Η εμφάνισή της συνδέθηκε με τη νομοθεσία DEFIANCE Act, που όπως ανέφερε εγκρίθηκε από τη Γερουσία την περασμένη εβδομάδα και, σύμφωνα με το περιεχόμενο της συζήτησης, θα επιτρέπει στα θύματα σεξουαλικά περιεχομένου που έχει δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη να κινούνται νομικά εναντίον όσων το δημιουργούν, το διανέμουν ή το ζητούν με σκοπό τη διανομή του.
Η Χίλτον δήλωσε: «Όταν ήμουν 19 ετών, ένα ιδιωτικό, προσωπικό βίντεο μου μοιράστηκε με όλο τον κόσμο χωρίς τη συναίνεσή μου. Ο κόσμος το αποκάλεσε σκάνδαλο. Δεν ήταν. Ήταν κακοποίηση». Και πρόσθεσε ότι τότε «δεν υπήρχαν καν λέξεις για να περιγράψουν αυτό που μου είχε συμβεί» και ότι το διαδίκτυο και η σκληρότητα του ήταν ακόμη καινούρια.
Στην ομιλία της επισήμανε την κοινωνική και ψυχολογική διάσταση της διαρροής: «Με αποκάλεσαν με ονόματα. Γέλασαν και με έκαναν αντικείμενο χλευασμού. Πούλησαν τον πόνο μου για κλικ και μετά μου είπαν να σωπάσω, να προχωρήσω, ακόμη και να είμαι ευγνώμων για την προσοχή. Δεν με είδαν ως μια νεαρή γυναίκα που είχε εκμεταλλευτεί. Δεν με έβλεπαν ως θύμα». Η Χίλτον τόνισε επίσης ότι «δεν έλαβε ποτέ κανένα οικονομικό όφελος από το βίντεο» και ότι τον διακανονισμό ύψους 400.000 δολαρίων που έλαβε από τον πρώην σύντροφό της Ρικ Σόλομον, ο οποίος είχε διαρρεύσει την ταινία, τον δώρισε σε φιλανθρωπίες. Στο βιβλίο της Paris: The Memoir που κυκλοφόρησε το 2024, περιγράφει ότι πίστεψε τις υποσχέσεις του τότε συντρόφου πως το βίντεο θα ήταν για ιδιωτική χρήση και ότι χρειάστηκε να καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και ηρεμιστικά για να το κάνει, πριν το ζευγάρι χωρίσει.