Δεν πήγα ποτέ ξανά. Έβλεπα όλες τις εικόνες. Διάβαζα ό,τι συνέβαινε. Βοήθησα όσο μπορούσα. Αισθάνθηκα τεράστια θλίψη. Και ανείπωτη οργή. Και εκείνη η βιβλική καταστροφή μαζί με όλες όσες συνέβησαν και συμβαίνουν ακόμη, μπήκαν στον μακρύ κατάλογο εκείνων που οι άνθρωποι πρέπει να διαχειριστούμε. Μόνοι. Απέναντι σε έναν ανέτοιμο μηχανισμό, με μηδενική στήριξη, σε μια μάχη χωρίς δικαίωση.
Η φονική πυρκαγιά που ξέσπασε τον Ιούλιο του 2018 στην Ανατολική Αττική αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στη σύγχρονη ιστορία της χώρας και τη δεύτερη πιο πολύνεκρη δασική πυρκαγιά του 21ου αιώνα παγκοσμίως, μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Αυστραλία το 2009.
Για δεκάδες οικογένειες ο χρόνος σταμάτησε στις 23 Ιουλίου 2018. Άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μέσα στα σπίτια τους, άλλοι εγκλωβίστηκαν στα αυτοκίνητά τους, ενώ πολλοί προσπάθησαν να σωθούν μπαίνοντας στη θάλασσα, όπου αρκετοί πνίγηκαν περιμένοντας βοήθεια. Άλλοι, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τις φλόγες, βρέθηκαν στην άκρη γκρεμών και πήδηξαν στο κενό για να σωθούν.

Την επόμενη ημέρα, τα σωστικά συνεργεία, συγγενείς θυμάτων, κάτοικοι, αλληλέγγυοι και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με εικόνες ολοκληρωτικής καταστροφής, οι οποίες ανέδειξαν το μέγεθος της τραγωδίας.

Τις ημέρες που ακολούθησαν έγιναν γνωστές δεκάδες προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στο Μάτι αφού, σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν στη συνέχεια, η κυκλοφορία είχε εκτραπεί από την αστυνομία λόγω της φωτιάς, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν στους στενούς δρόμους της περιοχής.

Παράλληλα, υπήρξαν μαρτυρίες κατοίκων που βρίσκονταν στα σπίτια τους και δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν, καθώς δεν είχε προηγηθεί οργανωμένη προειδοποίηση ή εκκένωση. Άλλοι επέζησαν ύστερα από πολύωρη παραμονή στη θάλασσα, ενώ αρκετοί εγκαυματίες συνεχίζουν μέχρι σήμερα να δίνουν τη δική τους μάχη για τη σωματική και ψυχική αποκατάσταση. Το ερώτημα για τα λάθη και τις παραλείψεις του κρατικού μηχανισμού εξακολουθεί να απασχολεί τους επιζήσαντες και τις οικογένειες των 104 θυμάτων.

Το χρονικό της 23ης Ιουλίου 2018
Η ημέρα της τραγωδίας ξεκίνησε με μεγάλη πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 13:30 κοντά στην Κινέτα, όπου αναπτύχθηκαν ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις για την αντιμετώπισή της. Λίγες ώρες αργότερα ξέσπασε δεύτερη φωτιά στην περιοχή της Πεντέλης. Ο 65χρονος που προκάλεσε την πυρκαγιά, βάζοντας φωτιά στην αυλή του για να κάψει κούτσουρα παρά τους θυελλώδεις ανέμους που επικρατούσαν, καταδικάστηκε αργότερα σε ποινή φυλάκισης τριών ετών με αναστολή.
