το χρονικό της τραγωδίας

Σρεμπρένιτσα: Ένα έγκλημα στα Βαλκάνια που στοιχειώνει ακόμα και σήμερα

04/03/19 • 17:01 | UPD 20/03/19 • 16:50

Η λέξη Σρεμπρένιτσα θα μπορούσε να θεωρηθεί εύκολα ντροπή για την πολιτισμένη Ευρώπη. Στην πόλη αυτή της Ανατολικής Βοσνίας συντελέστηκε το 1995 η μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε η ήπειρος μας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πόλεμος είναι μια κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ κοινωνιών και χαρακτηρίζεται από ακραία επιθετικότητα, καταστροφή και θνησιμότητα, χρησιμοποιώντας τακτικές ή άτακτες στρατιωτικές δυνάμεις.

Όταν όμως μιλάμε για μαζικές εκτελέσεις ανθρώπων τότε η λέξη αλλάζει και γίνεται σφαγή.

Γράφει ο Ανδρέας Ντίνης

Στις 24 Μαρτίου συμπληρώνονται 20 χρόνια από όταν το ΝΑΤΟ ξεκίνησε τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον της Σερβίας, επειδή η τελευταία αρνείτο να υπογράψει τη συμφωνία για το μέλλον του Κοσσυφοπεδίου. Οι βομβαρδισμοί διήρκεσαν σχεδόν 3 μήνες και ακολουθήθηκαν από χερσαία εισβολή.

Το ET Magazine του EleftherosTypos.gr  θυμάται και σας φέρνει στην μνήμη (για τους μεγαλύτερους αλλά και μαθαίνει τους νεότερους) την Σφαγή της Σρεμπρένιτσα, ένα από τα χειρότερα επεισόδια μαζικής δολοφονίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που έγινε κατά των τριετή πόλεμο (1992-1995) της Γιουγκοσλαβίας όπου Σέρβοι από τη Βοσνία σκότωσαν πάνω από 8.000 Βόσνιους μουσουλμάνους άνδρες, γέρους και αγόρια.

Το χρονικό των βομβαρδισμών

Οι αεροπορικές επιδρομές διήρκεσαν από τις 24 Μαρτίου έως τις 10 Ιουνίου του 1999 ενώ η επίσημη κωδική ονομασία της επιχείρησης του ΝΑΤΟ ήταν Operation Allied Force, στις Ηνωμένες Πολιτείες ονομαζόταν Operation Noble Anvil, ενώ στη Γιουγκοσλαβία η επιχείρηση ονομαζόταν λανθασμένα ως «Милосрдни анђео» (Ελεήμων άγγελος).

Οι βομβιστικές επιθέσεις συνεχίστηκαν μέχρι που επετεύχθη συμφωνία, η οποία οδήγησε στην απόσυρση των γιουγκοσλαβικών ενόπλων δυνάμεων από το Κοσσυφοπέδιο και τη δημιουργία της Προσωρινής Διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK), μιας ειρηνευτικής αποστολής του ΟΗΕ στο Κοσσυφοπέδιο.

Στη διάρκεια των βομβαρδισμών, σύμφωνα με τη διεθνή οργάνωση προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Human Rights Watch, 500 περίπου άμαχοι έχασαν τη ζωή τους σε 90 διαφορετικά επεισόδια, κατηγορώντας το ΝΑΤΟ για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Το Βελιγράδι, από την πλευρά του, έκανε λόγο για 5.000 νεκρούς αμάχους στη διάρκεια των 78ήμερων αεροπορικών επιχειρήσεων.

Το ίδιο το ΝΑΤΟ δεν έδωσε ποτέ στη δημοσιότητα στοιχεία για τις απώλειες μεταξύ των αμάχων. Το αμερικανικό Πεντάγωνο, ωστόσο, έχει παραδεχτεί ότι υπήρξαν 20 έως 30 περιπτώσεις λαθών, που προκλήθηκαν ως συνέπεια των βομβαρδισμών.

Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα

Η λέξη Σρεμπρένιτσα θα μπορούσε να θεωρηθεί εύκολα ντροπή για την πολιτισμένη Ευρώπη. Στην πόλη αυτή της Ανατολικής Βοσνίας συντελέστηκε το 1995 η μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε η ήπειρος μας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στις 11 Ιουλίου του ίδιου έτους, οι δυνάμεις των Σερβοβοσνίων, υπό τις διαταγές του στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς και την πολιτική κάλυψη του Ράντοβαν Κάρατζιτς και του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ολοκλήρωσαν τη σφαγή 8.000 αρρένων αμάχων μουσουλμάνων σε μία περιοχή που κυριαρχούσε το σερβικό στοιχείο.

