Πώς προέκυψε ο τίτλος του album και τι σημαίνει για εσένα το “Ταχτσίδι”;
Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβουν οι αναγνώστες μας πώς προέκυψε το ‘Ταχτσίδι’ είναι να διηγηθώ την ιστορία από την οποία άντλησα την έμπνευση. Έτσι λοιπόν, ήταν ένα απόγευμα που ο ουρανός μύριζε βροχή και θάλασσα. Είχα πάει σ’ ένα μικρό λιμανάκι, εκεί που δένουν τα ξύλινα καΐκια, παλιά, ξεφτισμένα, σαν να κουβαλούν ιστορίες. Δεν ήθελα να γράψω, ούτε να σκεφτώ, ήθελα απλώς να καθίσω και να ακούσω το νερό. Δίπλα μου, δύο ηλικιωμένοι ψαράδες μιλούσαν χαμηλόφωνα. Ο ένας του είπε:
«Άντε, ταχτσίδι είναι η ζωή, ρε Μάνθο. Μπαίνεις, και ποτέ δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει.» Γέλασαν κι έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους τον απόηχο εκείνης της λέξης. Ταχτσίδι. Δεν ήταν γραμματικά σωστή, δεν ήταν “όμορφη” , αλλά ήταν αληθινή. Είχε μέσα της το αλάτι, το λάθος, το ταξίδι και τη ψυχή των ανθρώπων που ζουν με τη θάλασσα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως αυτός θα ήταν ο τίτλος. Όχι Ταξίδι, αλλά Ταχτσίδι όπως το λένε αυτοί που δεν διορθώνουν τη ζωή, απλώς τη ζουν.
Από τότε, κάθε τραγούδι έγινε ένα κομμάτι εκείνης της διαδρομής άλλες φορές με ήλιο, άλλες με φουρτούνα μα πάντα με την ίδια αίσθηση: ότι το ταξίδι έχει μεγαλύτερη αξία από τον προορισμό.

Πρόκειται για ένα πολυσυλλεκτικό album με αυτοβιογραφικά στοιχεία;
Το album έχει έντονα αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά, όχι όμως με τη μορφή μιας ευθείας αφήγησης. Δεν πρόκειται για καταγραφή γεγονότων, αλλά για αποτύπωση βιωμάτων. Κάθε τραγούδι κουβαλάει ένα συναίσθημα, μια μνήμη ή μια υπαρξιακή ανησυχία. Ακόμα και εκεί όπου χρησιμοποιούνται φανταστικές εικόνες ή αφηγηματικά πρόσωπα, στο βάθος υπάρχει πάντα κάτι προσωπικό. Είναι ένα έργο που γεννήθηκε από την ανάγκη να δοθεί μορφή σε όσα δύσκολα λέγονται αλλιώς.
Το Ταχτσίδι δεν περιγράφει απλώς ένα ταξίδι, αλλά μια εσωτερική κίνηση μια διαρκή μετατόπιση ανάμεσα σε σκέψεις, συναισθήματα και καταστάσεις. Είναι η πορεία που κάνεις χωρίς χάρτη, όταν προσπαθείς να καταλάβεις τον εαυτό σου μέσα από όσα σε διαμόρφωσαν. Τα τραγούδια του album λειτουργούν σαν στάσεις αυτής της διαδρομής: άλλοτε φωτεινές, άλλοτε σκοτεινές, αλλά πάντα ειλικρινείς.
Πώς προέκυψε η ανάγκη σου να ασχοληθείς με το τραγούδι και ποιες είναι οι βασικές σου επιρροές;
Η αλήθεια είναι πως δεν υπήρχε ποτέ κάποιο όνειρο ή σχέδιο γύρω από το τραγούδι. Αντιθέτως, θα προτιμούσα να μην είχα τραγουδήσει ποτέ, αν αυτό σήμαινε ότι η μητέρα μου δεν θα είχε φύγει. Η ενασχόλησή μου με τη μουσική γεννήθηκε μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη, οριακή στιγμή ζωής: όταν η μητέρα μου αρρώστησε και αποφάσισα να της γράψω δύο τραγούδια για να τα ακούσει πριν φύγει.
Εκείνη την περίοδο το τραγούδι δεν ήταν τέχνη, ούτε φιλοδοξία. Ήταν ανάγκη. Ήταν ένας τρόπος να κρατηθώ, να επικοινωνήσω μαζί της όταν οι λέξεις δεν επαρκούσαν, να αφήσω κάτι να ειπωθεί πριν να είναι αργά. Τα πρώτα μου τραγούδια γράφτηκαν για εκείνη και εξαιτίας της ως πράξη αγάπης, αποχαιρετισμού και επιβίωσης ταυτόχρονα.