Οι πολύ ισχυροί άνεμοι συνέβαλαν στην ταχύτατη εξάπλωση της φωτιάς, η οποία κινήθηκε προς τις ανατολικές ακτές της Αττικής, απειλώντας τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, κοντά στη Ραφήνα. Μέσα σε λίγα λεπτά δημιουργήθηκαν συνθήκες γενικευμένου χάους. Κάτοικοι και επισκέπτες εγκλωβίστηκαν σε αυτοκίνητα, σε στενούς δρόμους και στις ακτές, ενώ η έλλειψη συντονισμού και καθοδήγησης των πολιτών επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς πολλοί προσπαθούσαν μόνοι τους να βρουν διέξοδο από την πύρινη λαίλαπα.

Το κορίτσι που μιλάει στον Ε.Τ ήταν τότε 22 χρονών. Είναι επιζήσασα.
Αισθάνεστε δικαιωμένη από την έκβαση της δίκης;
«Όχι, δεν αισθάνομαι δικαιωμένη. Τα συναισθήματά μου παραμένουν σχεδόν τα ίδια. Υπάρχει μια βαθιά απογοήτευση, όχι μόνο από την έκβαση της υπόθεσης, αλλά και από ένα κομμάτι του κινηματικού χώρου και της κοινωνίας. Το Μάτι έχει καταλήξει να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ένα “ντροπιαστικό” θέμα, για το οποίο πολλοί αποφεύγουν να μιλήσουν. Θεωρώ ότι η κοινωνία θα έπρεπε να έχει δείξει μεγαλύτερη αλληλεγγύη. Υπήρξε ακόμη και η αντίληψη ότι όλοι όσοι βρίσκονταν στο Μάτι ήταν δεξιοί ή είχαν αυθαίρετα σπίτια. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αυτό που συνέβη σε εμάς θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Όσοι επιζήσαμε, ζούμε από τύχη».

Τι αφορά η ποινική διερεύνηση για τον ομαδικό τάφο; Ποιες απαντήσεις αναζητάτε;
«Η ποινική διερεύνηση αφορά μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση των θυμάτων μετά τη φονική πυρκαγιά. Συγκεκριμένα, ερευνώνται τα στοιχεία για τον χώρο ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης, όπου, σύμφωνα με την αναφορά, έχουν ενταφιαστεί αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείμματα, πιθανά υπολείμματα ήδη ταυτοποιημένων θυμάτων, ζωικά κατάλοιπα και άλλα αντικείμενα. Παράλληλα, εξετάζεται η διαχείριση της σορού γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα μετά την πυρκαγιά και ενταφιάστηκε έπειτα από σημαντικό χρονικό διάστημα, ώστε να διαπιστωθεί αν τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες ταυτοποίησης. Η έρευνα περιλαμβάνει ακόμη τις διαδικασίες ταυτοποίησης και παράδοσης σορών, μετά τα περιστατικά λανθασμένης παράδοσης ανθρώπινων υπολειμμάτων που αναδείχθηκαν κατά την ποινική διαδικασία, καθώς και την αξιολόγηση ψηφιακών αποδεικτικών μέσων και κάθε άλλου στοιχείου που μπορεί να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».

Οκτώ χρόνια μετά, ποια συναισθήματα κυριαρχούν; Τι θα θέλατε να πείτε στους ανθρώπους που παρακολουθούν και πονάνε με αυτή την υπόθεση;
«Οκτώ χρόνια μετά, τα συναισθήματα δεν έχουν αλλάξει όσο ίσως θα περίμενε κάποιος. Κάθε φορά που σκέφτομαι τους ανθρώπους που γνώρισα στο δικαστήριο, αλλά και όλους εκείνους που συνάντησα μετά τη φωτιά, ξαναζώ τον πόνο.Το τραύμα δεν κλείνει. Μαθαίνεις να ζεις μαζί του, αλλά παραμένει εκεί. Αυτό που θα ήθελα να πω στους ανθρώπους είναι να μη συνηθίζουν τέτοιες υποθέσεις, να μη θεωρούν ότι αφορούν μόνο κάποιους άλλους. Να στέκονται δίπλα στους επιζώντες και στις οικογένειες των θυμάτων, γιατί η αλληλεγγύη είναι το μόνο που μας έχει απομείνει».

