Σύμφωνα με άρθρο του Live Science, η επιστημονική κοινότητα διαθέτει ενδείξεις για αρκετούς τέτοιους οικισμούς, ωστόσο η ακριβής τους θέση παραμένει αντικείμενο έρευνας και αντιπαραθέσεων. Τα κείμενα περιγράφουν ανάκτορα, θεότητες, εμπορικές οδούς και συγκρούσεις· οι αρχαιολόγοι βρίσκουν ορισμένα ονόματα σε πινακίδες αλλά η γεωγραφική τοποθέτηση απαιτεί πολλαπλές αποδείξεις.
Πολυπλοκότητα και καταστροφές περιπλέκουν την αναζήτηση: φυσικές μετατοπίσεις ποταμών, κλιματικές αλλαγές, αστικά στρώματα και ανθρώπινες επεμβάσεις από πολέμους μέχρι οικιστική ανάπτυξη διαγράφουν ή καλύπτουν τοπία που πριν τρεις ή τέσσερις χιλιετίες φιλοξενούσαν πόλεις.
Σε περιοχές όπως η Μεσοποταμία, η διαχείριση του νερού άλλαξε επανειλημμένα, με κανάλια να φράζουν και ποτάμια να αλλάζουν κοίτες, φαινόμενα που καθιστούν προβληματική τη μεταφορά περιγραφών αρχαίων κειμένων στην σύγχρονη χαρτογραφία. Πολυεπιστημονικά προγράμματα συνδυάζουν επιφανειακή χαρτογράφηση, γεωαπεικόνιση με δορυφορικά δεδομένα, γεωφυσικές τομές, αναλύσεις πλινθοδομής και γλωσσολογική διερεύνηση των ονομάτων, αλλά οι πόροι είναι περιορισμένοι και οι ανασκαφές αργούν. Επιπλέον η αρπαγή και το παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων αφαιρούν κρίσιμα στοιχεία από το αρχαιολογικό αρχείο, ενώ σε ζώνες σύγκρουσης η πρόσβαση για επιστημονική τεκμηρίωση παραμένει αδύνατη. Τα ονόματα που αναδύονται σε πινακίδες και λιστές δίνουν όμως επιχειρήματα και κατευθύνσεις: στοχασμός πάνω στις περιγραφές αποθεμάτων, αναχωμάτων, δρόμων και θεσμών μπορεί να συρρικνώσει το πεδίο αναζήτησης.
Το παράδειγμα της Isiasagrig επιδεικνύει τις δυσκολίες: το όνομα έγινε γνωστό μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, όταν σε συλλογές ερειπωμένων αποθηκών και αγορών εμφανίστηκαν χιλιάδες πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή που ανέφεραν τον οικισμό. Οι ερευνητές αξιολόγησαν το περιεχόμενο των κειμένων, τα οποία αναφέρουν διοικητικά στοιχεία, προσφορές σε θεότητες και δικαστικές πράξεις, και τοποθέτησαν χρονολογικά την παρουσία της πόλης περίπου πριν από 4.000 χρόνια. Παρότι το όνομα είναι τεκμηριωμένο, η ακριβής τοποθεσία της Isiasagrig δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί στο πεδίο, μεταξύ άλλων λόγω της έλλειψης συνεκτικών επιφανειακών καταγραφών και της μετακίνησης αρχαιολογικών στρωμάτων.
Ανασκαφές που συνδέουν πινακίδες με συγκεκριμένα στρατιωτικά όπλα, μεμονωμένα κτίρια ή υδρολογικά έργα παραμένουν σπάνιες και συχνά η ταυτοποίηση βασίζεται σε ερμηνευτικές υποθέσεις και συγκρίσεις με γειτονικούς τόπους. Σε πολλές περιπτώσεις οι αρχαιολογικές ομάδες διαθέτουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις· για πόλεις που οι παραδόσεις και οι κατάλογοι τις μνημονεύουν, η ακριβής γεωγραφία παραμένει υπό αμφισβήτηση. Η καταγραφή της Isiasagrig συζητείται στο πλαίσιο ευρύτερων προσπαθειών ανάκτησης πολιτισμικού υλικού από περιοχές της Μεσοποταμίας, όπου η συστηματική εκσκαφή και η ψηφιακή αρχειοθέτηση κειμένων έχουν προχωρήσει σε συνεργασίες μεταξύ πανεπιστημίων και μουσείων. Οι ειδικοί τονίζουν την ανάγκη για λεπτομερή ταξινόμηση των πινακίδων, συνδυασμό αρχαιομετρικών αναλύσεων και εδαφογεωλογικών ερευνών προτού προκύψουν ασφαλείς τοποθετήσεις. Η υπόθεση της Isiasagrig αποτελεί παράδειγμα μιας ευρύτερης κατηγορίας χαμένων πόλεων που παραμένουν γνωστές μέσα από γραπτά και επιγραφές αλλά όχι από μετρήσιμο χώρο, και οι έρευνες θα καθορίσουν εάν στο μέλλον θα μετατραπούν τα ονόματα σε αρχαιολογικά τοπωνύμια.