Είναι ένα μάθημα «οπτικού γραμματισμού από το παρελθόν», το οποίο το έχουμε ανάγκη, και «ως άσκηση και ως ιστορικό τεκμήριο». Με αυτόν τον πολύπτυχο συλλογισμό σε ιδιαίτερη συγκινησιακή φόρτιση έκλεισε χθες το μεσημέρι η εισήγηση της αρμόδιας Διεύθυνσης Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεοτέρων Μνημείων με θέμα το χαρακτηρισμό των φωτογραφικών τεκμηρίων της εκτέλεσης των 200 πατριωτών στην Καισαριανή, την Πρωτομαγιά του 1944, και του αρχειακού συνόλου από το οποίο προήλθαν. Λίγα λεπτά μετά το ΚΣΝΜ γνωμοδότησε θετικά υπέρ της κήρυξης ως μνημείου του συνόλου της συλλογής Τιμ ντε Κρεν / Χέρμαν Χόιερ, το οποίο περιλαμβάνει «τουλάχιστον 163 φωτογραφίες», ανάμεσά τους και τα δώδεκα φωτογραφικά ντοκουμέντα που είδαν το φως της δημοσιότητας και αποτυπώνουν τους 200 Ελληνες πατριώτες λίγο πριν από την εκτέλεσή τους στην Καισαριανή.

Ο χαρακτηρισμός των φωτογραφιών ως μνημεία από το ΥΠΠΟ «τεκμηριώνεται από την ιδιαίτερη ιστορική αξία της συλλογής, καθώς αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της διαμόρφωσης αντιλήψεων και στάσεων μέσω της εικόνας, από την πλευρά των προπαγανδιστικών μηχανισμών των στρατευμάτων Κατοχής στην Ελλάδα, κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». Παράλληλα, στελέχη της αρμόδιας υπηρεσίας και εμπειρογνώμονες πρόκειται να μεταβούν αύριο Παρασκευή στο Βέλγιο, όπου βρίσκεται η έδρα του συλλέκτη ώστε να διαπιστώσουν εκ του σύνεγγυς την έκταση της συλλογής, την αυθεντικότητα του συνόλου της, και φυσικά τη νομιμότητα της περιέλευσής της σε αυτόν, καθώς -όπως υπογράμμισε σε δήλωσή της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη- με την κήρυξη της συλλογής ως μνημείο, «το υπουργείο Πολιτισμού αποκτά το έρεισμα για να την διεκδικήσει και να την αποκτήσει εκ μέρους του ελληνικού κράτους».

Συγκεκριμένα, οι δώδεκα φωτογραφίες εμφανίστηκαν στον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών e-bay.de, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου. Φερόμενος ιδιοκτήτης είναι ο συλλέκτης Τιμ ντε Κρεν Tim, που ειδικεύεται στα αναμνηστικά και εν γένει τεκμήρια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσω της εταιρίας του, Crain’s Militaria, τις προσέφερε για πώληση. Η εμφάνισή τους σε ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και αργότερα και σε μέσα ενημέρωσης, δημιούργησε έντονο ενδιαφέρον, από πολλές πλευρές. Ο συλλέκτης, το πρωί της Δευτέρας 16/2, απέσυρε τις δώδεκα φωτογραφίες από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών.
Ωστόσο -όπως αναφέρθηκε χθες- παραμένει προς πώληση το σύνολο της συλλογής που είχε δημιουργήσει ο τότε Υπολοχαγός της Βέρμαχτ, Χέρμαν Χόιερ. Ο Χόιερ, το 1943-1944 υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας, αλλά είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει ή και να συνδράμει στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Ο Χόιερ είναι πλέον νεκρός.
Η συλλογή των φωτογραφιών του, από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης (Βέλγιο, Γαλλία και Ελλάδα) όπου υπηρέτησε, βρέθηκε στα χέρια του συλλέκτη Τιμ ντε Κρεν. Eίναι αξιοσημείωτο πως χθες αναφέρθηκε ότι έχουν εντοπιστεί «τουλάχιστον 163 φωτογραφίες της συλλογής που μεταξύ άλλων απεικονίζουν, γυναίκες με παραδοσιακές φορεσιές, εύζωνες που χορεύουν, αλλά και κορίτσια σε κάποιο πανηγύρι στην Κόρινθο, όλες χρονολογούμενες 1943-1944».
Οι 200 πατριώτες της Καισαριανής εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γερμανού στρατηγού Φραντς Κρεχ. Ηδη ερευνητές αναφέρουν ότι σε ορισμένες φωτογραφίες έχουν ταυτοποιηθεί τρία πρόσωπα μέχρι στιγμής, εκτελεσμένων, ο Βασίλης Παπαδήμας, ο Ηλίας Ρίζος, ο Σπήλιος Αμπελογιάννης. Από τους διακόσιους που εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, περίπου 150-160 ήταν πολιτικοί κρατούμενοι από τη δεκαετία του 1930, τους οποίους ο Μανιαδάκης παρέδωσε στις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί κατά την Κατοχή, με κατηγορίες για αντιστασιακή δράση. Στην πλειονότητά τους, μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας
Ως «εξόχως σημαντικά τεκμήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας» χαρακτήρισε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, τις φωτογραφίες και επισήμανε μεταξύ άλλων ότι «ο μηχανισμός προπαγάνδας που έστησε ο Γιόζεφ Γκέμπελς αξιοποίησε την αιχμή της τεχνολογίας ενημέρωσης της εποχής του -τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία- για να δημιουργήσει σκηνοθετημένα τεκμήρια «επιτυχίας» και διάδοσής της, ως εργαλείο επιρροής. Από την στιγμή, που το υπουργείο Πολιτισμού ενημερώθηκε, δώσαμε τις σχετικές οδηγίες για τη δυνητική απόκτηση των συγκεκριμένων φωτογραφιών».