Αποσπάσματα μαρτυριών
Η Μαρίνα Καρύδα ζει στο Mάτι από το 2002. Έχει εκεί το εξοχικό της και πέρνα τους έξι από τους 12 μήνες του χρόνου. Έζησε από κοντά την περιπέτεια όλων αυτών των ανθρώπων από την μέρα της καταστροφής και τις κατέγραψε στο βιβλίο της «Μάτι, 23 Ιουλίου 2018» στο οποίο 47 άνθρωποι αφηγούνται τη δική τους αλήθεια για τις τραγικές εκείνες στιγμές.
Ακολουθούν συγκλονιστικές μαρτυρίες
«Βρήκα την κόρη μου υποβασταζόμενη από μια κυρία, το μωρό το είχε αγκαλιά ο γιός της κυρίας αυτής. Το μωρό ήταν αναίσθητο, αλλά ζούσε ακόμα. Πήγαμε με το γαμπρό μου πρώτα στο Παίδων για το μωρό, το παιδί είχε τελειώσει. Οι γιατροί το μόνο που είπαν «αν ερχόταν δέκα λεπτά νωρίτερα κάτι θα κάναμε. Αργήσατε».
«Από το ύφος των γιατρών κατάλαβα πως το παιδάκι μου δεν τα είχε καταφέρει… Μου είπαν ότι δεν κατέστη δυνατόν να τον συνεφέρουν. Πέθανε στα σκαλιά του νοσοκομείου. Μου είπαν πως εάν το μωρό είχε μεταφερθεί νωρίτερα θα μπορούσαν να το σώσουν. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του μπέμπη γράφει 22.36. Εάν το βρέφος είχε μεταφερθεί έγκαιρα από ένα σκάφος, ένα πλοίο του Λιμενικού στη Ραφήνα».
«Καιγόταν ό,τι ήταν εύφλεκτο, ξύλα, κολόνες της ΔΕΗ, δέντρα, σπίτια, τα πάντα… Κατέβηκα στις παραλίες, φώναζα, έλεγα το όνομα κόρης μου, δεν έπαιρνα απάντηση, πήγαινα στην επόμενη. Εκείνη την ώρα είδα και τον πρώτο νεκρό. Ήταν ένας καμένος άνθρωπος ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου. Έφυγα προς την Αργυρή Ακτή. Μετά ξεκινάνε τα καμένα αυτοκίνητα. Άπειρα αυτοκίνητα, εκατοντάδες άναρχα, παρατημένα. Άλλα καμένα, άλλα είχαν μικρό εστίες ακόμα. Αυτοκίνητα καμένα με απανθρακωμένα πτώματα μέσα. Κατάφερα και πέρασα ανάμεσα. Οι θερμοκρασίες ήταν πολύ υψηλές. Τα αθλητικά παπούτσια που φορούσα κολλούσαν στη άσφαλτο».

«Πέρασαν 11 μέρες και τη Μαργαρίτα δεν την είδα ποτέ. Πέθανε στις 3 Αυγούστου. Αυτοί που έφυγαν βασανίστηκαν πολύ, πόνεσαν. Μαρτύρησαν και μαζί τους μαρτυρήσαμε και εμείς. Η Μαργαριτούλα μας έκανε ασπίδα το κορμί της για να σώσει τον μπέμπη της. Τα παιδιά μας τα χάσαμε, μαζί με άλλους 103 ανθρώπους. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαρτύρησαν, πόνεσαν, υπέφεραν, άφησαν τις σάρκες τους και συνεχίζουμε να πονάμε κι εμείς μαζί τους. Όλοι μείναμε πίσω με ένα κάρβουνο. Εγώ δεν κάηκα, αλλά έχει καεί η ψυχή μου. Δεν ζω, απλά υπάρχω, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου».
«Ένας πυροσβέστης μου είπε: Αν σε ανακουφίζει αυτό, τα κοριτσάκια λόγω ηλικίας πέθαναν νωρίτερα. Που σημαίνει πως οι γονείς σου κουβαλούσαν δύο νεκρά κορίτσια, δεν τα εγκατέλειψαν. «Αγκαλιάσανε τα κορίτσια, ρίξανε ένα βλέμμα μεταξύ τους και τους κύκλωσε η φωτιά».
