Πολύ πριν από όλα αυτά, όμως, σε έναν ορεινό δρόμο της Κρήτης, ένα μικρό χωριό πλήρωσε σκληρά το τίμημα της ελληνικής αμέλειας, της κακής οδικής νοοτροπίας και ενός οχήματος που δεν έπρεπε να κυκλοφορεί. Είναι Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 1972, όταν η Καλαμάφκα της Ιεράπετρας βυθίστηκε στο πένθος. Κάθε χρόνο, ανήμερα της Παναγίας, πλήθος πιστών από τα γύρω χωριά ανηφόριζε στο μοναστήρι της Παναγίας της Ξακουστής, ένα από τα πιο όμορφα μοναστήρια της ανατολικής Κρήτης. Εκείνο το πρωινό, ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ, χωρητικότητας μόλις 24 θέσεων, ξεκίνησε από την Καλαμάφκα φορτωμένο με σχεδόν διπλάσιο αριθμό επιβατών. Οι μαρτυρίες διαφέρουν: άλλοι μιλούν για 49, άλλοι για 51 ανθρώπους στοιβαγμένους μέσα. Όλοι συγχωριανοί. Οικογένειες ολόκληρες. Παιδιά, ηλικιωμένοι, γυναίκες με μαντήλες και άντρες ντυμένοι για τη γιορτή.

Το λεωφορείο όμως ήταν γέρικο. Περίπου 35 ετών, με συνεχή προβλήματα. Ανήκε στην εταιρεία «Λάτο», που εκτελούσε δρομολόγια σε δύσβατες, άγονες γραμμές της περιοχής. Σύμφωνα με μαρτυρίες και δημοσιεύματα της εποχής, το τιμόνι παρουσίαζε βαριές βλάβες για τις οποίες ουδείς έδινε βαρύτητα. Λίγες μέρες πριν είχαν χαλάσει τα φρένα κοντά στον Πρυνά, μήνες νωρίτερα είχε πιάσει φωτιά ο κινητήρας εν κινήσει. Παρ’ όλα αυτά το όχημα συνέχιζε να κυκλοφορεί. Υπάρχουν ακόμη αναφορές ότι εκείνο το πρωί τα φρένα είχαν δεθεί πρόχειρα με σύρμα για να εκτελεστεί το δρομολόγιο. Κι όμως, επτά ημέρες πριν, το λεωφορείο είχε περάσει τεχνικό έλεγχο χωρίς να βρεθεί πρόβλημα. Η απόσταση ως το μοναστήρι ήταν μικρή — μόλις 10 χιλιόμετρα — αλλά ο δρόμος γεμάτος στροφές, κακοτράχαλος, επικίνδυνος. Οι επιβάτες βιάζονταν. Ήθελαν να προλάβουν τη λειτουργία. Να κοινωνήσουν. Ο εισπράκτορας αργότερα θα πει: «Δεν ήθελε να κατέβει κανένας. Τι να κάναμε; Να τους πετάγαμε; Άλλοι μας παρακαλούσαν και άλλοι μας ικέτευαν πως αν τους κατεβάζαμε θα ήταν αμαρτία». Είχε κόψει, όπως είπε, 35 εισιτήρια. Οι υπόλοιποι απλώς χώρεσαν.

Λίγο πριν τις 7 το πρωί, όταν το λεωφορείο βρισκόταν πλέον ελάχιστα μέτρα από την εκκλησία — άλλοι μιλούν για 50, άλλοι για 100 μέτρα — ακούγεται ένας δυνατός μεταλλικός κρότος κάτω από τα πόδια των επιβατών. Οι τελευταίοι ανησυχούν, και ζητούν από τον οδηγό να σταματήσει. Το λεωφορείο πράγματι σταματά, αλλά υπερισχύει η άποψη των περισσότερων να γίνει ο έλεγχος όταν φτάσουν, αφού ο προορισμός είναι τόσο κοντά. Πράγματι, η διαδρομή συνεχίζεται, αλλά τρία λεπτά αργότερα, στην τελευταία στροφή, όλα τελειώνουν. Το λεωφορείο φεύγει από τον δρόμο, χωρίς να αφήσει πίσω κανένα ίχνος φρεναρίσματος και πέφτει στη χαράδρα της βουνοκορφής Αξακούκου. Η πτώση υπολογίστηκε από άλλους σε 30 μέτρα, από άλλους σε 47. Το όχημα κατρακυλά θερίζοντας δέντρα και σταματά σχεδόν κάθετα πάνω σε δύο βράχους, με τις πίσω ρόδες στον αέρα.
Ένας περαστικός ειδοποιεί το μοναστήρι. Μέσα σε λίγα λεπτά φτάνουν μοναχοί, ιερείς με τα άμφια, ο Μητροπολίτης και κάτοικοι της περιοχής. Με γυμνά χέρια και ελάχιστα μέσα προσπαθούν να βγάλουν ζωντανούς από το διαλυμένο όχημα. Μέσα στη χαράδρα επικρατεί χάος. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι, ακρωτηριασμένοι, τραυματισμένοι, άλλοι χωρίς τις αισθήσεις τους. Φωνές, κλάματα, πανικός.

