
Μέσα από είκοσι μία ιστορίες, οι ήρωές του, φιγούρες βαθιά αναγνωρίσιμες, συχνά κουρασμένοι, ματαιωμένοι ή συναισθηματικά χαμένοι, έρχονται αντιμέτωποι με τις ίδιες τις προσδοκίες που η κοινωνία τούς επέβαλε να υπηρετούν. Η γραφή του κινείται διαρκώς ανάμεσα στην ειρωνεία, την αγωνία και την υπόγεια θλίψη, μετατρέποντας τις ιστορίες αυτές σε ένα σκοτεινό και συχνά κωμικοτραγικό σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και τη φθορά της εποχής μας, χωρίς να προσφέρει εύκολες βεβαιότητες ή ηθικές λύσεις.
_Ο τίτλος «Τοξική αρρενωπότητα» κουβαλά ένα έντονο κοινωνικό και ιδεολογικό φορτίο στις μέρες μας. Πώς επιλέξατε να τον προσεγγίσετε λογοτεχνικά και κατά πόσο λειτουργεί ειρωνικά ή όχι;
Εχετε δίκιο ότι η χρήση του τίτλου στο βιβλίο είναι μάλλον ειρωνική ή, σε κάθε περίπτωση, κάπως λοξή. Αυτό προκύπτει, θέλω να πιστεύω, και από την ανάγνωση των διηγημάτων. Σ’ αυτά οι ανδρικοί χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν δεν αποτελούν περιπτώσεις καθαρής «τοξικότητας», δεν είναι κακοποιητές, βίαιοι, επιθετικοί ή κάτι παρόμοιο. Σκοπός μου ήταν πιο πολύ να δείξω, από μια μάλλον εσωτερική σκοπιά, τις ρωγμές της ανδρικής ταυτότητας, ακόμα και σε περιπτώσεις που σε πρώτη όψη όλα δείχνουν να «πηγαίνουν καλά».

_Στα διηγήματά σας, όπως στην «Μπατονέτα» ή το «Σούπερ», οι άνδρες μοιάζουν συνθλιμμένοι από οικονομικά αδιέξοδα και οικογενειακούς ρόλους που καλούνται να υπηρετήσουν. Πιστεύετε ότι η πατριαρχία τελικά «τιμωρεί» και εγκλωβίζει και τους ίδιους τους άνδρες που υποτίθεται ότι ευνοεί;
Ναι, νομίζω ότι εν μέρει ισχύει αυτό. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι αυτού του είδους η ανδρική πτώση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εχει μια άλλη τραγικότητα (ή και κωμικότητα) να ραγίζεις τοποθετημένος στο βάθρο των απαιτήσεων του υποτιθέμενου ισχυρού φύλου και άλλη όταν αυτό δεν συμβαίνει, που υποχρεώνονται να επωμιστούν όλο και περισσότερες ευθύνες και ρόλους. Οι άνδρες εκπαιδεύονται από μικροί με την υποδόρια (ή και όχι) ιδέα ότι οφείλουν να προηγούνται σε όλα. Ο φόβος της αποτυχίας δεν μπορεί παρά να είναι πιο επώδυνος έπειτα από μια τέτοια ανατροφή.
_Στο διήγημα «Porn revenge» θίγετε τη φετιχιστική εμμονή με τον ψηφιακό κόσμο, υπονοώντας πως για κάποιους είναι πιο αληθινός ακόμη και από τον υλικό. Πώς πιστεύετε ότι η ψηφιακή εποχή και τα social media έχουν επηρεάσει τις σύγχρονες ανδρικές ανασφάλειες και τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα;
Είναι ήδη γνωστό ότι η κυριαρχία των εφαρμογών γνωριμιών έχει εγκαθιδρύσει μια συναλλακτικότητα και μια φετιχοποίηση της εικόνας και της πρώτης οπτικής εντύπωσης στις επαφές των επίδοξων ζευγαριών, που ενδεχομένως παλιότερα να μην υπήρχε. Το ίδιο περίπου ισχύει και για τη διαδικτυακή πορνογραφία, που αλλοιώνει τη σεξουαλική συμπεριφορά κυρίως των ανδρών, οδηγώντας τους στη μανία των επιδόσεων. Ωστόσο, το συγκεκριμένο διήγημα επιχειρεί να κάνει και ένα σχόλιο γενικά για την ανδρική ερωτική ιδιοσυγκρασία, ιδίως όταν αυτή αντικειμενοποιεί το γυναικείο σώμα, μην μπορώντας να απελευθερωθεί από αυτή τη φενάκη, ακόμα και έπειτα από τη διαλυτική μεσολάβηση του θανάτου.
_Στη συλλογή συναντάμε στοιχεία μαύρης κωμωδίας, ψυχολογικού θρίλερ, ακόμη και θεατρικής γραφής. Τι σας προσέφερε αυτή η υβριδική εναλλαγή ύφους στην προσπάθειά σας να φωτίσετε διαφορετικές πλευρές της ανδρικής ψυχοσύνθεσης;
Κυρίως την απόλαυση της υιοθέτησης διαφορετικών και ποικίλων ρόλων. Δεν έχω καλύτερη διασκέδαση από το να υποδύομαι πότε τον ένα και πότε τον άλλο συνηθισμένο, ακραίο, αλλοπρόσαλλο ή οριστικά εκτροχιασμένο χαρακτήρα, παλεύοντας κάθε φορά να γίνω πειστικός και να μη χάσω τον έλεγχο της αφήγησης. Στη συνέχεια ο ίδιος ο χαρακτήρας επιβάλλει και τον τρόπο της παρουσίασής του επί χάρτου: αν αυτή θα προϋποθέτει έναν στεγνό ρεαλισμό ή μια θεατρική, ακόμα και μια ποιητική σύμβαση. Ωστόσο, το πρόταγμα της αλήθειας (με την έννοια εξίσου της πειστικότητας όσο και της αυθεντικότητας) είναι πάντα κυρίαρχο, αφού η ανθρώπινη εμπειρία είναι οικουμενική και μπορεί να σε εκθέσει ή να σε διαψεύσει ανά πάσα στιγμή.
Παρότι οι χαρακτήρες σας συχνά γίνονται σκληροί, αμήχανοι ή παίρνουν αποφάσεις που τους οδηγούν στην πτώση, η γραφή σας τους αντιμετωπίζει με μια υποδόρια συμπόνια. Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να διατηρεί την κριτική του εγρήγορση χωρίς να εκμηδενίζει την ανθρωπιά των «ηττημένων» ηρώων του;
Γενικά προσπαθώ να μην είμαι άμεσα επικριτικός στις ιστορίες που γράφω, ακόμα κι αν πρόκειται για εξόφθαλμα αρνητικούς χαρακτήρες. Είναι μια αρχή που έχω γενικά στις αφηγήσεις μου, καθώς η λογοτεχνία της καταγγελίας ή των εύκολων ηθικών και πολιτικών συμπερασμάτων με απωθεί. Εχουμε κατακλυστεί από συνθήματα και ετοιμοφόρετες ρετσέτες για κάθε πτυχή της ζωής μας, δημόσιας και ιδιωτικής, οπότε τουλάχιστον η λογοτεχνία ας παραμείνει ένας χώρος όπου μπορούμε ακόμα να περιγράφουμε όσα είναι δύσκολα, δυσεπίλυτα ή και ανεξήγητα. Ωστόσο, πέραν αυτών, θα έλεγα ότι και ως άνθρωπος είμαι μάλλον ήπιος και «μαλθακός» στις κρίσεις μου για τους άλλους. Δεν δικάζω ούτε καταδικάζω εύκολα. Πιθανώς, λοιπόν, αυτό έχει περάσει ως στοιχείο και στη γραφή μου. Ειδικά δε για τους ηττημένους ανθρώπους, όσους για τον οποιοδήποτε λόγο τιμωρούνται ήδη απ’ τη ζωή για τις επιλογές τους, δεν είναι δύσκολο να νιώσουμε επιείκεια, όσο απωθητικοί κι αν έχουν υπάρξει.

