
Εκεί όπου οι λέξεις δεν εκτίθενται κατοικούν. Δεν είναι όλα τα μέρη για όλους. Και σίγουρα δεν είναι όλα τα βιβλιοπωλεία για τουρίστες. Το Shakespeare and Company, στη Rue de la Bûcherie, απέναντι από τη Notre-Dame, δεν σε περιμένει για να σε εντυπωσιάσει. Δεν σε καλωσορίζει με βιτρίνες και υποσχέσεις. Σε αφήνει να μπεις μόνο αν είσαι διατεθειμένος να χαμηλώσεις τον τόνο της φωνής σου. Όχι από ευγένεια, από σεβασμό.
Τα βιβλία εδώ δεν στέκονται προσεκτικά ευθυγραμμισμένα. Στοιβάζονται. Γέρνουν. Ακουμπούν το ένα πάνω στο άλλο σαν άνθρωποι που κουράστηκαν όρθιοι. Δεν είναι διακόσμηση· είναι παρουσία. Και σου ψιθυρίζουν, σχεδόν συνωμοτικά: μείνε λίγο ακόμη.
Το παράδοξο είναι μέρος της γοητείας του. Βρίσκεσαι στην καρδιά του Παρισιού, σε μια πόλη που λατρεύει τη γλώσσα της και όμως, σχεδόν όλα τα βιβλία είναι στα αγγλικά. Σαίξπηρ, Τζέιμς Τζόις, Βιρτζίνια Γουλφ, Φόκνερ, Έλιοτ. Μια ξένη γλώσσα σε μια πόλη που δεν φοβάται το ξένο. Γιατί εδώ η λογοτεχνία δεν έχει πατρίδα· έχει ανάγκη.

Το Shakespeare and Company άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του το 1919 με ιδιοκτήτρια την Sylvia Beach. Στις αρχές του 20ου αιώνα το βιβλιοπωλείο ήταν το αγαπημένο στέκι των F Scott Fitzgerald, Ernest Hemingway, TS Eliot και James Joyce. Η άρνηση της Sylvia, κατά την εισβολή των Γερμανών στην Γαλλία το 1940, να πουλήσει το τελευταίο της αντίτυπο της Αγρυπνίας του Φίννεγκαν σε έναν Γερμανό στρατιώτη, ήταν ο λόγος που το βιβλιοπωλείο διέκοψε την λειτουργία του.
Το σημερινό Shakespeare and Company άνοιξε το 1951 από τον Αμερικανό George Whitman. Όχι ως απλό βιβλιοπωλείο, αλλά ως καταφύγιο. Για λέξεις, για ανθρώπους, για εκείνους που ταξίδευαν χωρίς πρόγραμμα και έψαχναν μια στέγη όχι απαραίτητα για το σώμα, αλλά για το μυαλό τους. Από τη δεκαετία του ’50 και μετά, ο χώρος φιλοξένησε συγγραφείς, ποιητές, αναγνώστες και περιπλανώμενους τους περίφημους ταξιδιώτες Tumbleweeds όπως τους αποκαλούσαν.
Άνθρωποι που κοιμόντουσαν ανάμεσα στα ράφια, με αντάλλαγμα να διαβάζουν, να βοηθούν στο βιβλιοπωλείο και να αφήνουν πίσω τους ένα γραπτό ίχνος. Έτσι, ο χώρος γέμισε κάτι σπανιότερο από σπάνιες εκδόσεις: μνήμες. Ιστορίες που δεν καταγράφονται σε καταλόγους, αλλά περνούν από χέρι σε χέρι.

Μέσα, ο χρόνος λειτουργεί αλλιώς. Ένα ξύλινο τραπέζι φαγωμένο από χέρια, σελίδες και χρόνια. Ράφια που μυρίζουν χαρτί, σκόνη και υπομονή. Η μυρωδιά των παλιών βιβλίων, η διακόσμηση με πρωταγωνιστή το ξύλινο δάπεδο και τις σκάλες, τα δερματόδετα βιβλία και τα μπαρόκ κάδρα με χρυσές λεπτομέρειες συνθέτουν μια παραμυθένια ατμόσφαιρα που θυμίζει περισσότερο vintage κατάστημα παρά βιβλιοπωλείο. Κρατάς έναν τόμο του Σαίξπηρ και δεν νιώθεις επισκέπτρια. Νιώθεις κρίκος. Μέρος μιας αλυσίδας ανθρώπων που γύρεψαν παρηγοριά όχι σε απαντήσεις, αλλά σε λέξεις.
Διαβάζουμε για να μη χαθούμε. Για να μη μας καταπιεί ο θόρυβος. Για να θυμηθούμε ποιοι είμαστε όταν κανείς δεν μας κοιτάζει. Έξω, το Παρίσι κινείται, πάντα θα κινείται. Μέσα, όμως, κάτι αντιστέκεται. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι πόλεις αλλάζουν, οι εποχές περνούν. Οι λέξεις, όχι. Μένουν. Περιμένουν. Και όταν τις χρειαστείς, είναι εκεί. Χωρίς ερωτήσεις.

Το Shakespeare and Company δεν είναι αξιοθέατο. Είναι υπενθύμιση. Ότι η λογοτεχνία δεν είναι ανάμνηση είναι παρουσία. Και όποιος μπαίνει μέσα, έστω για λίγο, φεύγει λίγο πιο ήσυχος. Σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε ανάγκη να μη ξεχάσει.
Τελικά το Shakespeare and Company δεν είναι για όλους αλλά είναι για όσους αγαπούν τα βιβλία αληθινά. Για όσους πιστεύουν πως η λογοτεχνία δεν είναι διακόσμηση, αλλά ανάγκη. Αν είσαι βιβλιόφιλος, αν οι λέξεις σε έχουν κάποτε σώσει, τότε αυτό το μέρος δεν είναι απλώς ένα ταξίδι στο Παρίσι. Είναι ένα ραντεβού που δεν πρέπει να χάσεις.

