
-Το βιβλίο σας εξετάζει «τη στιγμή της απόλυτης έκθεσης» – αυτό το «λίγο πριν από το αποφασιστικό βήμα στο κενό». Τι σήμανε για εσάς προσωπικά να το βιώσετε, να το γράψετε, να το δημοσιοποιήσετε;
Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν είχα πάρει όμως την απόφαση να ανοίξω το συρτάρι και να εμπιστευτώ τη φωνή μου. Η πραγματικότητα έχει πολλούς αντιπερισπασμούς κι εγώ ήμουν πάντα τόσο απασχολημένη που διαρκώς ανέβαλα τη στιγμή της αυτοέκθεσης. Το αποφασιστικό βήμα στο κενό όμως έγινε τελικά, πριν από ενάμιση χρόνο περίπου και η μεγάλη περιπέτεια ξεκίνησε.
Το «Δέκα τρόποι να εκτεθείς» προέρχεται από σημειώσεις στα περιθώρια των ημερών, μικρά θραύσματα από κουβέντες, τυχαίες συναντήσεις κι άλλες που δεν χώρεσαν στην πραγματική ζωή. Το γράψιμο για μένα είναι, λοιπόν, περιπέτεια, παιχνίδι, πράξη αντίστασης, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, άσκηση αυτοπειθαρχίας. Είναι ο τρόπος μου να αφηγηθώ τη δική μου εκδοχή και να φτάσω πιο κοντά στην αλήθεια. Με ενδιαφέρει το ανομολόγητο, το ανεκπλήρωτο, αυτό στο οποίο η πραγματικότητα με τους καταιγιστικούς της ρυθμούς δεν δίνει τον χώρο.
-Μέσα από τις ιστορίες γυναικών που «δεν χωρούν πουθενά», διερευνάτε μια καθημερινότητα γεμάτη μικρές αποτυχίες, αναβολές, φόβους. Πόσο πιστεύετε ότι η συγγραφή λειτουργεί ως λύτρωση ή ως παγίδα για όποιον εκτίθεται μέσα από τις λέξεις του;
Μου αρέσει να εξερευνώ την ανθρώπινη ατέλεια. Βρίσκω κάτι βαθιά παρηγορητικό σε αυτό. Ως άνθρωποι έχουμε το δικαίωμα στο λάθος, πέφτουμε και σηκωνόμαστε διαρκώς, εξελισσόμαστε μέσα από τις πτώσεις μας. Ελκομαι -και κατά συνέπεια γράφω- για ανθρώπους που κάνουν λάθη, δεν ξέρω αν αυτό είναι λυτρωτικό, σίγουρα πάντως είναι ειλικρινές. Επίσης, υπάρχει κρυμμένη μια ομορφιά στον πυρήνα των αποτυχιών. Φαντάζομαι πως η ομορφιά κρύβεται στα πιο απροσδόκητα μέρη.

– Εχετε διανύσει μια πολυδιάστατη πορεία — από τη φιλολογία και τη θεατρολογία έως τη σκηνοθεσία. Πώς επηρεάζουν όλες αυτές οι οπτικές τη φωνή σας ως συγγραφέα και τις γυναικείες ταυτότητες που συνθέτετε στα διηγήματά σας;
Συνειδητοποιώ ότι στην παρούσα στιγμή, με έναν μαγικό τρόπο, η μια ιδιότητα εισχωρεί μέσα στην άλλη και όλες μαζί συγκροτούν αυτό που είμαι σήμερα. Αυτό που προκύπτει τελικά -ελπίζω- είναι μια φωνή, μια ταυτότητα. Δεν ήταν πάντοτε εύκολο αυτό. Το να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στους ρόλους ήταν πηγή άγχους και ενοχών για όσα δεν προλάβαινα. Κι αυτό γιατί η σκηνοθεσία, η συγγραφή, αλλά και η διδασκαλία καταλάμβαναν πάντα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου. Κι ενώ ως τώρα εξοικονομούσα χρόνο για το ένα στερώντας οξυγόνο από το άλλο, η περιπέτεια της γραφής με έκανε να καταλάβω ότι είναι όλα συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν αντιμάχονται αλλά μπορούν να εμπλουτίσουν το ένα το άλλο. Ετσι κι αλλιώς στον πυρήνα της συγγραφής είναι τα βιώματα, οι εμπειρίες μέσα από διαφορετικούς χώρους και ρόλους, οι εμμονές, τα απωθημένα. Η δουλειά στο θέατρο, η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, η μετάφραση, η επαφή με τα παιδιά μέσα από τη διδασκαλία πλέον με τροφοδοτούν, ενώ παλιότερα απλώς με εξαντλούσαν. Κάπου εκεί συναντώ και τις ηρωίδες αυτού του πρώτου μου βιβλίου.
