Rose

Μία ταινία που έλαμψε στο διαγωνιστικό τμήμα και καταχειροκροτήθηκε στην πρεμιέρα της στην Μπερλινάλε ήταν το «Rose» του Αυστριακού Μάρκους Σλάιντσερ, με πρωταγωνίστρια την καταξιωμένη Γερμανίδα ηθοποιό, Σάντρα Χιούλερ («Η ανατομία μίας πτώσης», «Ζώνη ενδιαφέροντος» κ.ά).
Στην ταινία, που λαμβάνει χώρα τον 17ο αιώνα, μετά την λήξη του τριακονταετούς πολέμου, η Χιούλερ υποδύεται τον ρόλο της Ρόουζ, μίας γυναίκας – στρατιώτη η οποία κρύβει το φύλο της, παριστάνοντας τον άνδρα. Η Ρόουζ έχει βγει από τον πόλεμο (σχεδόν) αλώβητη και αποφασίζει να αποσυρθεί σε ένα χωριό της Γερμανίας, ισχυριζόμενη πως είναι η κληρονόμος ενός εγκαταλελειμμένου αγροκτήματος. Οι αρχικά καχύποπτοι χωρικοί πείθονται γρήγορα, όταν τους παρουσιάζει τα κατάλληλα έγγραφα και μπαίνουν χωρίς δισταγμό στη δούλεψή της, όταν βλέπουν ότι έχει τα χρήματα για να τους αμείψει.
Η Ρόουζ γίνεται αποδεκτή από την κοινότητα ως ένας προκομμένος, θαρραλέος και θεοσεβούμενος…άνδρας. Η φιλοδοξία της, όμως, την κάνει να αποζητά το κάτι παραπάνω και έτσι δέχεται να παντρευτεί την κόρη ενός γείτονα, προκειμένου εκείνος να της παραχωρήσει ένα κομμάτι της δικής του γης προς εκμετάλλευση.
Κάποια στιγμή η νεαρή Σουζάνα ανακαλύπτει το μυστικό της Ρόουζ. Εκείνη όμως την πείθει – μιλώντας της ως γυναίκα προς γυναίκα – ότι είναι προς το συμφέρον και των δύο να συνεχίσουν να υποκρίνονται. «Τα παντελόνια φέρνουν την ελευθερία», της λέει (ως άλλος «Καλός άνθρωπος του Σετσουάν», αφού το θέμα αυτό είχε εξερευνήσει και ο Μπέρτολντ Μπρεχτ από μία λίγο διαφορετική οπτική). Στο τέλος, όμως η κοινωνία είναι αυτή που θα αποφασίσει ποιος έχει το δικαίωμα να φορά τα παντελόνια και ποιος όχι, και η γερμανική κοινωνία του 1600 είναι αμείλικτη.
Η Χιούλερ είναι εξαιρετική ως Ρόουζ, υπηρετώντας τον ρόλο με σεβασμό και ευαισθησία, χωρίς να τον μετατρέπει σε καρικατούρα, ενώ πολύ καλή είναι και η 25χρονη Κάρο Μπράουν ως Σουζάνα.
Τα πάντα σε αυτή την ταινία έχουν λόγο ύπαρξης, από το περιστασιακό χιούμορ ως την ασπρόμαυρη κινηματογράφηση, και φέρνουν στην οθόνη ένα παραμύθι για μεγάλους που περνά το μήνυμά του με καλλιτεχνική αρτιότητα. Στο «Rose», η φόρμα και το περιεχόμενο δεν αντιπαλεύουν μεταξύ τους, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται, καθιστώντας το έργο μία ισχυρή υποψηφιότητα για τη Χρυσή Άρκτο.
Kurtuluş (Εξιλέωση)

