Σε αυτή τη μαύρη κωμωδία/θρίλερ, βασισμένη στο μυθιστόρημα της Τζούλια Μέι Τζόνας, η Βάις υποδύεται μια καθηγήτρια που αντιμετωπίζει κρίση μέσης ηλικίας, ενώ ο σύζυγός της, Τζον (Τζον Σλάτερι), καθηγητής σε υψηλή βαθμίδα, βρίσκεται στο στόχαστρο για παλαιότερες σχέσεις με φοιτήτριες. Η σειρά αντλεί τον τίτλο της από το όνομα του νεαρού συναδέλφου της πρωταγωνίστριας, (Λίο Γούντολ) που γίνεται η εμμονή της.

Ένα αφήγημα με “αναξιόπιστη” αφηγήτρια
Η κεντρική ηρωίδα, καθηγήτρια δημιουργικής γραφής που νιώθει “αόρατη” λόγω ηλικίας, σπάει συνέχεια τον τέταρτο τοίχο, απευθυνόμενη στον θεατή, συνήθως με κωμικό τρόπο. Αυτό το εύρημα είναι κρίσιμο: δεν βλέπουμε την ιστορία αντικειμενικά, αλλά μέσα από το φίλτρο της αντίληψης και της ψυχολογίας της.
Όταν ο σύζυγός της κατηγορείται για ανάρμοστη συμπεριφορά, εκείνη αρνείται να παίξει τον ρόλο της συντετριμμένης συζύγου. Αντίθετα, διοχετεύει όλη της την ενέργεια στον Βλάντιμιρ. Οι σκηνές όπου η φαντασία της μπερδεύεται με την πραγματικότητα δείχνουν ότι η “αστάθειά” της δεν είναι αδυναμία, αλλά ένας τρόπος να ανακτήσει τον έλεγχο σε έναν κόσμο που την θεωρεί ληγμένη. Διεκδικεί το δικαίωμα να είναι ο θύτης στο δικό της ερωτικό σενάριο, αντιστρέφοντας τους ρόλους που της επέβαλε η κοινωνία.

Θύματα, θύτες, και πολιτική ορθότητα
Η σειρά διαχειρίζεται το #metoo με έναν προκλητικό, σχεδόν κυνικό τρόπο. Ο Τζον είναι ο “παλαιάς κοπής” καθηγητής που θεωρεί τις σχέσεις του με φοιτήτριες “συναινετικές και διασκεδαστικές”, ενώ η πρωταγωνίστρια, παρόλο που γνωρίζει τις πράξεις του, τον στηρίζει με έναν τρόπο που εξοργίζει τη νέα γενιά.
Εδώ παρατηρείται μια φεμινιστική πολυπλοκότητα: το έργο δεν αγιοποιεί τις γυναίκες. Η πρωταγωνίστρια είναι συχνά αντιπαθητική, χειραγωγική και εγωκεντρική. Με αυτόν τον τρόπο, η σειρά της επιτρέπει να είναι “ολόκληρη”. Απορρίπτει την ιδέα ότι μια γυναίκα πρέπει να είναι “καθαρή” ή “ηθική” για να είναι το επίκεντρο της δικής της ιστορίας. Η εμμονή της με τον Βλαντιμίρ είναι μια απελπισμένη κραυγή αυτονομίας: προτιμά να είναι μια επικίνδυνη ερωμένη (έστω και στη φαντασία της) παρά μια υποφωτισμένη, σιωπηλή σύζυγος.
Δεν ζητά συγχώρεση για τις εμμονές της και, σε έναν κόσμο που προσπαθεί να βάλει ταμπέλες, μας υπενθυμίζει ότι η επιθυμία είναι ένας κοινός παρονομαστής, ένα φυσιολογικό, και μη πολιτικά ορθό, στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.


