Δύο ημέρες αργότερα, την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου, εκπρόσωποι του υπουργείου Πολιτισμού υπέγραψαν προσύμφωνο με τον συλλέκτη, ο οποίος απέσυρε το σύνολο των 262 φωτογραφιών και εντύπων-τεκμηρίων ελληνικού ενδιαφέροντος της περιόδου 1943-1944 από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών όπου είχαν αναρτηθεί προς πώληση.
Αντανακλαστικά
Το υπουργείο κινήθηκε άμεσα και θεσμικά, ενεργοποιώντας τις απαραίτητες διαδικασίες για τη διασφάλιση και την απόκτησή τους. Ετσι, η αρχή του αίσιου τέλους για τη συλλογή φωτογραφιών ελληνικού ενδιαφέροντος του Γερμανού υπολοχαγού της Βέρμαχτ, Χέρμαν Χόιερ, την οποία είχε θέσει προς δημοπράτηση ο Τιμ Ντε Κρεν το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου, οριστικοποιήθηκε μόλις σε έξι ημέρες στο δημαρχείο του Εβεργκεμ στο Βέλγιο.
«Η αντιπροσωπία εξέτασε το σύνολο της συλλογής Χόιερ, η οποία αποτελείται από 262 φωτογραφίες, τραβηγμένες στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της θητείας του, το 1943-1944, καθώς και από ορισμένα έντυπα που ο ίδιος είχε περιλάβει σε αυτή. Η μακροσκοπική εξέταση, από έμπειρα στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού και ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υλικού», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και επισήμανε ότι «υπεγράφη προσύμφωνο μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού και του συλλέκτη και η συλλογή αποσύρθηκε από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών».
Αμοιβαία δέσμευση
«Είναι θέμα ημερών το αίσιον τέλος», ανέφεραν κύκλοι του ΥΠΠΟ στον «Ε.Τ.» της Κυριακής, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Οπως μας περιγράφουν, η υπογραφή του προσυμφώνου μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού και του συλλέκτη συνιστά «αμοιβαία δέσμευση των δύο πλευρών» και δρομολογεί τις τελικές διαδικασίες για «την απόκτηση, την αγορά της συλλογής». Πάντως η μακροσκοπική εξέταση των φωτογραφικών τεκμηρίων περιλαμβάνει έλεγχο του φωτογραφικού χαρτιού, της εκτυπωτικής τεχνικής, των σημειώσεων και των φυσικών φθορών που συνάδουν με την ηλικία τους. Στόχος είναι να διαπιστωθούν η αυθεντικότητα, η χρονολόγηση και η κατάσταση διατήρησης του υλικού, χωρίς να απαιτούνται εργαστηριακές αναλύσεις. Το επόμενο βήμα μετά την απόκτηση αυτών των φωτογραφιών -όπως μας λένε ειδικοί- είναι o εργαστηριακός και ιστορικός έλεγχος από ειδικούς. Βέβαια το «θεμέλιο για τη διεκδίκηση από το ελληνικό κράτος του συνόλου της συλλογής» μπήκε με την κήρυξή του ως μνημείου, έπειτα από γνωμοδότηση του ΚΣΝΜ (18/2), καθώς αποτελεί ισχυρό νομικό εργαλείο που θωρακίζει θεσμικά τόσο την προστασία όσο και τη διεκδίκηση.
Μοναδικό υλικό
Σύμφωνα με ιστορικούς, πρόκειται για μοναδικό και πολύτιμο υλικό, που εμπλουτίζει τα ιστορικά δεδομένα και ανανεώνει το επιστημονικό ενδιαφέρον για την πληρέστερη αποτύπωση των γεγονότων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Αντίστασης απέναντι στον Αξονα. Ογδόντα δύο χρόνια μετά, οι ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος, το φρόνημα και τον πατριωτισμό των 200 εκτελεσθέντων της Πρωτομαγιάς του ‘44 αποκτούν εικόνα και πρόσωπο. Ο συλλέκτης, το πρωί της Δευτέρας 16/2, απέσυρε τις δώδεκα αυτές φωτογραφίες από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών. Ωστόσο, παράμενε προς πώληση έως την Παρασκευή 20/2 το σύνολο της συλλογής που είχε δημιουργήσει ο τότε υπολοχαγός της Βέρμαχτ, Χέρμαν Χόιερ (Hermann Heuer).
Ο Χόιερ, το 1943-1944, υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας, αλλά είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει ή και να συνδράμει (δεν είναι ξεκάθαρο αυτό) στην εκτέλεση των 200 Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Η συλλογή των φωτογραφιών του, από περιοχές της κατεχόμενης Ευρώπης (Βέλγιο, Γαλλία, αλλά και Ελλάδα) όπου υπηρέτησε, βρέθηκε στα χέρια του συλλέκτη Τιμ ντε Κρεν.
Προπαγάνδα

Σύμφωνα με την ιστορική τεκμηρίωση, όπως αναφέρθηκε κατά το ΚΣΝΜ, μετά την εγκαθίδρυση της ναζιστικής κυβέρνησης, το 1933, υπεύθυνο για όλες τις μορφές επικοινωνίας ήταν το υπουργείο Διαφώτισης του Λαού και Προπαγάνδας, το οποίο υιοθέτησε μια πολύ διεισδυτική πολιτική για την κυριαρχία του ναζισμού σε όλη την κοινωνία. Ο Γιόζεφ Γκέμπελς, αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, αλλά με καλή παιδεία στη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, εκτιμούσε εξαιρετικά τον κινηματογράφο και τη φωτογραφία, μέσα τα οποία αξιοποίησε εντατικά για τους προπαγανδιστικούς του σκοπούς.
Ηταν αυτός που σχεδίασε τη σύσταση των επονομαζόμενων Μονάδων Προπαγάνδας. Κύριος στόχος της στρατηγικής χρήσης της φωτογραφίας ήταν φυσικά ο πόλεμος ως μέσο για την επιθετική επέκταση της Γερμανίας. Ολες οι προπαγανδιστικές δραστηριότητες εντάσσονταν στο στρατιωτικό πλαίσιο, τόσο από την πλευρά του ερασιτέχνη φωτογράφου όσο και του επαγγελματία.
«Ο άνδρας των Μονάδων Προπαγάνδας δεν είναι με καμιά έννοια ένας συμβατικός ρεπόρτερ, αλλά ένας στρατιώτης. Εκτός από το πιστόλι και τη χειροβομβίδα κουβαλάει και άλλα όπλα μαζί του: τη φωτογραφική του μηχανή, τη Leica, το μολύβι και το σημειωματάριο. Εχει εκπαιδευτεί ανάμεσα σε στρατιώτες και βιώνει τα συναισθήματά τους», ανέφερε ο Γιόζεφ Γκέμπελς. Η Μονάδα Προπαγάνδας 960, υπεύθυνη για την κάλυψη ειδήσεων για τα Βαλκάνια και την Ελλάδα, ενέπλεξε πολλούς φωτογράφους, επαγγελματίες και ερασιτέχνες.
Μονάδες SS
Οι εικόνες της Κατοχής στην Ελλάδα δεν προέρχονταν αποκλειστικά από τη Μονάδα Προπαγάνδας 960. Μονάδες των SS διέθεταν δικό τους μηχανισμό παραγωγής φωτογραφιών, ενώ λήψεις που κατέγραφαν θηριωδίες προορίζονταν για εσωτερική χρήση. Στη δημοσιότητα προβάλλονταν εικόνες «κανονικότητας», αποκρύπτοντας εντελώς τα δεινά του ντόπιου πληθυσμού, όπως η εξοντωτική πείνα, οι σφαγές και η εκθεμελίωση ολόκληρων χωριών, ή ο διωγμός και η εξόντωση των Εβραίων και άλλων ανεπιθύμητων για τη ναζιστική ιδεολογία μειονοτήτων. Από το 1939 το υπουργείο Προπαγάνδας ενθάρρυνε την ερασιτεχνική φωτογραφία, διανέμοντας μηχανές σε στρατιώτες. Οι φωτογραφίες, συχνά διαστάσεων 6×9 ή 13×18 εκ., τοποθετημένες σε άλμπουμ με χειρόγραφες σημειώσεις, συνόδευαν επιστολές, ενισχύοντας το αφήγημα των επιτυχιών της Βέρμαχτ και της ευημερίας στα μετόπισθεν.
Δίκτυα βετεράνων
Στις οργανώσεις Γερμανών βετεράνων που συστάθηκαν με στόχο την αποκατάσταση της δημόσιας εικόνας της Βέρμαχτ στη μεταπολεμική γερμανική κοινωνία, δημιουργήθηκαν δίκτυα ανταλλαγής και ανατύπωσης φωτογραφιών που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου από επαγγελματίες και ερασιτέχνες φωτογράφους. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση υπήρξε ο κύκλος του περιοδικού Wildente (Αγριόπαπια), που εξέδιδε ο Günther Heysing, δημοσιογράφος των Μονάδων Προπαγάνδας του Γκέμπελς. Η διακίνηση αυτή είναι καλά τεκμηριωμένη από ιστορικούς της φωτογραφίας, όπως ο Ρολφ Ζάξε, η Πέτρα Μποπ, η Φράνσις Γκέριν, ο Γκέοργκ Τράσκα και άλλοι.
ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ 1944
Η εκτέλεση των 200 στο Σκοπευτήριο
Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή διατάχθηκε ως αντίποινα για την επίθεση διμοιρίας του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, υποστράτηγου Φραντς Κρεχ, στους Μολάους Λακωνίας, στις 27 Απριλίου 1944, κατά την οποία σκοτώθηκαν ο ίδιος και τρία μέλη της συνοδείας του. Είχε προηγηθεί, στις 26 Απριλίου, η απαγωγή του υποστράτηγου Κράιπε στην Κρήτη. Διακόσιοι και περισσότεροι Ελληνες, όσους «θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην», για τέσσερις Γερμανούς, αυτή ήταν η αναλογική ποινή που άρμοζε, κατά τον στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας. Από τους διακόσιους που εκτελέσθηκαν στην Καισαριανή, περίπου 150-160 ήταν πολιτικοί κρατούμενοι από τη δεκαετία του 1930, τους οποίους ο Μανιαδάκης παρέδωσε στις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Οι υπόλοιποι είχαν συλληφθεί κατά την Κατοχή, με κατηγορίες για αντιστασιακή δράση. Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής είχαν πληροφορηθεί την απόφαση από τις εφημερίδες που έμπαιναν λαθραία στο Χαϊδάρι. Οι μαρτυρίες μιλούν για πρόσωπα που δεν λύγισαν. Οι φωτογραφίες πλέον τεκμηριώνουν τα βλέμματα των 200 πατριωτών που δεν σκύβουν στις σφαίρες των Γερμανών ναζί κατακτητών.