«Από τους γονείς μου υπήρχε μια άμορφη μάζα, Από τα κοριτσάκια μου 20 κιλά κοπελάρες, ούτε πέντε κιλά δε ζύγισαν, βρήκα δύο πραγματάκια χωρίς μάτια, χωρίς δακτυλάκια, τα χεράκια τους είχαν σουρώσει… Ζήτησα να κατεβάσω εγώ τα φέρετρα, σαν τελευταίο αντίο, δεν μπορούσα να κόψω λίγο μαλλάκι, να έχω κάτι να θυμάμαι… Τα παιδιά που γέννησα, που έκλαψα, που πόνεσα».

«Όπως περιμέναμε, δυστυχώς, είδαμε ένα βίντεο από ένα αλιευτικό να βγαίνουν δύο κοριτσάκια. Έμοιαζαν καταπληκτικά. Μάλλον επειδή θέλαμε να δώσουμε ελπίδα στον εαυτό μας πιστέψαμε ότι είναι αυτά. Πήγαμε στο Λιμενικό για να δείξουμε το πλάνο, αν έχει γίνει καταγραφή. Ξεκίνησε το Λιμενικό διαδικασίες, απελπισμένος είπα “θα βγω στα κανάλια να μιλήσω μήπως έχει δει κάποιος τα παιδιά”. Έδωσα το τηλέφωνό μου. Με καλούσαν κάποιοι και μου έλεγαν “έλα, έχουμε τα παιδιά σου, τα σκοτώνουμε, τα βιάζουμε” μου έκαναν παιδικές φωνές και έβαζαν τα γέλια».

«Στο εξοχικό στην Νέα Μάκρη είχαν προορισμό, αλλά δεν έφτασαν ποτέ γιατί τους σταμάτησαν στη Ραφήνα και τους έστειλαν από το Μάτι… Όταν μίλησα στις 18.20 μου είπαν να μην ανησυχώ και πως υπάρχει Αστυνομία και τους κατευθύνει. Εγώ τους είπα να κάνουν αναστροφή προς Αθήνα αλλά ούτε αυτό τους άφηναν…με αποτέλεσμα 18:43 να είναι το τελευταίο τηλεφώνημα όπου ρώτησα που είναι μου είπε η μαμά ότι είναι μέσα στις φωτιές. Τη ρώτησα αν υπάρχει κάποιος να τους κατευθύνει και μου είπε όχι δεν υπάρχει κάνεις».
«Φτάσαμε με φακούς, ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν σπίτια, ήταν ισοπεδωμένα. Ήταν αποκαΐδια. Δεν είδα το αυτοκίνητο, λέω φύγανε. Δε μπορούσα να φανταστώ τι έγινε. Τελικά, με πήραν γύρω στις 5 τα ξημερώματα και μου είπαν ότι τους βρήκαν. Πήγα και είδα πως αυτό που έβλεπα και νόμιζα ότι ήταν ξύλα που καίγονταν, ήταν οι γονείς μου».
«Πάλι δεν είδα κανένα να περιφέρεται στην περιοχή για όσους ανθρώπους είχαν ακόμα μια στάλα ζωή, να τους περιθάλψουν, να πεθάνουν με αξιοπρέπεια στο νοσοκομείο και όχι να φύγουν πεσμένοι στα χώματα. Να πεθάνουν στο νοσοκομείο με αξιοπρέπεια. Δεν μπήκε κανείς μέσα, το πρωί μπήκανε, το δηλώνω υπεύθυνα».
«Έπεσα κάτω, έχασα τα γυαλιά μου. Γύρισα πίσω και είδα πύρινες νιφάδες. Ενστικτωδώς κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα. Άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν. Περνούσε ένα νεαρός μόνο με το μποξεράκι του και μια μάνα μ’ ένα λιπόθυμο παιδάκι ή νεκρό… Κάποιος μου λέει κοπελιά καίγεσαι. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα. Από πάνω καιγόντουσαν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθισα δίπλα σε μια οικογένεια. Κρύωνα. Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω και ξαναμπήκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο. Άκουγα ανθρώπους γύρω μου να προσπαθούν να βρουν βοήθεια, χωρίς ανταπόκριση. Αργότερα έμαθα τι συνέβη στους δικούς μου. Η μάνα μου ήταν πεσμένη στα γόνατα στο πεζοδρόμιο, τόσο καμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Της έφεραν ένα τραπεζομάντηλο από τη ταβέρνα. Ξέρω από ένα κύριο που ήταν μαζί της, ότι 5-6 ώρες ήταν ζωντανή. Με το που έφτασε στη Ραφήνα, πέθανε. Ο πατέρας μου απανθρακώθηκε κοντά στο αμάξι. Δε κατάφερε να πάει μακριά. Δε μας ενημέρωσε κανείς. Αν μας ειδοποιούσε κάποιος, έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… Ήταν μια κατηφόρα. Οι δικοί μου θα ζούσαν».

«Είμαστε από την Ιρλανδία, είχαμε παντρευτεί μόνο πριν από τέσσερις ημέρες, ήμασταν με τον σύζυγό μου στη Ραφήνα για το γαμήλιο ταξίδι. Ήταν σαν ένας τυφώνας από φωτιά. Είχαν πιάσει φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα μου. Φτάσαμε στο δρόμο και είδαμε 4-5 πολύ μικρά παιδιά, μόνα τους, χωρίς ενήλικο μαζί τους. Τα πήραμε στην αγκαλιά μας και αρχίσαμε να τρέχουμε. Ξαφνικά εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο. Το σταματήσαμε και βάλαμε τα παιδιά μέσα αλλά δεν υπήρχε χώρος για εμάς. Ζήτησα από τον οδηγό να μας βάλει στο πορτ μπαγκάζ. Όλο το σώμα μου είχε πιάσει φωτιά. Φωτιά έπιασαν και τα ρούχα του Brian. Το αυτοκίνητο ξαφνικά τράκαρε σε ένα δέντρο. Το δέντρο έπεσε πάνω μας και ο Brian άρχισε να γλιστράει, δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω από το χέρι. Έπεσε από το αυτοκίνητο μέσα στη φωτιά. Η τελευταία του λέξη ήταν “γιατί”. Προσπάθησα να του φωνάξω, ήθελα να ακούσει πόσο τον αγαπούσα και ότι ήταν ο καλύτερος σύζυγος. Ήξερα ότι είχε πεθάνει, εξαφανίστηκε μέσα στη φωτιά και τον άκουσα να φωνάζει. Καθόμουν στο πορτ μπαγκαζ και αισθάνθηκα ότι ήταν το φέρετρο μου».
«Ο πατέρας μου προσπάθησε να βοηθήσει μια γειτόνισσα που είχαν έναν ανάπηρο άνθρωπο, να τον βάλουν στο αυτοκίνητο που ήταν μια 4μελης οικογένεια. Εγκλωβίστηκαν μέσα στο αμάξι, που είχε πάρει φωτιά. Ο πατέρας μου σύρθηκε στο έδαφος. Αυτό συνέβη στις 19.30 και μέχρι τις 21.00 κείτονταν κάτω. Τα ξέρω αυτά από τη γειτόνισσα που μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, αλλά αργότερα πέθανε κι εκείνη από επιπλοκές. Ο ανάπηρος σύζυγός της απανθρακώθηκε μαζί με την 4μελή οικογένεια στης οποίας το αμάξι βρισκόταν».
«Κάποια στιγμή η μαμά μου σκόνταψε στον κορμό ενός δέντρου. Ο άντρας μου που προπορευόταν, καταλαβαίνει ότι έχω θέμα και επιστρέφει να με βοηθήσει να σηκώσουμε τη μητέρα μου να φύγουμε. Εκείνη την ώρα άρπαξε δυνατή φωτιά ο θάμνος δίπλα μας, άρπαξαν τα ρούχα της μητέρας μου και άρπαξα και εγώ φωτιά. Καιγόμουν. Δεν υπήρχε κανένας κοντά μας».
«Ο άντρας μου δεν μπορούσε να μετακινήσει τη μαμά μου. Εγώ να προσπαθώ να σβήσω τη φωτιά. Όταν ο άντρας μου είδε ότι δεν μπορούμε να σώσουμε τη μαμά μου πήρε εμένα και με κατέβασε σε μια μικρή παραλία. Φτάνοντας στην παραλία, κάθισα λίγο στο νερό και βγήκα, γιατί είχα αφόρητους πόνους από το έγκαυμα. Ήμουν σε κατάσταση σοκ ξέροντας ότι είχα αφήσει τη μητέρα μου από πάνω και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Βίωσα πάρα πολύ δύσκολα πράγματα. Με καταδικάσαμε να έχω τύψεις ότι εγκατέλειψα τη μητέρα μου και να το έχω βάρος σε όλη μου τη ζωή».

«Πρώτη φορά μιλήσαμε στις 18.30 που η μητέρα μου είχε εγκλωβιστεί σε μια πολυκατοικία. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, είχε καεί και ζητούσε να πάμε να την πάρουμε. Ξανακάλεσα και άκουγα κραυγές, δεν μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται. Κάποια στιγμή απάντησε και μου είπε που βρισκότανε. Ξαναπήρα την Αστυνομία και τους είπα που βρισκότανε, τους ζήτησα να πάνε να τη σώσουν. Έπαιρνα συνέχεια τη μαμά μου τηλέφωνο, δεν σταμάτησα να την παίρνω ούτε ένα λεπτό, επί μιάμιση ώρα».
«Τελευταία φορά μου απάντησε στις 21.06 το βράδυ. Μιλήσαμε, ήταν ζωντανή και ήταν η τελευταία φορά που μίλησα μαζί της. Πριν το κλείσουμε, μου είπε ότι πεθαίνει και ότι με αγαπάει. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ήταν ζωντανή μέχρι εκείνη την ώρα, ότι ήταν 48 ετών, ήταν υγιέστατη, ήθελε να κρατηθεί στη ζωή και δεν πήγε κανείς να τη βοηθήσει. Κανείς»
«Γύρισα σπίτι να ψάξω να τη βρω. Εκείνο το βράδυ αναζητώντας την κάηκαν τα παπούτσια μου και ήμουν με τις κάλτσες. Έφτασα ξανά στο σπίτι. Οι αστυνομικοί μου είπαν ότι είναι πολλοί οι καμένοι. Ψάχνοντας τους σάκους είδα ένα δαχτυλίδι στο χέρι. Πήρα φωτογραφία του νεκρού που κείτονταν μπροστά μου. Πήρα τηλέφωνο τη γυναίκα μου και της έστειλα τη φωτογραφία. Μόλις είδε το δαχτυλίδι, είδε ότι ήταν οι βέρες του παππού μου και του πατέρα μου που τα είχε ενώσει και της το είχε κάνει δώρο».
«Ο δρόμος προς την λεωφόρο Μαραθώνος ήταν απροσπέλαστος από τις φλόγες… Αν υπάρχει κόλαση έτσι πρέπει να είναι. Το αυτοκίνητο, που επέβαιναν η αδερφή και η μητέρα μου άρχισε να καίγεται. Τις βρήκα δέκα μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο στο δρόμο εξουθενωμένες και με σοβαρά εγκαύματα. Τις έβαλα στο δικό μου αυτοκίνητο ήταν καμένες. Βγήκα στη Μαραθώνος και πήγα στο κέντρο υγείας στη Νέα Μάκρη. Συνάντησα μπλόκο της αστυνομίας και μου είπαν ότι θα πας μέσα από το Μάτι. Νόμιζα ότι κάτι ήξεραν. Μόλις μπήκα στο Μάτι κατάλαβα ότι αν δεν έπαιρνα την κατάσταση στα χέρια μου θα καιγόμασταν όλοι. Ξαναβγήκα στη Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Φτάσαμε στο Ιατρικό Κέντρο στο Μαρούσι και από εκεί μας έστειλαν στον Ευαγγελισμό, όπου τις διασωλήνωσαν. Τις έχασα ωστόσο και τις δύο».
«Ο πατέρας μου στις 17.40 ήταν ζωντανός και έβλεπε την φωτιά στην Κινέτα. Δεν κατάλαβε τίποτα. Ήταν μόνος. Έχασε την ζωή του εκατό μέτρα από το σπίτι. Είχε χρόνο να σωθεί».
«Συνάντησα τον αδελφό μου και μέχρι τις δέκα το βράδυ κινούμασταν κοντά στο Κόκκινο Λιμανάκι. Είδα έναν νεκρό κάτω. Νόμιζα ότι είχε λιποθυμήσει. Ήταν κι ένας αστυνομικός που “τα είχε παίξει”. Κάποια στιγμή άνοιξαν το δρόμο και φτάσαμε στο σπίτι. Η κατάσταση δεν περιγράφεται. Αναθάρρησα όταν είδα ένα σκυλί μας ζωντανό. Περάσαμε πολλές φορές δίπλα από τη μητέρα μου. Δεν την καταλάβαμε. Είχε απανθρακωθεί».
«Προσπαθήσαμε να φύγουμε με το αυτοκίνητο αλλά ήδη μας έφτασε η φωτιά ερχόταν ένα θερμικό κύμα παρά πολύ καυτό. Αναφλέγονταν τα πάντα. Καίγονταν τα φώτα, τα λάστιχα των αυτοκινήτων. Δεν έβρισκα τα κλειδιά και είπα στη σύζυγο και το γιο μου να φύγουν τρέχοντας, εγώ θα εμένα πίσω να σώσω τη μητέρα μου. Ήταν 92 χρόνων. Είχε παγώσει δε μπορούσε να βγει από το αυτοκίνητο. Με χτύπησε το θερμικό κύμα, έχω εγκαύματα στην πλάτη, τα χέρια. Τότε σκέφτηκα ότι έχω οικογένεια. Άφησα τη μητέρα μου να καεί για να τρέξω να σωθώ εγώ και να ζήσω την οικογένεια μου. Αυτή είναι μια κατάσταση που δεν πρέπει κανείς να ζήσει».
«Δεν υπήρχε επιλογή να φτάσουμε οδικώς στην περιοχή. Ο σύζυγός μου ήθελε να πηδήξει στο γκρεμό, να πέσει στη θάλασσα και να φτάσει στους γονείς μας. Λίγο πριν τις 5 τα ξημερώματα, με παίρνει ο ξάδελφός μου και μου λέει πως τους έχει δηλώσει στην Αστυνομία ως αγνοούμενους. Απάντηση ήρθε αργότερα, πως κλιμάκιο επισκέφτηκε το σπίτι και δε βρήκαν κάποιον μέσα. Πήγε η Αστυνομία σ’ ένα σπίτι 70τμ και δε βρήκε δύο πτώματα. Απλά, η Αστυνομία δεν έψαξε όταν μας είπαν πως οι γονείς μου δε βρέθηκαν. Γύρω στις 9 το πρωί, φτάσαμε εκεί και βρήκαμε τους γονείς μου απανθρακωμένους στη κουζίνα».
«Τα είδα όλα. Πτώματα σε κατάσταση Πομπηίας. Τη χάσαμε τη μητέρα μου».
«Η φωτιά μας αιφνιδίασε στο σπίτι. Ήταν φρίκη, ήταν κόλαση. Ο άντρας μου είχε τον εγγονό και εγώ τη μικρή. Από ένα παιδί, αγκαλιασμένα για να τα προφυλάξουμε… Καήκαμε μέχρι να φτάσουμε στη θάλασσα. Μας πρόλαβε το θερμικό κύμα. Κανείς δεν μας ειδοποίησε».
«Ήθελα να σώσω τα παιδιά μου. Δεν ήξερα αν ζούνε τα παιδιά μου. Ένιωθα για πρώτη φορά στη ζωή μου ανήμπορος. Ανίκανος να σώσω τα παιδιά μου. Δεν το έχω ξανανιώσει ποτέ αυτό. Ξεκίνησα να βγάζω τα ρούχα μου, να πάω κολυμπώντας. Κάπου εκεί χτύπησε το τηλέφωνό μου. Η σύζυγός μου με ενημέρωσε πως η κόρη μας, είναι ζωντανή και ο γιός μου αν κατάλαβα καλά».
«Μια εβδομάδα μετά άκουσα ότι πτώμα νεαρού άνδρα ξεβράστηκε στο λιμάνι της Ραφήνας. Με έπιασε ταραχή. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν το παιδί μου. Μία εβδομάδα στη θάλασσα… δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω. Πήγα και έδωσα DNA. Μετά περιμέναμε τον ιατροδικαστή. Το φέρετρο του ήταν σφραγισμένο, και έτσι τον αποχαιρετήσαμε».
«Ο ανακριτής και ο ιατροδικαστής μας είπε ότι ο γιος μου δεν υπέφερε. Πρώτα λιποθύμησε από τον καπνό και μετά κάηκε. Ήταν ένα είδος παρηγοριάς για εμάς. Ο γιος μου επέστρεφε από την εργασία του στο σπίτι μας στο Μαραθώνα. Εγκλωβίστηκε στο δρόμο του θανάτου, όπως τον λέμε πια. Τους οδηγούσαν προς αυτό το δρόμο. Η σύζυγος μου δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας. Από εκείνη την ημέρα κλείστηκε στον εαυτό της. Ύστερα από λίγο καιρό έπαθε καρδιακή προσβολή την ώρα του ύπνου».
«Ο άντρας μου ήταν ένας από αυτούς που είχαν εκτραπεί από την Αστυνομία προς το Κόκκινο Λιμανάκι, χωρίς να έχουν καμία δουλειά εκεί. Οδηγήθηκε στο Μάτι, οδηγήθηκε να πεθάνει. Στις 17.20 έφυγαν με τον γιό μου για το αεροδρόμιο. Πήγε το γιο μου στο αεροδρόμιο και επέστρεφε. Με πήρε στο τηλέφωνο και μου είπε τώρα βγαίνω Μαραθώνος από το Πικέρμι. Έχασε τη ζωή του τελείως αναίτια, από την εγκληματική διαχείριση της πυρκαγιάς από τις Αρχές».
«Στις 29 Ιουλίου ταυτοποιήθηκαν και οι τέσσερις και να πάμε να τους παραλάβουμε από το Σχιστό. Βρεθήκαμε μπροστά σε τέσσερα φέρετρα, του Πάρη ήταν λευκό. Βρήκαμε μόνο δύο τάφους, βάλαμε αδελφή μου και τον γαμπρό μου μαζί και τη μητέρα με τον ανιψιό μου. Από τη μία στιγμή στην άλλη βρεθήκαμε και χωρίς την οικογένεια και με ένα παιδί ορφανό. “Εγώ τώρα τι θα γίνω;”, μου είπε ο ανιψιός μου. “Θα μείνεις εδώ πάνω μαζί μου”, του απάντησα».
«Ο πατέρας μου βρέθηκε στο Κόκκινο Λιμανάκι με το οποίο εμείς δεν είχαμε καμία σχέση. Αν είχαν γυρίσει τον κόσμο πίσω, δεν θα υπήρχαν τόσοι νεκροί. Ο πατέρας μου βρέθηκε εκεί διότι άκουσε την ελληνική αστυνομία. Τους έστειλαν εκεί και τους έκαψαν. