Ο εισαγγελέας, ζήτησε συγκεκριμένα, την ενοχή των κατηγορουμένων για την εμπλοκή τους με τις εταιρίες Intellexa και Krikel για τις τρεις πλημμεληματικές κατηγορίες που κατηγορούνταν, για επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας , καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα.
Επίσης, ο εισαγγελέας ζήτησε για το πρώτο αδίκημα την μετατροπή της κατηγορίας από κατ´ εξακολούθηση σε κατά συρροή, γεγονός που εάν υιοθετηθεί από το δικαστήριο θα έχει αντίκτυπο στην ποινή που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους ενώ είπε πως επιφυλάσσετε να προτείνει για άλλες ενέργειες στο τέλος της διαδικασίας.
Αναφερόμενος στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ο εισαγγελέας σημείωσε ότι «συχνά λέγεται πως οι κατηγορούμενοι δεν πάτησαν το “κουμπί”», υπογραμμίζοντας πως η παραπομπή τους δεν σχετίζεται με το εάν δημιούργησαν τον κώδικα του λογισμικού. Όπως τόνισε, στο ελληνικό δίκαιο δεν υφίσταται ποινική ευθύνη νομικών προσώπων και, εφόσον προκύπτει ευθύνη εταιρειών, αυτή πρέπει να καταλογίζεται σε φυσικά πρόσωπα. «Δεν μπορούμε να κρύψουμε την εταιρική ευθύνη πίσω από φυσικά πρόσωπα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μεγάλο μέρος της αγόρευσης αφιερώθηκε στο παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator και στα στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία. «Δημιουργήθηκε η ανάγκη να υπάρχει πρόσβαση στα smartphones ισχυρών ανθρώπων, όπως οι πολιτικοί», ανέφερε, ενώ στάθηκε και στη λειτουργία του Citizen Lab, τονίζοντας ότι πρόκειται για αξιόπιστο εργαστήριο, οι εκθέσεις του οποίου δεν έχουν αμφισβητηθεί από καμία εταιρεία.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, το Predator δεν πωλείται σε ιδιώτες αλλά σε κρατικές υπηρεσίες, απαιτεί μεγάλη οικονομική δυνατότητα και στις περισσότερες χώρες είναι παράνομο. Χαρακτήρισε διαφωτιστική την κατάθεση του υπαλλήλου της Intellexa, Κούτσιου, ο οποίος ανέφερε ότι κατά την παρουσίαση του λογισμικού στο εξωτερικό εισερχόταν σε κρατικά κτίρια, κυρίως σε χώρες της Αφρικής.
Ο κ. Παυλίδης σημείωσε ότι από ανοιχτές πηγές προκύπτει πως η Intellexa κατασκεύαζε κατασκοπευτικό λογισμικό, με τη βασική έκδοση του συστήματος να κοστίζει, σύμφωνα με εκτιμήσεις, από 4 έως 8 εκατ. ευρώ. Τόνισε ότι η χρήση του Predator παραβιάζει το ισχύον νομικό πλαίσιο στην ελληνική επικράτεια, «δίνει εξουσία σε άτομα που δεν θα έπρεπε να την έχουν» και «αποτελεί απειλή για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», προσθέτοντας ότι τυχόν χρήση του από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να λειτουργεί ως καμπανάκι αφύπνισης.
Στάθηκε ειδικότερα στις εταιρείες Cytrox, Intellexa και Krikel, ενώ αναφέρθηκε και στον κατηγορούμενο Ταλ Ντίλιαν και τη σχέση του με τον ισραηλινό στρατό.
Για την Intellexa, ο κ. Παυλίδης ανέφερε ότι εμφανίζεται ως μια κανονική εταιρεία με ορισμένες ιδιαιτερότητες. «Δεν φαίνεται να είναι κάποιας μορφής παράνομη οντότητα, εν μέρει λόγω ανάγκης και εν μέρει λόγω στρατηγικής. Οι συναντήσεις της γίνονταν σε κυβερνητικά κτίρια, οι υπάλληλοι δεν γνώριζαν ποια υπηρεσία θα συναντήσουν ούτε ενημερώνονταν για τα αποτελέσματα», είπε.