Όσοι δεν εκτελέστηκαν, φορτώθηκαν σε λεωφορεία και στάλθηκαν σε περιοχές που κρατούσαν ακόμα οι Βόσνιοι. Κάποιοι εκτελέστηκαν και τις επόμενες ημέρες,  πενήντα χιλιόμετρα βόρεια της Σρεμπρένιτσα, στα σύνορα με τη Σερβία.

Οι σφαγές συνεχίστηκαν τουλάχιστον μέχρι τις 16 Ιουλίου και έλαβαν χώρα σε χωράφια, γήπεδα ποδοσφαίρου, ακόμα και σχολεία και πολιτιστικά κέντρα. Τα πτώματα ήταν συνήθως δεμένα χειροπόδαρα και κάποια έφεραν σημάδια ακρωτηριασμών και βασανιστηρίων.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη εξέδωσε το 2004 μια επίσημη απολογία για τα «τρομακτικά εγκλήματα» της Σρεμπρένιτσα, κάνοντας λόγο για 8.000 δολοφονημένους και άλλους 40.000 εκτοπισμένους…

Οι 100 Ολλανδοί κυανόκρανοι που επόπτευαν την περιοχή αποδείχθηκαν ανεπαρκείς ποσοτικά και ποιοτικά, ενώ η βοήθεια που είχε υποσχεθεί ο ΟΗΕ ήλθε μετά το τέλος της Σφαγής. Οι δυνάμεις των Σερβοβοσνίων αφέθηκαν ανενόχλητες να επιτελέσουν και να ολοκληρώσουν το «θεάρεστο» έργο τους.

ΠΡΟΧΟΣΗ ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ 

Σύμφωνα με αναφορά ολλανδικού ινστιτούτου, στις σφαγές πήραν μέρος και 12 Έλληνες. Ανήκαν στην Ελληνική Φρουρά Εθελοντών και ήταν είτε μέλη νεοναζιστικών οργανώσεων ή απλά μισθοφόροι. Μάλιστα, ο Ράτκο Μλάντιτς τους ζήτησε να υψώσουν την ελληνική σημαία στην καθημαγμένη Σρεμπρένιτσα, ενώ ο Ράντοβαν Κάρατζιτς τους παρασημοφόρησε.

«Ένα τμήμα Ελλήνων εθελοντών παρείχε υποστήριξη στον στρατηγό Μλάντιτς και ήταν μέρος του Σώματος Drina». Δέκα χρόνια μετά την σφαγή των αμάχων, ο Υπουργός Δικαιοσύνης Αναστάσιος Παπαληγούρας, παραδέχτηκε το «ενδεχόμενο να υπάρχουν πράγματι ευθύνες Ελλήνων πολιτών για τις σφαγές αμάχων στη Σρεμπρένιτσα» και διέταξε εισαγγελική έρευνα.

Η πτώση της Σρεμπρένιτσα σήμανε και την αντίστροφη μέτρηση στη βοσνιακή σύγκρουση. Η ταπείνωση των δυνάμεων του ΟΗΕ ανάγκασε τη διεθνή κοινότητα να πάρει σκληρά μέτρα και να βομβαρδίσει σερβοβοσνιακές περιοχές.

Ο πρωτεργάτης της Σφαγής στρατηγός Ράτκο Μλάντιτς και ο πολιτικός του προϊστάμενος Ράντοβαν Κάρατζιτς συνελήφθησαν μετά από χρόνια φυγοδικίας και δικάζονται στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ενώ ο μέντοράς τους Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς δεν βρίσκεται πια στη ζωή.

Δεν ήταν μόνο η Σρεμπρένιτσα, αλλά και η πολιορκία του Σαράγιεβο, οι «αδέσποτοι» βομβαρδισμοί, οι εθνοκαθάρσεις Κροατών σε πόλεις και χωριά, η εξολόθρευση του μουσουλμανικού στοιχείου, ακόμα και η αιχμαλωσία των κυανόκρανων του ΟΗΕ.

Ποιος ήταν ο «χασάπης των Βαλκανίων» Ράτκο Μλάντιτς

Ο Ράτκο Μλάντιτς γεννιέται στις 12 Μαρτίου 1943 στο Καλίνοβικ της σημερινής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ως ένα από τρία παιδιά ενός γιουγκοσλάβου παρτιζάνου και της συζύγου του. Ο πατέρας πάλευε για την ανατροπή της ναζιστικής κυβέρνησης και σκοτώθηκε στα τρίτα γενέθλια του μικρού Ράτκο.

