Η Ελλάδα πλήρωσε ένα από τα πιο ακριβά αντίτιμα για να αποκτήσει τη χαμένη της κανονικότητα και να μπει σε έναν ευθύ δρόμο έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες σκληρής οικονομικής κρίσης και κοινωνικής απορρύθμισης. Και όμως, είναι τέτοια η δυναμική των γεγονότων, που ανακατεύει τα πάντα, συμπιέζει σχεδόν όλα τα θετικά βήματα της ελληνικής οικονομίας, τη διεθνή αναβάθμιση της θέσης της χώρας, τις ευαίσθητες διπλωματικές πρωτοβουλίες στην ταραγμένη γεωπολιτική σκακιέρα, τις θετικές προβλέψεις για τη συνέχιση της κυβερνητικής πορείας στον δρόμο της σταθερότητας.
Η μεγάλη αντίφαση των δημοσκοπήσεων που καταγράφουν τις τάσεις και τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος για κόμματα που δεν υπάρχουν είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα για το γενικότερο κλίμα. Είτε μιλάμε για ένα κόμμα υπό τη Μ. Καρυστιανού είτε του Αλ. Τσίπρα είτε ακόμα και του Αντ. Σαμαρά, ο κοινός παρονομαστής είναι η επανασύσταση του σκηνικού «αγανάκτησης» με τα νέα υλικά και όχι αυτά του 2012-2015. Οι εγχώριες αναλύσεις και οι προβλέψεις επικεντρώνονται κατά βάση στις δυνητικές αναταράξεις που μπορούν να προκαλέσουν οι πιθανές εμφανίσεις των νέων κομματικών μηχανισμών.
Στο φάσμα της Κεντροαριστεράς, σύμφωνα με τα ευρήματα των μέχρι τώρα μετρήσεων, αναμένεται ότι οι αναταράξεις θα είναι σημαντικότερες αλλά ένα από τα πιο αξιοπερίεργα συμπεράσματα είναι ότι ένας στους τρεις πολίτες (Metron) εμφανίζεται ότι είναι «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να στηρίξει ένα κόμμα που όχι μόνο δεν υπάρχει ακόμα αλλά δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτό: τον ιδεολογικό του προσανατολισμό, τα στελέχη του, τους χρηματοδότες του, τις θέσεις του στα κρισιμότερα θέματα της οικονομίας, της κοινωνίας, των διεθνών σχέσεων και των κρίσιμων συμμαχιών της χώρας που θα υποστηρίξει.
Τίποτα, ούτε καν ως προγραμματική αίσθηση ή πρόθεση, παρά μόνο κάποιες αόριστες εικασίες και αυτές γύρω από ένα πρόσωπο που ήρθε στην επικαιρότητα λόγω συγκυριών, όπως η Μ. Καρυστιανού. Ή που επέστρεψε μέσα σε ένα νέφος αντιφάσεων και αυτοαναφορικών συνδρόμων, όπως ο Αλ. Τσίπρας.
Αυτό σκιαγραφεί μια μεγάλη εικόνα του συνολικότερου πολιτικού προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας. Μακριά από την ουσία και κοντά στην αποδιοργάνωση, την «αντικανονικότητα» και τη γενικότερη αναταραχή. Αυτή η κατάσταση δεν είναι κατ’ ανάγκη προάγγελος νέων δεινών ή επανάληψης των παλαιών. Είναι, σίγουρα, ένα είδος συναγερμού και το αλάρμ που αναβοσβήνει πρέπει όχι μόνο το δουν όλοι -ανάμεσά τους και αυτοί που πρέπει- αλλά και να το «διαβάσουν» σωστά…