–Στους «Δέκα τρόπους να εκτεθείς» κάθε ιστορία μοιάζει να ξεκινά από ένα μικρό ρήγμα -μια φράση, μια πράξη, μια αμηχανία- και να αποκαλύπτει μια ολόκληρη ζωή που προσπαθεί να κρατηθεί όρθια. Τι σας γοητεύει περισσότερο σ’ αυτές τις οριακές στιγμές; Η πτώση ή η προσπάθεια να σταθεί κανείς ξανά;
Σαφώς με γοητεύουν οι πτώσεις. Η εποχή μας απαιτεί από όλους μας -και κυρίως από τις γυναίκες- υψηλές επιδόσεις. Προβάλλει και επικροτεί τους θριάμβους. Οι πτώσεις δεν θεωρούνται καθόλου κολακευτικές και γι’ αυτό αποσιωπούνται. Οι αστοχίες, οι αποτυχίες δεν συγχωρούνται εύκολα και όλοι μας πασχίζουμε να πείσουμε για το αντίθετο. Δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε τις ήττες μας, αρνούμαστε οτιδήποτε μας κάνει να φαινόμαστε ευάλωτοι. Εμένα όμως με γοητεύουν οι μπερδεμένοι άνθρωποι, οι αδιαμόρφωτοι, αυτοί που δεν έχουν όλες τις απαντήσεις και που μοιραία πέφτουν σε αντιφάσεις. Πιστεύω ότι στις αποτυχίες υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Εκεί βρίσκεται ο σπόρος της αλλαγής και, αντί να κρύβουμε τις πτώσεις μας, θα πρέπει ίσως να τις δούμε ως μια ευκαιρία μιας προσωπικής μετακίνησης.
-Ζούμε σε μια εποχή υπερέκθεσης — των σωμάτων, των συναισθημάτων, της ίδιας μας της εικόνας. Πώς διαφοροποιείται η «έκθεση» των ηρωίδων σας από τη σύγχρονη, σχεδόν εμπορική, έκθεση που μας περιβάλλει; Και ποιος θα ήταν, τελικά, για εσάς ο πιο έντιμος τρόπος να εκτεθεί κανείς;
Ωραία ερώτηση! Η υπερέκθεση των σωμάτων και της εικόνας έχει να κάνει με μια πλασματική τελειότητα που τελικά μας εγκλωβίζει. Δεν είναι εύκολο να αντισταθεί κανείς σε αυτήν, είναι εξάλλου κομμάτι της εποχής μας. Αξίζει όμως τον κόπο να περιφρουρήσουμε κάποιες στοιχειώδεις ελευθερίες.
Η έκθεση των ηρωίδων μου βρίσκεται νομίζω στον αντίποδα της εμπορικής υπερέκθεσης. Δειλές, τολμηρές, υποταγμένες, φιλόδοξες, αξιαγάπητες, παραιτημένες, επικίνδυνες, αθώες, παράξενες οι γυναίκες αυτές εκτίθενται, συστήνονται, πέφτουν και ξανασηκώνονται.
Ο πιο έντιμος και ταυτοχρόνως ο πιο δύσκολος τρόπος, κατά τη γνώμη μου, να εκτεθεί κανείς είναι η αμφιβολία. Είναι να δει με θάρρος τη ζωή του και ίδιο του τον εαυτό του ρισκάροντας τις βεβαιότητες. Τότε μπορεί ίσως να αντιληφθεί τις δικές του ατέλειες και τις περίπλοκες σχέσεις που μας συνδέουν με τους άλλους ανθρώπους. Ο κόσμος τότε γίνεται λίγο διαυγέστερος.

