Αυτό που μας καθιστά κοινωνικά και έλλογα όντα δεν είναι μόνο η ικανότητα να σκεφτόμαστε αλλά, κυρίως, η δυνατότητα να εκφράζουμε τη σκέψη μας μέσω της γλώσσας.
Ο «Ε.Τ.» και το Εleftherostypos.gr , τιμώντας, την 9η Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού (1857), η οποία ανακηρύχθηκε πέρυσι από την UNESCO ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της γλώσσας μας στον σύγχρονο κόσμο και το πώς αυτή εξελίσσεται σε μια εποχή ψηφιακής επικοινωνίας, Τεχνητής Νοημοσύνης και ταχύτατων αλλαγών.
Ο ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, David Holton, η καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σπυριδούλα Βαρλοκώστα, και η καθηγήτρια Γλωσσολογίας και Ελληνικής Γλώσσας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, καταθέτουν τις σκέψεις και τις οπτικές τους για την πολυπλοκότητα και τη δυναμική της ελληνικής γλώσσας στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Οι τρεις όψεις της ελληνικής

Η ΦΡΑΣΗ «ελληνική γλώσσα» έχει, για εμένα, τρεις βασικές συνδηλώσεις. Στην πρώτη θέση, αναφέρεται σε μια γλώσσα που έχει μια συνεχή γραπτή παράδοση που αρχίζει στη δεύτερη χιλιετία προ Χριστού και φτάνει έως τις μέρες μας. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη διαχρονική εξέλιξη της γλώσσας αυτής, καθώς αλλάζει ως αποτέλεσμα των ιστορικών συγκυριών και των επαφών των ομιλητών της με άλλες γλώσσες. Παρατηρούμε, όμως, ότι αρκετά γνωρίσματα της παλαιότερης γνωστής μορφής αυτής της γλώσσας έχουν διατηρηθεί, με ελάχιστες τροποποιήσεις, μέχρι και σήμερα, π.χ. οι πτώσεις του ονοματικού συστήματος, καθώς και ένα σημαντικό ποσοστό του λεξιλογίου. Αντιθέτως, άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες με μακρά ιστορία έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος του μορφολογικού συστήματός τους – παραδείγματα η ιταλική και οι άλλες λατινογενείς γλώσσες και, φυσικά, η αγγλική.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, ριζωμένος στην ελληνική γλώσσα υπάρχει ένας θαυμάσιος θησαυρός λογοτεχνικών κειμένων γραμμένων από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εθνών, σε όλες τις περιόδους του ελληνικού πολιτισμού, μέχρι και σήμερα. Δίπλα στα λογοτεχνικά κείμενα υπάρχουν και τα απαράμιλλα φιλοσοφικά, ιστορικά και επιστημονικά κείμενα, που προσέφεραν τα θεμέλια για την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Να μην ξεχνάμε ότι η ελληνική γλώσσα ήταν, και είναι, επίσης φορέας μιας προφορικής λογοτεχνίας, που έχει καταγραφεί, κυρίως, από τον δέκατο ένατο αιώνα και μετά. Εννοώ, βέβαια, τα δημοτικά τραγούδια, αλλά και τα παραμύθια, τις παραδόσεις και άλλες εκφάνσεις της λαϊκής μούσας.
ΤΡΙΤΟΝ, η φράση αναφέρεται στην ελληνική γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας, τη ζωντανή γλώσσα του ελληνικού λαού, και, επομένως, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του ελληνικού έθνους. Οπως διακήρυξε ο Ψυχάρης στην αρχή του βιβλίου του «Το ταξίδι μου»: «Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο».
Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ περιπέτεια με την ελληνική γλώσσα ξεκίνησε στο σχολείο, όπου, δεκαπεντάχρονος, άρχισα να μαθαίνω αρχαία ελληνικά. Συνέχισα να σπουδάζω Κλασική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο, αλλά μόνο στα δύο πρώτα χρόνια του πτυχίου. Γιατί σταμάτησα; Στο μεταξύ, είχα επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα και ήταν πραγματικά μια αποκάλυψη. Η εμπειρία αυτή άνοιξε τα μάτια μου σε έναν άγνωστο κόσμο, κατοικημένο από Ελληνες και Ελληνίδες που μιλούσαν νέα ελληνικά. Αφησα πίσω μου την Ελλάδα του Περικλή, του Σοφοκλή και του Πλάτωνα και άλλαξα πορεία για να ασχοληθώ με τα βυζαντινά και νέα ελληνικά, κατά τα δύο τελευταία έτη του πτυχίου, και στη συνέχεια ολοκλήρωσα διδακτορική διατριβή στον ίδιο τομέα. Ως καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ για 32 χρόνια, δίδαξα ένα ευρύ φάσμα λογοτεχνικών κείμενων από τον Διγενή Ακρίτα μέχρι την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και μυθιστορήματα της Ρέας Γαλανάκη και του Θανάση Βαλτινού. Η γοητεία της διαχρονικής εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας ήταν ένας από τους παράγοντες που με προσείλκυσαν σε αυτήν τη σταδιοδρομία.
ΑΥΤΕΣ οι τρεις όψεις της φράσης «ελληνική γλώσσα», που έχω περιγράψει εν συντομία, αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο το οποίο με έχει εμπνεύσει καθ’ όλη τη διάρκεια της επιστημονικής σταδιοδρομίας μου: Η πλούσια ζωντανή γλώσσα του ελληνικού έθνους, η ιστορία αυτής της γλώσσας και το σώμα λογοτεχνικών και επιστημονικών κειμένων που αποθηκεύουν και διατηρούν τον ελληνικό πολιτισμό, προς όφελος του ανθρώπινου γένους.
Διαχρονική η αξία της γλώσσας μας

Καθηγήτρια Γλωσσολογίας, Τμήμα Φιλολογίας,
πρόεδρος Διδασκαλείου Νέας Ελληνικής Γλώσσας «Παναγιώτης Κοντός», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ της Παγκόσμιας Ημέρας για την Ελληνική Γλώσσα στις 9 Φεβρουαρίου αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία στοχασμού γύρω από τη σημασία, τη δυναμική και τη διαχρονική αξία της γλώσσας μας. Πρόκειται για μια γλώσσα που δεν συνδέεται απλώς με την επικοινωνία ενός λαού, αλλά με τη διαμόρφωση της σκέψης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας και του πολιτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ελληνική γλώσσα λειτουργεί ταυτόχρονα ως θεμελιώδες στοιχείο συλλογικής ταυτότητας, καθώς μέσα από αυτήν αποτυπώνεται ο τρόπος με τον οποίο οι Ελληνες προσλαμβάνουν και νοηματοδοτούν τον κόσμο και την ιστορία τους.
ΑΠΟ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΗ σκοπιά, η μελέτη της ελληνικής γλώσσας προσφέρει ένα μοναδικό πεδίο παρατήρησης φαινομένων γλωσσικής αλλαγής, τα οποία επιτρέπουν την κατανόηση των μηχανισμών με τους οποίους εξελίσσονται οι φυσικές γλώσσες στον χρόνο. Ταυτόχρονα, λόγω του πλούσιου μορφολογικού της συστήματος και άλλων δομικών χαρακτηριστικών της, αποτελεί σημαντικό παράδειγμα για τη συγχρονική μελέτη της γλώσσας, δηλαδή για τη διερεύνηση της λειτουργίας του γλωσσικού συστήματος σε μια συγκεκριμένη χρονική φάση. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες η μελέτη της ελληνικής γλώσσας έχει συμβάλει σημαντικά στις εξελίξεις πολλών κλάδων της Γλωσσολογίας, όπως η φωνολογία, η μορφολογία, η σύνταξη, η σημασιολογία και η πραγματολογία, καθώς και διεπιστημονικών πεδίων, όπως η κατάκτηση και η επεξεργασία πρώτης και δεύτερης γλώσσας και η μελέτη της σχέσης γλώσσας και νόησης. Παράλληλα, η έντονη διαλεκτική ποικιλότητα και η κοινωνιογλωσσική διαφοροποίηση της ελληνικής γλώσσας την καθιστούν πρόσφορο πεδίο για τη διερεύνηση ζητημάτων γλωσσικής ιδεολογίας, τυποποίησης και γλωσσικού σχεδιασμού.
ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η διάδοση και η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αποκτούν, επίσης, ιδιαίτερη βαρύτητα. Η εκμάθησή της από ξένους λειτουργεί όχι μόνο ως απόκτηση μίας ακόμη γλωσσικής δεξιότητας, αλλά και ως γέφυρα πολιτισμικής κατανόησης. Τα πανεπιστημιακά προγράμματα, τα σχολεία ελληνικής γλώσσας και τα πολιτιστικά ιδρύματα στο εξωτερικό συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση αυτής της σχέσης. Παράλληλα, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στους Ελληνες της Διασποράς αποτελεί ζήτημα πολιτισμικής συνέχειας και ταυτότητας. Για τους ομογενείς, η γλώσσα λειτουργεί ως δεσμός με τις ρίζες τους, την Ιστορία και την πολιτισμική τους κληρονομιά. Η ενίσχυση της ελληνομάθειας στις νεότερες γενιές της Ομογένειας συμβάλλει στη διατήρηση μιας ζωντανής σχέσης με την Ελλάδα, πέρα από γεωγραφικά σύνορα. Ταυτόχρονα, ενισχύει το αίσθημα συμμετοχής σε μια ευρύτερη πολιτισμική κοινότητα που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα και ενδυναμώνει τη συνοχή του παγκόσμιου Ελληνισμού.
ΤΟ ΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΟ Νέας Ελληνικής Γλώσσας «Παναγιώτης Κοντός» στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών διαδραματίζει εδώ και δεκαετίες κομβικό ρόλο στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης ή ξένης γλώσσας. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θεσμικούς φορείς για τη συστηματική διδασκαλία και τη διεθνή προβολή της ελληνικής γλώσσας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διάδοση της ελληνομάθειας και την καλλιέργεια της διαπολιτισμικής επικοινωνίας. Μέσα από οργανωμένα και πιστοποιημένα προγράμματα σπουδών, που ανταποκρίνονται στα σύγχρονα δεδομένα της εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας και της διδακτικής των γλωσσών, το Διδασκαλείο παρέχει ολοκληρωμένη εκπαίδευση σε σπουδαστές και σπουδάστριες διαφορετικών γλωσσικών και πολιτισμικών υποβάθρων.
Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας αναδεικνύει την ελληνική γλώσσα ως αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής μελέτης και ως ζωντανό παράδειγμα της δυναμικής φύσης των ανθρώπινων γλωσσών. Η ενίσχυση της έρευνας της ελληνικής γλώσσας συμβάλλει όχι μόνο στη διατήρηση μιας ιστορικά σημαντικής γλώσσας, αλλά και στην ευρύτερη κατανόηση των γλωσσικών μηχανισμών που διαμορφώνουν την ανθρώπινη επικοινωνία. Μέσα από αυτήν την οπτική, η γλωσσική παιδεία δεν αφορά αποκλειστικά τη διαφύλαξη της πολιτισμικής κληρονομιάς, αλλά αποτελεί θεμελιώδες πεδίο επιστημονικής γνώσης και κατανόησης της ανθρώπινης σκέψης και κοινωνικής οργάνωσης.
Να βιώσουμε τη γλώσσα μας ως ύπαρξη που αναπνέει

Η ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός για τον ελληνικό πολιτισμό, καθώς σηματοδοτεί την ανάδειξη της ελληνικής γλώσσας στον πυρήνα της δημόσιας σφαίρας, διεθνώς. Στο βάθος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα, ως φορέας πολιτιστικής μνήμης, συλλογικής ταυτότητας και κοινωνικής συνοχής, έχει επιβιώσει εξελισσόμενη. Μετατοπίζεται, διατηρείται και προσαρμόζεται στις κοινωνικοπολιτικές και τεχνολογικές αλλαγές. Δεν χάνει την αυθεντικότητα και την ανθεκτικότητά της.
Η ΕΥΕΛΙΞΙΑ της ελληνικής γλώσσας έγινε περισσότερο εμφανής σε περιόδους δοκιμασιών. Οι πρόσφατες κρίσεις με τις οποίες αναμετρήθηκε η Ελλάδα, κάποιες αφορούν ολόκληρο τον πλανήτη, όπως η πανδημία και η κλιματική αλλαγή, αλλά και η οικονομική/μνημονιακή και προσφυγική κρίση, ανέδειξαν τον κορυφαίο ρόλο της γλώσσας, όχι απλά ως εργαλείου, αλλά ως οργανισμού αποτύπωσης, κατανόησης, ακόμη και διαχείρισης κρίσιμων γεγονότων.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ των μνημονίων, η οικονομική πραγματικότητα αποδόθηκε γλωσσικά με ζωντανές εικόνες. Το χρέος απεικονίστηκε ως «ασθένεια». Ο δανειστής παρουσιάστηκε με χαρακτηριστικά σωτήρα, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του γιατρού που παρέχει τη «θεραπεία» στον «ασθενή», τη «χρεοκοπημένη χώρα». Τα μέτρα λιτότητας παρομοιάστηκαν με «φάρμακο»/«φαρμάκι».
Κατά τη διάρκεια της προσφυγικής κρίσης, το λεξιλόγιο που χρησιμοποιήθηκε έμοιαζε σε αρκετές περιπτώσεις πολεμικό. Επιστρατεύτηκε ο μεταφορικός λόγος («τσουνάμι», «κύματα προσφύγων», «προσφυγικές βόμβες») δημιουργώντας αίσθηση συναγερμού και έντασης.
ΣΤΗΝ ΠΑΝΔΗΜΙΑ του κορονοϊού απεικονίστηκαν και πάλι ζωηρά στη γλώσσα μας οι έννοιες της επιβολής των κανόνων, της πειθούς, της συμμόρφωσης, της ατομικής ευθύνης. Γλωσσικά αποτυπώθηκαν πλήρως οι διχοτομικές διαιρέσεις στην κοινωνία, με όρους όπως «εμβολιασμένοι – ψεκασμένοι» κ.ά., που ανέδειξαν τις κοινωνικοπολιτικές διαφοροποιήσεις. Σε όλες αυτές τις κρίσεις η ελληνική γλώσσα χαρακτηρίστηκε από αντοχές και δημιουργικότητα, καθώς αναπτύχθηκαν από τους φυσικούς ομιλητές της, νεολογισμοί και ευρηματικές συνάψεις, για να εκφραστούν συναισθήματα, αμφιβολίες ή κριτική απέναντι σε εξουσιαστικούς λόγους.
Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ κρίση απαιτεί ξανά την ευφυΐα και την προσαρμοστικότητα της γλώσσας μας. Η κοινωνία αναζητά και πάλι έκφραση και κατανόηση. Η γλώσσα επιβεβαιώνει κι εδώ τη βιωσιμότητά της. Δημιουργούνται «στρώματα» εννοιών και νοημάτων, κάθε κρίση διαμορφώνει δικό της γλωσσικό απόθεμα και υφολογικό αποτύπωμα. Λεξιλόγια των κρίσεων -ακόμη και λεξικά!- συγκροτούνται, λέξεις οικείες επανασημασιολογούνται, νέες μορφές αναδύονται και συχνά προπορεύονται ταχύτατα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ζητούμενο δεν είναι η άκριτη αποδοχή, αλλά η καλλιέργεια γλωσσικής εγρήγορσης.