Δεν βιοπορίστηκα ποτέ από τη μουσική και ούτε τότε υπήρχε τέτοια σκέψη. Το τραγούδι μπήκε στη ζωή μου όχι ως επάγγελμα, αλλά ως συνέπεια μιας απώλειας. Οι επιρροές μου, λοιπόν, δεν προέρχονται μόνο από ήχους και καλλιτέχνες, αλλά από την ίδια τη ζωή: από την ασθένεια, την αναμονή, την αγάπη και το πένθος. Και κάπως έτσι, χωρίς πρόθεση, το τραγούδι έμεινε. Όχι ως επιλογή, αλλά ως ίχνος μιας σχέσης που συνεχίζει να υπάρχει μέσα από αυτό.

Πιστεύεις ότι η τέχνη στην Ελλάδα περνάει μια περίοδο κρίσης;
Ζούμε σε μια εποχή αέναης ταχύτητας. Όλα καλούνται να γίνουν γρήγορα, άμεσα, χωρίς χρόνο για φιλτράρισμα, επεξεργασία ή σιωπή. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την τέχνη όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως. Η μουσική και ο στίχος συχνά αντιμετωπίζονται ως υλικό προς κατανάλωση, ως περιεχόμενο που πρέπει απλώς να παραχθεί για να υπάρξει στα κοινωνικά δίκτυα, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί ουσιαστική εσωτερική διεργασία.
Δεν θεωρώ ότι υπάρχει έλλειψη ταλέντου ή δημιουργικής ανάγκης. Αντιθέτως, υπάρχει μια υπερπαραγωγή που συχνά αφήνει ελάχιστο χώρο στη βάθυνση και στην ουσία. Η τέχνη, όμως, δεν γεννιέται μέσα στη βιασύνη· χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει, να πονέσει, να κατασταλάξει.
Παρά ταύτα, παραμένω αισιόδοξος. Πιστεύω ότι η τέχνη εξακολουθεί να είναι ζωντανή, όπως και η μουσική. Και θα συνεχίσουν να υπάρχουν όσο υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν όχι για να “ανέβουν”, αλλά για να εκφραστούν. Όσο το υλικό προκύπτει από την ψυχή και όχι από την ανάγκη για προβολή, η τέχνη θα βρίσκει πάντα τον τρόπο να επιβιώνει ακόμα κι αν κινείται πιο αθόρυβα.
Τι έχει μεγαλύτερη σημασία στην τέχνη: η τελειότητα ή η αλήθεια;
Για μένα, η αλήθεια. Η τεχνική αρτιότητα είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Αυτό που τελικά μένει είναι το πηγαίο συναίσθημα και η ειλικρίνεια της έκφρασης. Ένα έργο που δεν φοβάται τις ατέλειές του μπορεί να είναι πολύ πιο ουσιαστικό από κάτι απολύτως “σωστό” αλλά συναισθηματικά κενό. Η τέχνη λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας κι αυτή η γέφυρα χτίζεται πάνω στην αλήθεια.
Αν και δεν βιοπορίζεσαι από το τραγούδι, αισθάνεσαι την ανάγκη να παρουσιάσεις το album ζωντανά στο κοινό;
Βεβαίως και αισθάνομαι αυτή την ανάγκη. Η ζωντανή παρουσίαση της μουσικής μου δουλειάς δεν έχει ως στόχο την επαγγελματική καταξίωση, αλλά το μοίρασμα. Την ανάγκη να επικοινωνήσω με τον κόσμο μέσα από την έκφραση, τη μουσική και τον στίχο.
Τα τραγούδια αυτά δεν είναι μόνο δικά μου. Οι στίχοι έχουν γραφτεί από αγαπημένους φίλους, ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέει κοινή ευαισθησία και εσωτερική αναζήτηση, όπως ο Μάνθος Σαράντος και ο Νίκος Πολιάς. Δεν πρόκειται για επαγγελματίες στιχουργούς, αλλά για ανθρώπους που γράφουν από εσωτερική ανάγκη, με ειλικρίνεια και αλήθεια στοιχεία που θεωρώ καθοριστικά για όλο αυτό το εγχείρημα.
Θα ήθελα, λοιπόν, το κοινό να ακούσει αυτή τη δουλειά ακριβώς γι’ αυτό: για να μοιραστούμε τα μηνύματα, τα συναισθήματα και τις σκέψεις που κουβαλούν αυτά τα τραγούδια. Να υπάρξει μια συνάντηση. Γιατί, τελικά, εκεί ολοκληρώνεται η μουσική όταν παύει να ανήκει μόνο σε όσους τη δημιούργησαν και βρίσκει χώρο μέσα στους άλλους.
Η ζωντανή παρουσίαση του album αποτελεί για μένα μια φυσική συνέχεια της δημιουργικής διαδικασίας. Το live δεν έχει να κάνει με την επαγγελματική επιβεβαίωση, αλλά με το μοίρασμα. Είναι η στιγμή που τα τραγούδια παύουν να ανήκουν αποκλειστικά στον δημιουργό τους και αποκτούν νέα ζωή μέσα από το κοινό. Εκεί, το Ταχτσίδι μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία.