Ο απολογισμός της φρίκης παγώνει τη χώρα: 22 νεκροί και 27 τραυματίες σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες. Άλλες καταγραφές μιλούν για 18 νεκρούς στο σημείο και τρεις που κατέληξαν καθ’ οδόν στο νοσοκομείο Αγίου Νικολάου. Σε κάθε περίπτωση, για ένα χωριό λίγων εκατοντάδων κατοίκων, το πλήγμα ήταν ανυπολόγιστο. Ανάμεσα στους επιζώντες, ένα αγοράκι 19 μηνών, βρέθηκε ζωντανό στην αγκαλιά της νεκρής μητέρας του. Ο χειρουργός του νοσοκομείου Αγίου Νικολάου χαρακτήρισε εκείνη τη μέρα «τη χειρότερη της καριέρας του». Οι τραυματίες έφεραν συντριπτικά κατάγματα από τη σύνθλιψη των όρθιων επιβατών. Άλλοι πέθαναν από ασφυξία. Ολόκληρες οικογένειες ξεκληρίστηκαν.
Στο νοσοκομείο ο 53χρονος οδηγός, πριν πέσει σε κώμα, ψιθυρίζει: «Δεν είχα φρένα. Μου κόπηκαν μόλις πήρα την τελευταία στροφή για την Παναγιά», ενώ ο τραυματισμένος εισπράκτορας προσθέτει :«Κόλλησε το τιμόνι. Με κολλημένο τιμόνι πήγαμε κατευθείαν στο βάραθρο. Αυτό το λεωφορείο ήθελε πέταμα».

Τα τραγικά νέα φτάνουν γρήγορα στο χωριό με τους συγγενείς των θυμάτων να αρνούνται να δεχτούν τη φρικτή πραγματικότητα. «Λέω στους συγγενείς να πάνε να σκάψουν λάκκους, αλλά δεν πάνε. Δεν πιστεύουν ότι τους έχασαν. Πρέπει πρώτα να τους δουν», δηλώνει ο ιερέας του χωριού. Όταν βλέπουν κάποιους δημοσιογράφους οι μανάδες του χωριού τους ρωτούν αναμαλλιασμένες: «Πες μου παιδί μου πού είναι οι ανθρώποι μας και θα σε χρυσώσω. Τους καρτερώ μα δεν έρχονται».
Παρά την τραγικότητα των στιγμών, η οικτρή κατάσταση των θυμάτων επιβάλλει να μην υπάρξει καμία καθυστέρηση, και οι κηδείες να γίνουν βιαστικά την ίδια ημέρα. Στο μαυροντυμένο χωριό που το έθιμο επιβάλει την ημέρα της κηδείας οι πόρτες των σπιτιών να είναι ανοιχτές μήπως ο νεκρός επιστρέψει, το σκηνικό θυμίζει αρχαία τραγωδία, αφού σχεδόν όλες οι οικογένειες έχουν κάποιο θύμα ή συγγενή τους.

Η μικρή εκκλησία του χωριού δεν μπορεί να αντέξει το μέγεθος της φρίκης ούτε χωροταξικά, με αποτέλεσμα τα φέρετρα από πεπιεσμένο χαρτί με τα ονόματα να είναι γραμμένα με στυλό να τοποθετούνται το ένα πάνω στο άλλο. Δεν έχουν προλάβει να μπουν στην εκκλησία ούτε στεφάνια και λουλούδια, αλλά μόνο βασιλικοί από αυλές σπιτιών. Είναι τέτοια η βιασύνη οι κηδείες να γίνουν την ίδια ημέρα, που η εξόδιος ακολουθία τελείται καθώς σουρουπώνει. Όταν πέφτει το σκοτάδι, φανάρια και λάμπες πετρελαίου φωτίζουν τη διαδρομή προς το νεκροταφείο. Ο δυνατός αέρας κάνει το σκηνικό εφιαλτικό. Άνθρωποι λιποθυμούν, ενώ εξελίσσονται σκηνές αλλοφροσύνης.