Η ταινία του Τούρκου σκηνοθέτη Εμίν Άλπερ αποτελεί ελληνική συμπαραγωγή και διεκδικεί επίσης το μεγάλο βραβείο της φετινής Μπερλινάλε. Στην «Εξιλέωση» βρισκόμαστε σε ένα απομονωμένο ορεινό χωριό της Τουρκίας, στο οποίο κατοικεί εδώ και πολλά χρόνια η φυλή των Χαζέρων. Όταν η εξόριστη φυλή των Μπεζάρων επιστρέφει για να διεκδικήσει τα χαμένα εδάφη, ο Μεσούτ, αδελφός του τοπικού πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη, αρχίζει να βασανίζεται από οράματα, τα οποία σιγά – σιγά τον ωθούν στο να πάρει την κατάσταση στα χέρια του.
Στην ταινία αυτή η πραγματικότητα μπλέκεται με το όνειρο, η υπαρκτή απειλή μεταφράζεται σε μεταφυσικό φόβο και η ατομική παράνοια του Μεσούτ μετατρέπεται σε συλλογική, με την τοπική κοινότητα να ξυπνά μια νύχτα έχοντας δει τον ίδιο εφιάλτη. Οι Χαζέροι και οι Μπεζάροι δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα, αν και η ταινία έχει βασιστεί χαλαρά σε ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στην Τουρκία το 2009, όταν ένοπλοι επιτέθηκαν σε ένα γαμήλιο γλέντι, σκοτώνοντας 44 ανθρώπους.
Ο Άλπερ δήλωσε πως ήθελε να κάνει, ωστόσο, μία οικουμενική ταινία, «γιατί η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες φρικωδίες». Ο σκηνοθέτης ανέδειξε τον φόβο ως πηγή της βίας, σχολιάζοντας ότι «η βία γιγαντώνεται εάν νομίσεις πως το μήνυμα έρχεται από κάπου αλλού ή πως ό,τι κάνεις, το κάνεις για κάποιον άλλο: Τα παιδιά, τη θρησκεία, τη χώρα σου».
Η σκηνοθεσία του Άλπερ είναι υπνωτιστική, καθώς ακολουθεί τους ήρωές του στις ανηφόρες και τις κατηφόρες του χωριού τους, όπου δεν ξέρεις τι είναι αυτό που θα δεις στην επόμενη στροφή ή αυτό που είδες στο βάθος. Το καστ του φιλμ είναι συνολικά πολύ καλό.
Κάπου στα μισά, όμως, η ταινία χάνει λίγο τον ρυθμό της. Η ίντριγκα των δύο αδερφών και τα αιτήματα της κοινότητας για νέα ηγεσία διεξάγονται στο μιλητό, σε σκηνές στατικές, που έρχονται σε αντίθεση με το υπόλοιπο του έργου και τελικά δεν εξυπηρετούν την οικονομία του. Παρόλα αυτά το τέλος, έξυπνο και απόκοσμο συνάμα, κάνει την ταινία να «μένει».
Dao

Ο Γαλλοσενεγαλέζος Αλαίν Γκομίς, που είχε κερδίσει το 2017 την Αργυρή Άρκτο με την ταινία «Félicité», επανέρχεται στην Μπερλινάλε με ένα σχεδόν τρίωρο έπος. Στο Dao παρακολουθούμε τη Γκλόρια, μία γυναίκα από τη Γουινέα – Μπισάου που μετανάστευσε στη Γαλλία, καθώς επιστρέφει στην πατρίδα της μαζί με την κόρη της, Νουρ, για την κηδεία του παππού. Η Νουρ θα γνωρίσει εκεί έναν άνδρα, τον οποίο τελικά παντρεύεται. Το υπόλοιπο του φιλμ αποτελείται από σκηνές που εναλλάσσονται ανάμεσα στο γάμο, που πραγματοποιείται στη Γαλλία, και την κηδεία στη Γουινέα.
Ο Γκομίς καταφέρνει με την σκηνοθετική του προσέγγιση να σε βάλει μέσα στο έργο, νομίζοντας πως είσαι παρών και στις δύο περιστάσεις που αποτυπώνει. Το καστ απαρτίζουν κατά πλειοψηφία ερασιτέχνες ηθοποιοί, που με ζωντάνια και ειλικρίνεια ενσαρκώνουν το όραμα του σκηνοθέτη. Παρά τη γοητεία του, ωστόσο, το Dao αποτελεί ένα απαιτητικό θέαμα, κυρίως λόγω της διάρκειας και των συνεχών εναλλαγών του.
Αυτός ο «ύμνος» στη ζωή έχει καλές προθέσεις και πολύ καλό πρωτογενές υλικό. Για να τον εκτιμήσει, όμως, πραγματικά ο θεατής βοηθά πολύ το να είναι…προετοιμασμένος για κάτι τόσο μακροσκελές. Όσο όμορφη και αν είναι αυτή η ταινία, δεν μπορούμε να φανταστούμε θέασή της σε μία μικρότερη οθόνη, που θα αποδυνάμωνε τις εικόνες και την ατμόσφαιρά της.
Nina Roza

