Ωστόσο, είναι απίθανο να οδηγήσουν σε άμεση συνολική συμφωνία, καθώς η Ρωσία θα συνεχίσει να πιέζει για τις εδαφικές της απαιτήσεις, χρησιμοποιώντας παράλληλα τη διπλωματία για να διαχειριστεί την πίεση των κυρώσεων και να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση εν όψει μιας εαρινής-θερινής επίθεσης.
Στις 4-5 Φεβρουαρίου, αντιπροσωπείες από τη Ρωσία, την Ουκρανία και τις ΗΠΑ πραγματοποίησαν έναν δεύτερο γύρο τριμερών συνομιλιών, που οδήγησε σε μια αμοιβαία ανταλλαγή 314 αιχμαλώτων πολέμου (157 από κάθε πλευρά), την πρώτη τέτοια ανταλλαγή εδώ και πέντε μήνες. Και οι τρεις πλευρές χαρακτήρισαν τις συνομιλίες «εποικοδομητικές» και «παραγωγικές», σημειώνοντας ότι οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε μηχανισμούς εφαρμογής και παρακολούθησης μιας κατάπαυσης του πυρός, σε άλυτα εδαφικά ζητήματα -συμπεριλαμβανομένης της ανατολικής ουκρανικής περιοχής του Ντονμπάς- και σε πιθανά σχήματα ασφαλείας για την Ουκρανία.
Αλλα αποτελέσματα των συνομιλιών περιλάμβαναν την επίσημη ανακοίνωση για επανέναρξη των επαφών υψηλού επιπέδου μεταξύ των στρατιωτικών ηγεσιών ΗΠΑ-Ρωσίας και, σύμφωνα με πληροφορίες, μια άτυπη συμφωνία να συνεχιστεί η τήρηση των βασικών περιορισμών της συνθήκης ελέγχου πυρηνικών όπλων «New START» για τουλάχιστον έξι μήνες, παρά τη λήξη της στις 5 Φεβρουαρίου. Μετά τις συνομιλίες, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι οι διαβουλεύσεις θα συνεχιστούν και άφησε να εννοηθεί ότι ο επόμενος γύρος διαπραγματεύσεων πιθανότατα θα φιλοξενηθεί από τις ΗΠΑ. Οι συναντήσεις στο Αμπου Ντάμπι ακολούθησαν έναν πρώτο γύρο που πραγματοποιήθηκε στις 23-24 Ιανουαρίου.
Η συνεχιζόμενη συμμετοχή της Ρωσίας στη διαδικασία ειρήνευσης υπό αμερικανική ηγεσία αντανακλά μια τακτική προσπάθεια να διαχειριστεί τον κίνδυνο νέων κυρώσεων και να δοκιμάσει την επιρροή των ΗΠΑ επί του Κιέβου, παρά κάποια αλλαγή στάσης ως προς τους μαξιμαλιστικούς της στόχους. Παρότι η Ρωσία δεν έχει εγκαταλείψει καμία από τις μέγιστες επιδιώξεις της -για παράδειγμα, επιμένει ότι η Ουκρανία πρέπει να αποσύρει τις δυνάμεις της από το Ντονμπάς και ότι η περιοχή πρέπει να αναγνωριστεί διεθνώς ως ρωσικό έδαφος-, το Κρεμλίνο εξακολουθεί να συμμετέχει στη διαδικασία. Η Μόσχα γνωρίζει ότι μια κατάρρευση των συνομιλιών θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέες αμερικανικές κυρώσεις, αυστηρότερους μηχανισμούς επιβολής των υφιστάμενων μέτρων ή αυξημένη στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία. Ταυτόχρονα, φαίνεται αποφασισμένη να δοκιμάσει πόσο μακριά είναι διατεθειμένη η Ουάσιγκτον να πιέσει το Κίεβο να αποδεχθεί εδαφικές παραχωρήσεις, χρησιμοποιώντας τις συνομιλίες για να ανιχνεύσει τις «κόκκινες γραμμές» των ΗΠΑ και τη διάθεσή τους να ασκήσουν πίεση στην Ουκρανία για την επίτευξη μιας συμφωνίας.
