προσαρμοζόμαστε διαρκώς, προχωρώντας σε ακυρώσεις ή και αναπροσαρμογές των δρομολογίων μας, ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, να οργανώνουμε και να εξυπηρετούμε ειδικές πτήσεις, όπως πτήσεις επαναπατρισμού, αλλά και να διαχειριζόμαστε τα αυξημένα κόστη που προκύπτουν, όπως οι σημαντικές αυξήσεις στην τιμή του αεροπορικού καυσίμου. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να προνοούμε και να διαμορφώνουμε ευέλικτο δίκτυο και πρόγραμμα δρομολογίων, καθώς και να εφαρμόζουμε στρατηγικές διαχείρισης κινδύνων, προκειμένου να ανταποκρινόμαστε άμεσα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες».
«Στην AEGEAN λειτουργούμε διαρκώς προνοητικά, ακόμα και σε περιόδους κανονικότητας, γι’ αυτό άλλωστε έχουμε καταφέρει να βγούμε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί από περιόδους κρίσεων. Επίσης, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι η AEGEAN έχει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων, καθώς πάντα σε περιόδους αβεβαιότητας παραμένει συντηρητική και ευέλικτη, διασφαλίζοντας ότι η αστάθεια δεν θα επηρεάσει ούτε την εξυπηρέτηση των επιβατών της, ούτε τη μελλοντική της ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητά της» υπογράμμισε η κ. Σιδηροπούλου.