Το φιλμ της Καναδής σκηνοθέτιδας Geneviève Dulude-de Celles αποτελείται από ένα σχεδόν εξ ολοκλήρου…βουλγαρικό καστ, αφού η πλοκή αφορά τον Μίχαηλ, έναν Βούλγαρο μετανάστη που ζει για χρόνια στον Καναδά και εργάζεται ως εκτιμητής έργων τέχνης. Ο Μίχαηλ έχει απαρνηθεί την πατρίδα του στα Βαλκάνια, ώσπου ένας πελάτης του ζητά να ταξιδέψει σε ένα χωριό της Βουλγαρίας για να διαπιστώσει εάν οι πίνακες ενός παιδιού – «θαύματος» είναι αυθεντικοί.
Σε μία περίοδο που οι σχέσεις του με τη δική του κόρη, την 36χρονη Ρόζα, είναι τεταμένες, η γνωριμία του Μίχαηλ με την 8χρονη Νίνα τον φέρνει αντιμέτωπο με όλα τα τραύματα του παρελθόντος, που παραμένουν ακόμη ανοιχτά – από τον χαμό της συζύγου του ως την σχέση του με τα προγονικά εδάφη.
Η Nina Roza είναι μία αρκετά τρυφερή ταινία, κυρίως χάρη στην παρουσία της μικρής Νίνα, η οποία αγωνιά πως θα την πάρουν από το χωριό της για να αναπτύξει το ταλέντο της στην Ιταλία. Στο τέλος του φιλμ υπάρχει ωστόσο μία αίσθηση πως η σκηνοθέτης και σεναριογράφος δεν εκμεταλλεύτηκε τις δυνατότητες της υπόθεσης στο έπακρο, κυρίως σε ό,τι αφορά το «ταξίδι» του Μίχαηλ, κυριολεκτικό και μεταφορικό. Αν και κατανοούμε τόσο τα προβλήματά του, όσο και τις μεταπτώσεις του, ο χαρακτήρας του είναι πάντα λίγο συγκρατημένος – όπως και ο πρωταγωνιστής του Everybody Digs Bill Evans. Η ταινία δεν παύει να είναι ένα έργο που άγγιξε το κοινό της Μπερλινάλε με τα πολύ ανθρώπινα ερωτήματα που θέτει.
Josephine

Μία οκτάχρονη πρωταγωνιστεί και στο «Josephine», όπου οι συνθήκες είναι, όμως, πολύ πιο…άγριες απ’ ό,τι στο Nina Roza. Πηγαίνοντας στο πάρκο για να παίξει ποδόσφαιρο με τον μπαμπά της, η μικρή Τζόζεφιν γίνεται μάρτυρας του βιασμού μίας γυναίκας.
Όπως είναι φυσικό, το γεγονός την σημαδεύει βαθιά, με αποτέλεσμα να αναπτύσσει επιθετικότητα και διάφορες φοβίες. Οι δύο γονείς της (Τζέμα Τσανγκ και Τσάνινγκ Τέιτουμ) συγκρούονται μεταξύ τους για το πώς πρέπει να χειριστούν το θέμα. Άλλοτε αποφεύγουν την συζήτηση και άλλοτε της μιλούν με πάθος για το πώς να προστατεύσει τον εαυτό της, ενόσω εκείνη βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στη δίνη του εφιάλτη. Πρέπει να την πάνε για πολεμικές τέχνες, ή σε ψυχολόγο; Πρέπει να καταθέσει στην αστυνομία, ή όχι; Τα ερωτήματα είναι πολλά και ο χρόνος πιέζει, όχι μόνο για τη δίκη του συλληφθέντα, αλλά και για να βρει η Τζόζεφιν τη χαμένη της αθωότητα.
Το καταιγιστικό αυτό θρίλερ/ δράμα συγκλόνισε το κοινό στην Μπερλινάλε, με όλους να μιλάνε για φαβορί. Εξάλλου, η ταινία της Αμερικανοβραζιλιάνας Μπεθ ντε Αραούχο έχει ήδη κερδίσει τόσο το βραβείο της επιτροπής, όσο και του κοινού στο φεστιβάλ του Σάντανς, όπου έκανε πρεμιέρα. Το “Τζόζεφιν” πρόκειται για μία ταινία με δυνατή αφήγηση, που αγγίζει όμως σε σημεία τα όρια του μελοδράματος και του κιτς, π.χ. στις σκηνές που το “φάντασμα” του βιαστή περιπλανιέται μες στο σπίτι. Στα ατού της ταινίας θα βάζαμε την εντυπωσιακή ερμηνεία της μικρής Μέισον Ριβς.
Τελικά ποια θα δρέψει τις δάφνες της Μπερλινάλε; Η Ρόουζ ή η Τζόζεφιν; Μήπως τους την «φέρει» κάποια άλλη (ταινία); Θα το μάθουμε πολύ σύντομα.

