Η μελέτη, του επικεφαλής διασφάλισης ποιότητας στην εκπαίδευση, διαπίστευσης και διεξαγωγής έρευνας του Perrotis College, Δρ. Γιώργου Κιτσολέρη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Social Cohesion and Development, βασίζεται σε ένα πρωτότυπο ερωτηματολόγιο 427 οικογενειών (άτομα ηλικίας 30-50 ετών και οι γονείς τους), προσφέροντας μια σπάνια διαγενεακή εικόνα για το πώς οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τη θέση τους στην κοινωνική ιεραρχία. Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι ο όρος κοινωνική κινητικότητα αφορά τη μεταβολή της κοινωνικής ή οικονομικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του ή σε σχέση με την προηγούμενη γενιά. Σχετίζεται με την άνοδο ή την κάθοδο στην κοινωνική ιεραρχία και συνδέεται με τις ανισότητες ευκαιριών και τη δομή της κοινωνίας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η πλειονότητα των πολιτών –ανεξάρτητα από εισόδημα, ηλικία ή κοινωνική τάξη– θεωρεί ότι στην Ελλάδα υπάρχει κοινωνική κινητικότητα. Περίπου τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων απάντησαν ότι πιστεύουν πως η ελληνική κοινωνία προσφέρει δυνατότητες αλλαγής κοινωνικής θέσης, μια στάση που αποτυπώνει μια συγκρατημένη αισιοδοξία μετά από μια δεκαετία οικονομικής πίεσης και ένδειξη μιας ανοιχτής κοινωνίας σε άτομα που έχουν τις δεξιότητες να προοδεύσουν. «Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι πολίτες με υψηλότερα εισοδήματα εμφανίζονται ακόμη πιο βέβαιοι για την ύπαρξη κινητικότητας, ενώ οι νεότερες γενιές δείχνουν ελαφρώς πιο επιφυλακτικές, ιδιαίτερα στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια», τόνισε στο magazine του eleftherostypos.gr, ο Δρ. Κιτσολέρης.
Το παραπάνω συνδέεται με τον τρόπο που οι προσωπικές εμπειρίες επηρεάζουν τις αντιλήψεις. Η έρευνα έδειξε ότι όσοι είδαν το εισόδημά τους να αυξάνεται ή να παραμένει σταθερό κατά την περίοδο της κρίσης, δήλωσαν σε μεγαλύτερο ποσοστό ότι πιστεύουν στην κοινωνική κινητικότητα. Αντίθετα, όσοι υπέστησαν σημαντικές μειώσεις εμφανίστηκαν πιο διστακτικοί. Ωστόσο, ένα παράδοξο εύρημα δείχνει ότι άτομα που βίωσαν διαγενεακή «κάθοδο» –δηλαδή έχουν χαμηλότερη κοινωνική ή επαγγελματική θέση από τους γονείς τους– συχνά αναγνωρίζουν την ύπαρξη κινητικότητας περισσότερο από άλλες ομάδες. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι η εμπειρία της πτώσης κάνει τους πολίτες πιο συνειδητοποιημένους για τις μεταβολές που συμβαίνουν γύρω τους.
«Όταν οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να εντοπίσουν τα μεγαλύτερα εμπόδια στην κοινωνική κινητικότητα, η εικόνα ήταν ξεκάθαρη: η μετάβαση από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας θεωρείται ο σημαντικότερος ανασταλτικός παράγοντας. Ακολουθούν τα οικογενειακά δίκτυα (δίκτυα συγγενών/φίλων), τα οποία εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πρόσβαση σε επαγγελματικές ευκαιρίες, αλλά και οι ανισότητες εισοδήματος, που περιορίζουν τις δυνατότητες των χαμηλότερων στρωμάτων», είπε ο Δρ. Κιτσολέρης.
Οι νεότεροι συμμετέχοντες ανέδειξαν επίσης ως σημαντικό εμπόδιο την πρόσβαση σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, όπου η αγορά εργασίας παραμένει κλειστή ή απαιτεί υψηλό οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο. Η σύγκλιση των απόψεων μεταξύ των δύο γενεών υποδηλώνει ότι οι οικογενειακές εμπειρίες και αφηγήσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές ανισότητες. Παράλληλα, οι πολίτες αναγνώρισαν ως βασικούς παράγοντες για την ανοδική κινητικότητα τόσο τις γνωστικές δεξιότητες, όσο και τις μη γνωστικές δεξιότητες καθώς και την επαγγελματική εμπειρία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση ανάμεσα στις αντιλήψεις για την κινητικότητα και τις προτιμήσεις για δημόσιες πολιτικές. Όσοι βίωσαν ανοδική κινητικότητα τείνουν να υποστηρίζουν πολιτικές «ισότητας ευκαιριών», όπως η ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης και της υγείας. Αντίθετα, όσοι εμφανίζονται πιο απαισιόδοξοι υποστηρίζουν πολιτικές «ισότητας αποτελέσματος», όπως η προοδευτική φορολογία και τα κοινωνικά επιδόματα. Η στάση αυτή συνδέεται άμεσα με το πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη δική τους θέση στην κοινωνική ιεραρχία και τις πιθανότητες να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο.
Η έρευνα κατέληξε ότι, παρά τις δυσκολίες της προηγούμενης δεκαετίας, η ελληνική κοινωνία διατηρεί ένα σημαντικό επίπεδο συνοχής, εν μέρει επειδή πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι, ακόμη και αν έχασαν εισόδημα, δεν έχασαν απαραίτητα τη θέση τους στην ιεραρχική κλίμακα σε σχέση με τους υπόλοιπους. Η αντίληψη αυτή φαίνεται να λειτουργεί ως «μαξιλάρι» απέναντι στις κοινωνικές εντάσεις, ενώ παράλληλα αναδεικνύει την ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν την πρόσβαση στην εργασία και θα μειώσουν τα εμπόδια που περιορίζουν την κοινωνική άνοδο.
Η Ελλάδα μπορεί να αντλήσει καλές πρακτικές από επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα, όπως τα σκανδιναβικά και το γερμανικό. Προτείνεται η μετατόπιση της έμφασης από την απλή απόκτηση πτυχίων προς μια εκπαίδευση που καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, την κοινωνική συνοχή και τους συλλογικούς στόχους. Η θεσμοθέτηση ενός εξαιρετικά επιλεκτικού συστήματος πρώιμης παρακολούθησης, όπου τα παιδιά κατευθύνονται σε διαφορετικές κατευθύνσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με βάση τις συστάσεις των εκπαιδευτικών και τις αποφάσεις των γονέων, σε συνδυασμό με τη συστηματική αξιοποίηση των Προτύπων και Πειραματικών σχολείων και την αναβάθμιση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, δύνανται να περιορίσουν τις ανισότητες. Ο στόχος πρέπει να είναι η μείωση της εξάρτησης των μαθησιακών αποτελεσμάτων των ατόμων από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της οικογένειάς τους.