ΣΕ ΑΥΤΟ το πυκνό τοπίο, η ελληνική γλώσσα βρίσκεται επιπλέον αντιμέτωπη με την τεχνητή νοημοσύνη: τα νοήμονα ψηφιακά συστήματα μπορούν να ενισχύσουν τη χρήση και τη διάδοσή της, ωστόσο ελλοχεύει ο κίνδυνος υποβάθμισης και ομογενοποίησης. Ως πρόκληση αναδεικνύεται η ποιότητα της γλωσσικής ενσωμάτωσης και ο ρόλος των φυσικών ομιλητών και των θεσμών. Και το επιδιωκόμενο δεν είναι η ανακοπή ή η άρνηση της τεχνολογικής, της κοινωνικής και φυσικά της γλωσσικής αλλαγής, αλλά η υποστήριξη της χρήσης της γλώσσας, ακόμη και με αιώρηση στους κραδασμούς των κρίσεων, και ασφαλώς η διατήρηση των αντανακλαστικών κριτικής σκέψης που θα ήταν καταστροφικό να αδυνατίσουν.
ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ δοκιμασιών, η έγνοια για τη γλώσσα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι πράξη δημοκρατίας. Η 9η Φεβρουαρίου είναι μία σημαντική παγκόσμια γιορτή της ελληνικής γλώσσας. Εκτός από διεθνής, είναι και μία προσωπική πρόσκληση αναστοχασμού. Μία ευκαιρία να βιώσουμε τη γλώσσα μας ως πολιτισμικό κληροδότημα αιώνων, και ως ύπαρξη που αναπνέει, δημιουργική και δυνατή, αλλά και ευάλωτη στις πιέσεις της ιδεολογίας, της αγοράς και της τεχνολογίας.
Εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο
Εκδηλώσεις αφιερωμένες στην Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας θα πραγματοποιηθούν από τις διπλωματικές αρχές της Ελλάδας σε όλο τον κόσμο, όπως δηλώνει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO, Γιώργος Κουμουτσάκος, δίνοντάς μας τις πρώτες πληροφορίες για τις εκδηλώσεις που θα λάβουν χώρα στην έδρα του διεθνούς οργανισμού στο Παρίσι.
Συγκεκριμένα, έχει προγραμματιστεί πολιτιστική, λογοτεχνική και μουσική βραδιά στην αίθουσα Ι της έδρας της UNESCO, μαζί με παράλληλη έκθεση αφιερωμένη στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η οποία σχεδιάζεται να εγκαινιαστεί από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. Στην εκδήλωση θα απευθύνει χαιρετισμό ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Τασούλας, καθώς και εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ θα μιλήσει επίσης ο κ. Gilles Pécout, πρόεδρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας.
Αναγνώσεις
Η βραδιά θα εμπλουτιστεί με αναγνώσεις ποιημάτων και οκτώ κειμένων που θα αποδώσουν ο Γρηγόρης Βαλτινός και η Παναγιώτα Βλαντή. Μεταξύ άλλων θα ακουστούν αποσπάσματα από τον «Επιτάφιο του Περικλή» του Θουκυδίδη για τη δημοκρατία και την πολιτεία, κείμενα του Ιπποκράτη που αναδεικνύει την ισότητα των ανθρώπων απέναντι στην ασθένεια, «Για αυτά τα μάρμαρα πολεμήσαμε» του Ιωάννη Μακρυγιάννη, επιλεγμένα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη και του Γιώργου Σεφέρη, καθώς και τον Υμνο της Αγάπης από την Α’ Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου.
Το μουσικό μέρος περιλαμβάνει έργα του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι, καθώς και μελοποιημένη ποίηση, με τη συμμετοχή του Μουσικού Σχολείου Κέρκυρας, «επιλογή που υπογραμμίζει ότι η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά έχουν ζωντανό παρόν και δυναμικό μέλλον».