Οι στρατηγικοί αυτοί υπολογισμοί εξελίσσονται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης οικονομικής πίεσης, καθώς τα ρωσικά έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο έχουν μειωθεί απότομα στις αρχές του 2026, ενώ εντείνεται η εξωτερική πίεση στις εξαγωγικές διαδρομές. Η Ουάσιγκτον έχει αυξήσει την πίεση προς την Ινδία, έναν βασικό αγοραστή ρωσικού αργού, ώστε να μειώσει τις εισαγωγές της, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση ανακοίνωσε νέο πακέτο κυρώσεων που στοχεύει τη ρωσική ναυτιλία πετρελαίου. Εάν υιοθετηθούν, τα μέτρα της Ε.Ε. θα επιβαρύνουν περαιτέρω τη Μόσχα με οικονομικές και επιχειρησιακές δυσκολίες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ρωσία έχει δώσει προτεραιότητα στην άμεση επαφή με την Ουάσιγκτον. Με την επαναφορά των στρατιωτικών διαύλων επικοινωνίας και τη δέσμευση ότι θα συνεχίσει να τηρεί τα όρια της συνθήκης «New START», το Κρεμλίνο επιδιώκει να παρουσιαστεί ως «υπεύθυνος παράγοντας» ώστε να αποτρέψει πρόσθετη πίεση κυρώσεων. Παράλληλα, αξιοποιεί το σχήμα του Αμπου Ντάμπι για να προωθήσει τον πάγιο στόχο του: να μεταφέρει τις διαπραγματεύσεις σε ένα κατ’ ουσίαν διμερές κανάλι ΗΠΑ-Ρωσίας και να παρακάμψει την Ευρώπη -τον βασικό χρηματοδότη του Κιέβου- από τον πυρήνα της διπλωματικής διαδικασίας.
Οι διπλωματικές επαφές πιθανότατα θα συνεχιστούν, αλλά η επιρροή τους θα παραμείνει περιορισμένη εκτός αν οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης ή η αμερικανική πίεση μεταβάλουν την ισορροπία που καθορίζει τις διαπραγματευτικές θέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας. Οι τριμερείς συνομιλίες αναμένεται να συνεχιστούν τους επόμενους μήνες, αλλά θα παραμείνουν κυρίως τεχνικού χαρακτήρα, λειτουργώντας ως πλαίσιο για την εξερεύνηση πιθανών μηχανισμών κατάπαυσης του πυρός, ρυθμίσεων παρακολούθησης και ενός συστήματος αλληλουχίας και επαλήθευσης που θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί εάν και όταν ληφθεί πολιτική απόφαση για τερματισμό των συγκρούσεων. Το σχήμα αυτό θα επιτρέψει επίσης στις πλευρές να δοκιμάσουν «κόκκινες γραμμές» και να αποσαφηνίσουν μη διαπραγματεύσιμες θέσεις, αλλά είναι απίθανο να παράξει πρόοδο σε βασικά ζητήματα όπως οι εδαφικές παραχωρήσεις και οι εγγυήσεις ασφαλείας, καθώς η ασυμβατότητα μεταξύ των ρωσικών απαιτήσεων και των ουκρανικών κόκκινων γραμμών ως προς την κυριαρχία παραμένει προς το παρόν αγεφύρωτη. Ως αποτέλεσμα, και ελλείψει μιας σημαντικής μεταβολής στο πεδίο ή μιας πολιτικά καθοδηγούμενης ανατροπής, η διπλωματία υπό αμερικανική ηγεσία θα παραμείνει ενεργή αλλά περιορισμένης εμβέλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συζητήσεις σχετικά με εγγυήσεις ασφαλείας από τη Δύση και/ή οι διαβεβαιώσεις από τη Ρωσία θα περιλαμβάνουν πιθανότατα και τη διασφάλιση της πρόσβασης της Ουκρανίας στα μεγάλα λιμάνια της Οδησσού και του Μικολάιβ.
Η επόμενη φάση των συνομιλιών θα διαμορφωθεί τόσο από τη βούληση της Ουάσιγκτον να συνδυάσει πειστικά τη διπλωματία με την οικονομική πίεση όσο και από τις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι στρατιωτικοί στόχοι της Ρωσίας για την εαρινή-θερινή επίθεση θα επικεντρωθούν πιθανότατα στη μεγιστοποίηση των εδαφικών κερδών στο Ντονέτσκ και κατά μήκος του άξονα της Ζαπορίζια, τόσο για τη στρατηγική όσο και για τη συμβολική τους σημασία. Στους υπολογισμούς του Κρεμλίνου, οι προελάσεις σε αυτές τις περιοχές θα ενίσχυαν τη διαπραγματευτική θέση της Μόσχας σε περίπτωση παγώματος της γραμμής επαφής, επιτρέποντας στη Ρωσία να διατηρήσει τον έλεγχο των εδαφών που κατέχει. Δεδομένης της πολύ αργής προόδου της Ρωσίας στο πεδίο μέχρι σήμερα, η Μόσχα ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο να δεσμεύσει πρόσθετες στρατηγικές εφεδρείες για να επιταχύνει την προέλαση. Ωστόσο, μια αποτυχία να μετατραπεί αυτή η κλιμάκωση σε καθοριστικά κέρδη θα αποδυνάμωνε τη διαπραγματευτική της ισχύ και θα καθιστούσε πιο πιθανό το ενδεχόμενο να αποδεχθεί μια διαπραγματευμένη λύση αργότερα μέσα στο 2026.

