Στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε το μεσημέρι του Σαββάτου, οι συμμετέχουσες κυβερνήσεις ανέφεραν ότι η ανιχνευθείσα ουσία αναγνωρίστηκε ως epibatidine, μια νευροτοξίνη που, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκαν, είναι 200 φορές ισχυρότερη από τη μορφίνη και κατατάσσεται ως χημικό όπλο. Η σύζυγος του Ναβάλνι, Γιούλια Ναβάλναγια, παρούσα στη συνέντευξη, περιέγραψε τη συγκλονιστική στιγμή που έμαθε τα νέα στις 16 Φεβρουαρίου 2024: «Ήταν η πιο τρομερή ημέρα της ζωής μου», είπε, και πρόσθεσε: «Τώρα καταλαβαίνω και ξέρω ότι δεν είναι μόνο λόγια. Είναι επιστημονική απόδειξη».
Στη διάρκεια της ίδιας ενημέρωσης, οι εκπρόσωποι των κρατών τόνισαν ότι η χρήση μιας τόσο ειδικής και ισχυρής ουσίας σε συνθήκες κράτησης εγείρει σοβαρές ενδείξεις εμπλοκής κρατικού φορέα. «Η τοξίνη αυτή χρησιμοποιείται από ιθαγενείς φυλές της Νότιας Αμερικής με βελόνα ή όπλα με φυσαλίδες αέρα για να κυνηγήσουν», εξήγησε η υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ιβέτ Κούπερ. Οι αξιωματούχοι σημείωσαν ότι, βάσει της έρευνας, η διάθεση του epibatidine σε τέτοια δοσολογία και οι συνθήκες εφαρμογής υποδεικνύουν ότι μόνο η κυβέρνηση του Βλαντιμίρ Πούτιν «είχε τα μέσα, το κίνητρο και την ευκαιρία» να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, σύμφωνα με τις δηλώσεις που δόθηκαν. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, χαρακτήρισε την ουσία «ιδιαίτερα ισχυρή» νευροτοξική ουσία και σημείωσε τις επιπτώσεις που προκαλεί στα θύματα: «Τα θύματα ασφυκτιούν», είπε, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο η τοξίνη επηρεάζει την αναπνοή και το νευρικό σύστημα.
Τα αποτελέσματα της κοινής έρευνας παρουσιάστηκαν στο περιθώριο της Διάσκεψης του Μονάχου, όπου βρέθηκε και η Γιούλια Ναβάλναγια και όπου, κατά τους ανακοινώσαντες, οι τεχνικές και εργαστηριακές αναλύσεις οδήγησαν στην ταυτοποίηση του epibatidine. Η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Μαρία Μάλμερ Στένεργκαρντ, επισήμανε τη σημασία της αποκωδικοποίησης της αιτίας θανάτου για τη διεθνή λογοδοσία: «Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να μπορέσουμε να καταστήσουμε τη Ρωσία υπεύθυνη για τις πράξεις της και να συνεχίσουμε να φέρνουμε στο φως τα συνεχή ψέματά της», είπε, προσθέτοντας ότι «Τώρα θα προχωρήσουμε με αυτές τις πληροφορίες στον Οργανισμό για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων. Αυτός είναι ένας ακόμη τρόπος για να αυξήσουμε την πίεση στη Ρωσία». Στην ομάδα εργασίας συμμετείχαν επίσης επιστήμονες και αναλυτές από τη Γαλλία και την Ολλανδία, ενώ οι αναφορές επισημαίνουν ότι τα εργαστήρια χρησιμοποίησαν δείγματα από ιατρικές αναλύσεις, κυτταροβιολογικές εξετάσεις και τοξικολογικούς ελέγχους. Οι ευρήματα, σύμφωνα με τους ίδιους, θα διαβιβαστούν σε σχετικούς διεθνείς οργανισμούς για νομική και τεχνική αξιολόγηση.