Σε ό,τι αφορά την Krikel, ο εισαγγελέας αναφέρθηκε εκτενώς στα όσα κατέθεσε στο δικαστήριο ο Σταμάτης Τρίμπαλης, εμφανιζόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπός της. Όπως ανέφερε, η εταιρεία του ανατέθηκε από τον Γιάννη Λαβράνο έναντι αμοιβής 700 ευρώ τον μήνα, ενώ, σύμφωνα με την κατάθεσή του, σε μεταγενέστερο χρόνο αντιλήφθηκε τον πραγματικό ρόλο που είχε ως νόμιμος εκπρόσωπος. Ο Γιάννης Λαβράνος, όπως προέκυψε, διατηρούσε πολυτελές γραφείο στα γραφεία της Krikel, ενώ ο κ. Τρίμπαλης εμφανιζόταν στην εταιρεία περίπου μία φορά τον μήνα.
Ο ίδιος υπέγραφε τις συμβάσεις της Krikel με την ΕΛ.ΑΣ., ωστόσο –όπως κατατέθηκε– παρουσιαζόταν μόνο την ημέρα της υπογραφής, καθώς όλες οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνταν από τον Γιάννης Λαβράνο. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο κ. Τρίμπαλης συναντήθηκε συνολικά δύο φορές με τον Μπίτζιο.
Ο εισαγγελέας αναφέρθηκε στο νόμο του 2018, περί επιτελικού κράτους και στον ορισμό του στη θέση του γενικού γραμματέα του Πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη στην ευθύνη του οποίου τέθηκε η ΕΥΠ καθώς και στον διορισμό του Παναγιώτη Κοντολέων και την αμφισβήτηση για τα τυπικά του προσόντα.
Ο κ. Παυλίδης αναφέρθηκε και στη δημιουργία του ΚΕΤΥΑΚ. Στη συνέχεια επικαλέστηκε και το ιστορικό της παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη και της καταγγελίας του. “Το 2021 γίνεται μαζική ανάπτυξη με μηνύματα που εστάλησαν απο αριθμό Δημητριάδη, την επόμενη της ονομαστικής του εορτής και περιελάμβαναν εισαγγελέα Βλάχου, αρχηγό ΕΛ.ΑΣ. κ.ά.” είπε ο εισαγγελέας.
Σχετικά με τις διπλές παρακολουθήσεις ο εισαγγελέας σημείωσε πως «από 87 επιβεβαιωμένες επιμολύνσεις, το 1/3 παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ» χαρακτηρίζοντας το στοιχείο αυτό «σύμπτωση που έχει σημασία». Στη συνέχεια κι ενώ έχουν ξεκινήσει οι επισυνδέσεις διαφόρων προσώπων όπως του Θανάση Κουκάκη και του Νίκου Ανδρουλάκη, το Φεβρουάριο του 2021 ζητείται ο τετραπλασιασμός της χωρητικότητας από το data center στο Μαρούσι «πράγμα που δείχνει την κλιμάκωση της επιχείρησης», ενώ αντίστοιχο αίτημα επαναλήφθηκε στα τέλη του 2021.
Σε ένα γενικότερο σχόλιο, ο εισαγγελικός λειτουργός αναφέρθηκε δεικτικά στο γεγονός ότι, από το 2022 μέχρι και σήμερα, παρατηρείται, μία απροθυμία στους στόχους των παρακολουθήσεων, να δώσουν τα τηλεφωνα τους για έλεγχο, να ορίσουν δικηγόρο, να προχωρήσουν σε καταγγελία και “μιλάμε για υψηλά ιστάμενα πρόσωπα” τόνισε ο εισαγγελέας.
Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του ο εισαγγελικός λειτουργός υπογράμμισε πάντως πως το παράνομο λογισμικό, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 2024 και πιθανότατα μέχρι σήμερα. «Το predator λειτούργησε με κάποια υποδομή εντός ελληνικής επικράτειας» είπε ο εισαγγελέας που δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι κανένας κατηγορούμενος δεν προσήλθε να απολογηθεί.