Τελειώνοντας το Δημοτικό, ο Μλάντιτς εγκαταλείπει το σχολείο και πιάνει δουλειά σε κονσερβοποιία του Σαράγιεβο. Όταν έκλεισε τα 18 του χρόνια, μπήκε στη Στρατιωτική Βιομηχανική Σχολή και πέρασε μετά από Στρατιωτική Ακαδημία. Όταν αποφοίτησε τον Σεπτέμβριο του 1965, εντάχθηκε ως νεαρός αξιωματικός στον γιουγκοσλαβικό στρατό.

Στην πρώτη του μάλιστα αποστολή στα Σκόπια τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, ήταν ο νεότερος στρατιωτικός στην ομάδα του.

Αποδείχτηκε ικανότατος στα καθήκοντά του και οι προαγωγές δεν άργησαν να έρθουν. Από νεαρός ανθυπολοχαγός τον Απρίλιο του 1968, έφτασε να διοικεί έναν λόχο το 1970, ένα τάγμα το 1974 και μετά ολόκληρη ταξιαρχία.

Αφού περάσει από μερικά ακόμα σχολεία πολέμου, τα οποία τελειώνει μάλιστα με άριστα, θα φτάσει τον Αύγουστο του 1986 στον βαθμό του στρατηγού. Τον Ιανουάριο του 1989 τοποθετείται διοικητής στρατιάς στα Σκόπια και στις 14 Ιανουαρίου 1991 θα προαχθεί και πάλι, ως υπαρχηγός στρατιάς στην Πρίστινα του Κοσόβου.

Ο Πόλεμος της Βοσνίας

Ο Μλάντιτς είχε ήδη πολεμήσει ως συνταγματάρχης του γιουγκοσλαβικού στρατού κατά των αποσχιστικών κροατικών δυνάμεων και είχε τη φήμη του παράτολμου στρατιωτικού να τον ακολουθεί. Οι άντρες του τον έβλεπαν πάντα στην πρώτη γραμμή να ηγείται προσωπικά των αποστολών και τον σέβονταν απεριόριστα.

Τοποθετείται λοιπόν επικεφαλής της νευραλγικής 9ης Στρατιάς και στέλνεται κατά των κροατικών δυνάμεων στο Κνιν. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς προάγεται ξανά και ρίχνεται με τα μούτρα στις μάχες με τους Κροάτες αυτονομιστές, προσπαθώντας να αποκόψει τη Δαλματία από την υπόλοιπη Κροατία.

Στις 2 Μαΐου 1992, έναν μήνα μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας που υπέγραψε η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, ο Μλάντιτς και οι στρατηγοί του πολιορκούν το Σαράγιεβο, αποκόβοντας το από τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα και το νερό και το ηλεκτρικό έκοψαν.

Η πόλη βομβαρδιζόταν συνεχώς και οι ελεύθεροι σκοπευτές έκαναν τα υπόλοιπα, σκοτώνοντας, τραυματίζοντας και τρομοκρατώντας χιλιάδες κατοίκους. Στους 10.000 υπολογίστηκαν οι νεκροί της Πολιορκίας του Σαράγιεβου. Όταν στις 12 Μαΐου 1992, μετά την αποχώρηση της Βοσνίας από τη Γιουγκοσλαβία, ιδρύεται ο στρατός της Βοσνίας, ο Μλάντιτς αναλαμβάνει επικεφαλής του, μια θέση που κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1996.

Πλέον είχε 80.000 στρατιώτες στον τομέα ευθύνης του, μια δύναμη που θα του επέτρεπε να παραβιάσει τις «περιοχές ασφαλείας» του ΟΗΕ, ψάχνοντας καταφύγιο από τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ. Στον δρόμο του βρέθηκε τότε η Σρεμπρένιτσα.

Στις 4 Αυγούστου 1995, φοβούμενος τα αντίποινα των κροατικών δυνάμεων που κοντοζύγωναν τον σερβικό τομέα στα κεντρικά της χώρας, ο Ράντοβαν Κάρατζιτς ανακοίνωνε την απομάκρυνση του πρωτοπαλίκαρού του Μλάντιτς από τη θέση του.

