Η ομολογία του έφερε στο προσκήνιο τη σχέση ανάμεσα στην καταγωγή, την προφορά και τις πρώτες επαφές με τους συμμαθητές, καθώς ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι η στάση των άλλων οφειλόταν στην ομιλία του. Περιέγραψε τον τρόπο που σταδιακά αντιλήφθηκε ότι οι αντιδράσεις δεν ήταν τυχαίες αλλά συνδεδεμένες με λέξεις, ήχο και τοπικές ιδιαιτερότητες της διάλεκτου. Η τοποθέτησή του έγινε χωρίς υπερβολές και σε πλαίσιο αναστοχασμού για την προσωπική του διαδρομή. Χρόνια αργότερα, θέλοντας να τιμήσει τον τόπο καταγωγής του, αποφάσισε να «βαφτίσει» τον ήρωα που υποδύεται με ένα επίθετο που να παραπέμπει σε αυτόν.
Από τη συζήτηση δεν έλειψαν τα παρασκήνια της διαμόρφωσης του χαρακτήρα που υποδύεται στη σειρά «Το Σόι σου» και ο τρόπος με τον οποίο το προσωπικό του υπόβαθρο έγινε εργαλείο για την ερμηνεία. Εξηγώντας πώς προέκυψε το επώνυμο «Χαμπέας», είπε: «Το μουστάκι είναι από το Σόι. Όταν το 2014 με φώναξαν να κάνω το Σόι και μου είπαν “θα αφήσεις τα μαλλιά σου γκρίζα, θα αφήσεις μουστάκι και θα βάλεις κοιλιά”. Τότε λέω, “ευχαρίστως να αφήσω τα μαλλιά, να βάλω και μουστάκι, κοιλιά με τίποτα”. Με ρώτησαν να βάλω ψεύτικη και είπα όχι. Λέω, “πάρτε έναν καραφλό, έναν χοντρό, έναν άλλον, έναν πάση περιπτώσει”. Και το όνομα ”Χαμπέας” ήταν δικό μου αίτημα. Για να γίνω Καλαματιανός εγώ, το έκανα. Ήθελα να το κάνω καλαματιανό», επισήμανε. Στα λόγια του αναδείχθηκε η πρόθεση να ενσωματώσει στοιχεία της ιθαγένειας του ρόλου, με έμφαση στη γλώσσα και στην εικόνα, και να τα χρησιμοποιήσει ως δημιουργικές επιλογές και όχι ως εμπόδια.
Ακολούθως ο Γιαννόπουλος μοιράστηκε πως ως μαθητής Λυκείου είχε βιώσει επιθετικές συμπεριφορές χωρίς όμως αυτές να του αφήσουν μόνιμη πικρία: «Είχα φάει μπούλινγκ όταν ήρθα Λύκειο στην Αθήνα. Γέλαγαν τα παιδιά, νόμιζα ότι μυρίζω. Από τα “ν” και τα “λι”, γιατί μίλαγα πολύ καλαματιανά. Όχι ότι μου είχε μείνει απωθημένο, αλλά μου δόθηκε η δυνατότητα, ήταν εύρημα όλο δικό μου. Γενικά, στις δουλειές μου δεν θέλω να αισθάνομαι εκτελεστής αλλά δημιουργός», πρόσθεσε. Σε τεχνικό επίπεδο σημείωσε πως λεπτομέρειες όπως η προφορά, οι λεκτικές ιδιαιτερότητες και η σωματοποίηση του ρόλου συνέβαλαν στο να χτίσει έναν αναγνωρίσιμο χαρακτήρα στην τηλεόραση και στο θέατρο, ενώ η αφήγηση της εμπειρίας προσέφερε και ένα στοιχείο που ο ίδιος αξιοποίησε επαγγελματικά. Στην εκπομπή η συζήτηση επικεντρώθηκε επίσης στην τεχνική προσέγγιση του ρόλου, στη συνεργασία με το καστ και στη διαδικασία μετατροπής ιδίωματικών στοιχείων σε σκηνικά εργαλεία. Ο λόγος του κινήθηκε σε επίπεδο επαγγελματικό, με αναφορές σε αποφάσεις που λήφθηκαν κατά την προετοιμασία του ρόλου και στα στάδια της τηλεοπτικής παραγωγής.