Σύμφωνα με την Εισαγγελέα του Παρισιού, η λεία των δραστών εκτιμάται στα 88 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τα ερωτήματα σχετικά με τα γιατί και το πώς συνέβη η ληστεία μέρα μεσημέρι πολλαπλασιάζονται. Προς το παρόν, η έρευνα παραμένει σε εξέλιξη, με τη στάση των γαλλικών αρχών να χαρακτηρίζεται εύθραυστη, θυμίζοντας το ίδιο το «παράθυρο διαφυγής» των δραστών… Οι ληστές διέφυγαν με οκτώ πολύτιμα ναπολεόντεια κοσμήματα, ανεκτίμητης ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας. Κοντά στο μουσείο εντοπίστηκε φθαρμένο το στέμμα της αυτοκράτειρας Ευγενίας, το οποίο, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, ενδέχεται να έπεσε από τους ληστές κατά την απόδρασή τους.

Ο «Ε.Τ.» συνομίλησε με την ιστορικό Τέχνης, μέλος της AICA, Λουίζα Καραπιδάκη, και με τον επιστημονικό διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη, Γιώργη Μαγγίνη, οι οποίοι καταθέτουν τις σκέψεις τους για τη ληστεία στο πλέον επισκέψιμο μουσείο του κόσμου.
Λουίζα Καραπιδάκη, ιστορικός Τέχνης-μέλος της AICA
Δεν κλάπηκαν τυχαία τα συγκεκριμένα αντικείμενα

«Πολλά τα ερωτήματα μετά την κλοπή στο Λούβρο. Γιατί επιλέχθηκαν τα συγκεκριμένα αντικείμενα; Γιατί η χρηματική τους αξία ή μάλλον η εμπορική αξία είναι μεγάλη, λόγω του ανθηρού εμπορίου των πολύτιμων λίθων και των μετάλλων; Γιατί μπορούν εύκολα να προωθηθούν στην αγορά, χωρίς να αφήσουν ίχνη; Οι λίθοι θα πωληθούν μεμονωμένοι και τα μέταλλα θα οδηγηθούν στο χυτήριο; Γιατί είναι «παραγγελία» δισεκατομμυριούχου συλλέκτη κοσμημάτων; Γιατί νεόπλουτοι μεγιστάνες ζηλεύουν την ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά και χρειάζονται στις συλλογές τους μοναδικά και εντυπωσιακά αντικείμενα;
Το σίγουρο είναι ότι δεν είναι τυχαίο ότι κλάπηκαν τα συγκεκριμένα αντικείμενα μέσα από τις τεράστιες συλλογές του Λούβρου, αρχαιότητες, μεσαιωνικοί θησαυροί, έργα της Αναγέννησης και άλλα μοναδικά έργα τέχνης. Στην ίδια αίθουσα «Απόλλων» φυλάσσονταν και regalia παλαιότερα, της εποχής του Καρλομάγνου, αλλά η επιλογή ήταν αντικείμενα μεγάλης πολιτιστικής αξίας της νεότερης Ιστορίας της Γαλλίας, της εποχής των ναπολεόντειων αυτοκρατοριών, της πρώτης του Ναπολέοντα Α΄, 1804-1814/1815, και της δεύτερης του Ναπολέοντα Γ΄, 1852-1870. Πολλά από αυτά τα πολύτιμα κοσμήματα απεικονίζονται σε ελαιογραφίες του μουσείου ή ιδιωτικών συλλογών, όπως για παράδειγμα, το Πορτρέτο της Αυτοκράτειρας Ευγενίας (1826-1920) με αυλική ενδυμασία σε έργο του Franz Xaver Winterhalter (1806-1873), 19ος αιώνας, ιδιωτικής συλλογής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φύλακες των μουσείων στη Γαλλία είναι πλέον εκπαιδευμένοι υπάλληλοι ιδιωτικών εταιρειών και τα συστήματα ασφαλείας είναι τεράστια. Επίσης, οι εκτελεστές της κλοπής ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι, εκτός των άλλων, και με μηχανάκια διαφυγής. Κρίμα για το μουσείο των 9.000.000 επισκεπτών τον χρόνο…».
Γιώργης Μαγγίνης, επιστημονικός διευθυντής Μουσείου Μπενάκη
Οχι άλλες περικοπές στους προϋπολογισμούς των μουσείων

«Η αξία μουσειακών εκθεμάτων από σπάνια υλικά, όπως τα βαρύτιμα κοσμήματα των βασιλικών και αυτοκρατορικών οικογενειών της Γαλλίας, είναι πιο εξαργυρώσιμη από την αξία έργων με μόνο καλλιτεχνική ή ιστορική υπόσταση. Ενώ ένα άγαλμα κάποιου ήρωα ή πολιτικού προσώπου ή ένα σημαντικό έγγραφο κινδυνεύουν πρώτιστα από βανδαλισμό, απότοκο του συμβολικού τους βάρους, ένα σμαραγδένιο περιδέραιο ή μία διαμαντένια καρφίτσα αναγνωρίζονται ως πολύτιμα και από τον πλέον αστοιχείωτο και προσελκύουν τον απλό ληστή. Επιπλέον, η ασφάλεια τέτοιων εκθεμάτων καθίσταται δυσχερής λόγω της φορητότητάς τους – κοντολογίς, φυγαδεύονται εύκολα. Ποιος θα γίνει ο κλεπταποδόχος των θησαυρών του Λούβρου; Κανείς δεν ξέρει – το εμπόριο ιστορικών κοσμημάτων είναι ανθηρό. Πώς μπορούμε να αποφύγουμε παρόμοιες ταπεινωτικές εκπλήξεις; Χρηματοδοτώντας καλύτερα τους οργανισμούς που συμπυκνώνουν το γόητρο των χωρών μας.
Οι συνεχείς περικοπές στους προϋπολογισμούς των μουσείων (όχι μόνο στη Γαλλία) δεν συνάδουν με τον διευρυμένο ρόλο που οι οργανισμοί αυτοί καλούνται να παίξουν τόσο στο πολιτιστικό όσο και στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο. Τέλος, ας μην παρασυρόμαστε από τη συνωμοσιολογία. Δεν μπορεί κανείς να μαντέψει τα κίνητρα της θρασείας ληστείας – πέρα φυσικά από το κέρδος, το οποίο είναι ίσως αμφίβολο, εκτός εάν οι δράστες λειτούργησαν κατόπιν παραγγελίας.
Η χρονική στιγμή, που συνέπεσε με μια πολιτική κρίση στη Γαλλία, δίνει ανεδαφικές διαστάσεις στο έγκλημα αυτό. Δεν επιλέχθηκε το Λούβρο γιατί είναι το πρώτο σε επισκεψιμότητα μουσείο στον κόσμο ή για να καταρρακωθεί η γαλλική κυβέρνηση ή η εθνική υπερηφάνεια της χώρας. Επιλέχθηκε γιατί η αίθουσα με την πιο “ορεκτική” για κακοποιούς συλλογή ήταν, αλίμονο, τρωτή λόγω της εξωτερικής της θέσης μέσα στο αχανές ανακτορικό συγκρότημα και λόγω των εργασιών που γίνονταν εκεί κοντά. Κάποτε η απλούστερη εξήγηση είναι, δυστυχώς, και η πιο αμείλικτη».