Ο Μλάντιτς ήταν πια «στρατηγικός σύμβουλός» του, μόνο που αρνήθηκε να φύγει ήσυχα. Τώρα έλεγε πως είχε την υποστήριξη τόσο του σερβοβοσνιακού στρατού όσο και του λαού, επισύροντας τη μήνη του πρώην συνεργάτη του, ο οποίος τον αποκαλούσε τώρα «τρελό». Δεν μπόρεσε όμως να τον καθαιρέσει, γιατί απολάμβανε όντως του σεβασμού των στρατιωτών του.

Μόνο στις 8 Νοεμβρίου 1996 θα του στερούσαν κάθε αξίωμά του, με τη βούληση του προέδρου της Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας. Συνέχισε πάντως να παίρνει κανονικά τη σύνταξή του μέχρι και τον Νοέμβριο του 2005. Κάποιοι πίστεψαν πως ο κόσμος θα ξεχνούσε τον άνθρωπο που ηγήθηκε της λυσσαλέας εκστρατείας για τον διαμελισμό της Βοσνίας και την εδραίωση της εθνοτικά καθαρής Σερβικής Δημοκρατίας της Βοσνίας, μόνο που δεν ήταν έτσι.

Όταν συνελήφθη ο πρώην πρόεδρος της Γιουγκοσλαβίας, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, το 2001, τα ίχνη του Μλάντιτς χάθηκαν μυστηριωδώς. Παρεμπιπτόντως, ένα οικογενειακό δράμα εκτυλίχθηκε το 1994 στο σπίτι του, εν μέσω του Πολέμου της Βοσνίας, όταν η κόρη του Άννα ερωτεύτηκε έναν ακτιβιστή γιατρό που θεωρούσε τον μέλλοντα πεθερό του εγκληματία πολέμου.

Τον Ιούλιο του 1995, το Διεθνές Δικαστήριο της Πρώην Γιουγκοσλαβίας του απένειμε κατηγορίες για γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά και για τις εθνοκαθάρσεις των βόσνιων μουσουλμάνων και των Κροατών της Βοσνίας.

Ο Μλάντιτς κατέφυγε στο Βελιγράδι για να γλιτώσει τις διώξεις και δεν κρυβόταν μάλιστα καθόλου. Είχε την προστασία του Μιλόσεβιτς και εμφανιζόταν ανενόχλητος δημοσίως, αν και θα την έχανε τελικά το 2001, όταν ο Μιλόσεβιτς εκδόθηκε στη Χάγη για να δικαστεί. Τότε ήταν που τα ίχνη του στρατηγού εξαφανίστηκαν, ήταν όμως κοινό μυστικό πως ζούσε κοντά στο Σαράγιεβο ως ο Νο 1 καταζητούμενος της Ευρώπης.

Τον Μάιο του 2010 μάλιστα ο γιος του προσπάθησε να τον αναγορεύσει νεκρό. Έναν χρόνο αργότερα όμως, στις 26 Μαΐου 2011, ο πρόεδρος της Σερβίας, Μπόρις Τάντιτς, ανακοίνωσε πως η σερβική μυστική αστυνομία τον είχε συλλάβει σε ένα χωριουδάκι (Λαζάρεβο).

Οι μυστικοί αστυνομικοί του Υπουργείου Εσωτερικών που τον βρήκαν σε ένα αγροτόσπιτο δεν τον αναγνώρισαν, αν και εκείνος τους υποδέχτηκε ιπποτικά: «Βρήκατε αυτόν που αναζητάτε», τους είπε με σχετική περιφρόνηση. Η σύλληψή του προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από χιλιάδες Σέρβους, οι οποίοι συνεχίζουν να τον θεωρούν ήρωα και πατριώτη.

Λίγες μέρες αργότερα εκδόθηκε στη Χάγη, όπου ξεκίνησε τον Μάιο του 2012 η δίκη για τα εγκλήματά του. Κηρύχθηκε ένοχος για τις 10 από τις 11 κατηγορίες του και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.

Όπως είπε το Διεθνές Δικαστήριο, ο Μλάντιτς ήταν ο ενορχηστρωτής των χειρότερων κτηνωδιών που διαπράχθηκαν στην Ευρώπη από την εποχή των Ναζί.

Ο επονομαζόμενος «χασάπης των Βαλκανίων», ο πρώην διοικητής των σερβικών δυνάμεων της Βοσνίας, καταδικάστηκε από τη διεθνή δικαιοσύνη σε ισόβια κάθειρξη για γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου.

Copy link
Powered by Social Snap