Ιδίως κατά το τριήμερο της Ανάστασης και του Πάσχα συμβαίνει αυτό ακριβώς που δεν θα έπρεπε. Ο,τι δεν φάγαμε κατά τη νηστεία της Σαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας το τρώμε μέσα σε ένα τριήμερο, με συνέπειες ορατές όχι μόνο στη ζυγαριά. Για τους περισσότερους η συμπεριφορά αυτή ισοδυναμεί με παραπάνω θερμίδες. Στα άτομα που πάσχουν από διαβήτη, η μεγαλύτερη μερίδα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές.
Οπως παρατηρεί η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος Ιωάννα Κατσαρόλη, «η ελεγχόμενη μερίδα βοηθά στην επίτευξη των δυο πιο σημαντικών στόχων στη θεραπεία του διαβήτη: υγιές σωματικό βάρος και καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα».
8 στους 10 ασθενείς με διαβήτη 2 «φορτώνουν» το πιάτο τους
Ο έλεγχος του μεγέθους της μερίδας βοηθά στην καλύτερη ρύθμιση του σωματικού βάρους. Είναι πλέον σαφές ότι η ποσότητα του φαγητού που καταναλώνουμε είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σωματικό μας βάρος και πως η μέτρια αύξηση στο μέγεθος των μερίδων μπορεί να προσθέσει έως και δέκα κιλά παραπάνω βάρος σε έναν μόλις χρόνο. Σήμερα, επιδημιολογικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι το 80%-90% των ατόμων που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα. Η μέτρια μείωση στο σωματικό βάρος, της τάξης του 10% του αρχικού, μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα σακχάρου έως και κατά 50%, επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα μείωση και στις τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Επιπλέον, αυτή η μείωση του βάρους έχει θετική επίδραση στην ευαισθησία των περιφερικών ιστών στην ινσουλίνη, στη δυσλιπιδαιμία και στην υπέρταση.
Το μέγεθος της μερίδας «δείχνει» ποιοι διαβητικοί κινδυνεύουν περισσότερο από καρδιαγγειακά
«Οπως έχει διαπιστωθεί σε πολλές μελέτες, η μείωση του βάρους σε παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2 σχετίζεται με τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου», επισημαίνει η κ. Κατσαρόλη. «Δεδομένα από αναδρομικές μελέτες δείχνουν ότι οι παχύσαρκοι διαβητικοί, που μέσω αλλαγών στη διατροφή τους πέτυχαν μέτρια μείωση του βάρος τους στην 5ετία, παρουσίασαν μείωση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα κατά 8%».
Συνεπώς, η απώλεια βάρους που επιτυγχάνεται κυρίως μέσω του έλεγχου στο μέγεθος των μερίδων και της συνολικής μείωσης στην ποσότητα του φαγητού, μπορεί να βελτιώσει τα επίπεδα σακχάρου σε διαβητικούς ή/και ακόμα να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη και των σχετιζόμενων με αυτόν επιπλοκών.
Ισορροπία στην ποσότητα του φαγητού και στα φάρμακα
Το μέγεθος της μερίδας μπορεί να βελτιώσει το μεταγευματικό σάκχαρο. Ο βασικότερος στόχος στην αντιμετώπιση του διαβήτη είναι η βέλτιστη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου. Για να επιτευχθεί αυτή, θα πρέπει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στην ποσότητα του φαγητού και στη φαρμακευτική αγωγή. Η υπεργλυκαιμία -αυξημένες τιμές σακχάρου- αποτελεί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ένδειξη κακής ρύθμισης, ένδειξη έλλειψης ισορροπίας, που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές.
Ετσι, η μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού για δεδομένη δόση ινσουλίνης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ινσουλινοεξαρτώμενος) θα αυξήσει τις τιμές γλυκόζης μεταγευματικά, ενώ, αντίθετα, το λιγότερο φαγητό θα οδηγήσει σε υπογλυκαιμία, κατάσταση που είναι εξίσου επικίνδυνη. Προκειμένου λοιπόν να επιτευχθούν καλύτερες τιμές σακχάρου, η ποσότητα του φαγητού θα πρέπει να είναι η ενδεδειγμένη, να υπολογίζεται προσεκτικά και μάλιστα στους διαβητικούς τύπου 1 να συνάδει με τις χορηγούμενες μονάδες ινσουλίνης.
Πώς μπορώ να υπολογίσω καλύτερα το μέγεθος της μερίδας;
«Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι μερίδες είναι εξατομικευμένες και βασίζονται κυρίως στους στόχους της υπογλυκαιμικής αγωγής που έχουν θέσει ο θεράπων ιατρός και ο διαιτολόγος. Δεν υπάρχει μερίδα που να αντιστοιχεί σε όλους και αυτό γιατί η συνιστώμενη ημερήσια κατανάλωση ενέργειας και υδατανθράκων διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντική η επιμόρφωση των ασθενών στις ποσότητες του φαγητού, κάτι που δεν προϋποθέτει απαραίτητα ζυγαριά», παρατηρεί η κ. Κατσαρόλη.
Υπολογίστε τη σωστή μερίδα «με το μάτι», όχι με το… κομπιουτεράκι
Ο υπολογισμός των γραμμαρίων και η καταμέτρηση υδατανθράκων αποτελεί πρόσθετο «φορτίο» στην ήδη δύσκολη καθημερινότητα του ασθενούς. Για τον λόγο αυτό, επιστημονικοί φορείς, όπως το American Dietetic Association, προτείνουν ότι η οπτική σύγκριση με αντικείμενα από την καθημερινότητα μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη και μάλιστα διευκολύνει σημαντικά στον υπολογισμό των μερίδων. Ετσι, για παράδειγμα, μία μερίδα φρούτου, δημητριακών και ζυμαρικών αντιστοιχεί σε σφιχτή γροθιά, ενώ μία μερίδα λαχανικών χωράει σε ολόκληρη την παλάμη. Γνωρίζοντας δε, ότι σε μία δεδομένη μερίδα περιέχεται συγκεκριμένη ποσότητα υδατανθράκων, ο υπολογισμός της ημερήσιας κατανάλωσης μπορεί να γίνεται με μεγαλύτερη ευκολία.
*Από το ένθετο Διαβήτης που κυκλοφορεί με τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής

