Σε κοινή συνέντευξη Τύπου με την πρωθυπουργό της Λιθουανίας Ίνγκα Ρουγκινιενέ εξήγησε ότι έχει επιφυλάξεις ως προς το εάν ο Ρώσος πρόεδρος είναι πραγματικά έτοιμος να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός και σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις. «Θα πρέπει να διατηρήσουμε την πίεση και τις κυρώσεις μας και να τις εντείνουμε όπου είναι δυνατόν», είπε, προσθέτοντας ότι επιδιώκουν διπλωματικούς διαύλους και ότι «επί του παρόντος, συντονίζονται οι συνομιλίες μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, καθώς και με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη».
Ο κ. Μερτς δήλωσε επίσης ότι οι γερμανικές αρχές είναι «πλήρως ενήμερες για τις προετοιμασίες και την πρόοδο αυτών των συνομιλιών» και δικαιολόγησε την άρνηση ανοίγματος «επιπλέον κανάλια επικοινωνίας» προς το παρόν. Η συνέντευξη Τύπου δόθηκε νωρίτερα απόψε και οι δηλώσεις απαντούσαν σε σχετικές ερωτήσεις δημοσιογράφων.
Ο καγκελάριος προειδοποίησε πως «εάν η Μόσχα δεν είναι έτοιμη να τερματίσει τον πόλεμο, το τίμημα που πρέπει να πληρώσει, συμπεριλαμβανομένου του οικονομικού κόστους, θα αυξάνεται εβδομάδα με την εβδομάδα και μήνα με τον μήνα». Αναφέρθηκε στον βομβαρδισμό αδιακρίτως μη στρατιωτικών στόχων και, κυρίως, ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας, χαρακτηρίζοντας τις επιθέσεις αυτές ως εγκλήματα πολέμου της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας και του λαού της. Κοινό σημείο των δύο ηγετών ήταν η θέση ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να γίνουν με τη συμμετοχή της Ουκρανίας και όχι ερήμην της, στη βάση της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσής της. Ο κ. Μερτς επισήμανε ότι οι κυρώσεις και η διπλωματική πίεση παραμένουν βασικά εργαλεία της γερμανικής πολιτικής.
Σε ερώτηση για την προοπτική κοινής πυρηνικής αποτροπής στην Ευρώπη ο κ. Μερτς υπενθύμισε τη γερμανική δέσμευση να μη διαθέτει δικά της πυρηνικά όπλα, αλλά τόνισε ότι αυτό «δεν σημαίνει ότι δεν συζητάμε επίσης για κοινή πυρηνική αποτροπή με άλλα ευρωπαϊκά κράτη». Διευκρίνισε ότι πρόκειται για συζητήσεις που δεν αντικρούουν την κοινή χρήση πυρηνικών όπλων με τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά μπορούν να είναι συμπληρωματικές, όπως συμβαίνει ήδη με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η πρωθυπουργός της Λιθουανίας σημείωσε την ανάγκη να μην επιβαρυνθεί η διατλαντική σχέση και υπεραμύνθηκε της σημασίας ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας.
Ο κ. Μερτς επανέλαβε ότι «γνωρίζουμε ότι η ελευθερία και η ευημερία δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες» και διαβεβαίωσε για την αλληλεγγύη του Βερολίνου προς τη Λιθουανία, όπου σταθμεύει ταξιαρχία της Bundeswehr. «Η ασφάλεια της Λιθουανίας είναι και δική μας ασφάλεια», επισήμανε, προσθέτοντας ότι η παρουσία της Bundeswehr αποτελεί στρατιωτική συμβολή και όχι πολιτικό σύμβολο. Η κ. Ρουγκινιενέ ευχαρίστησε, εξήρε «τον ηγετικό ρόλο που αναλαμβάνει η Γερμανία και ο ίδιος προσωπικά» και υπογράμμισε ότι «η Ρωσία ήταν και παραμένει η μεγαλύτερη απειλή, όχι μόνο για τα ανατολικά κράτη, αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη».

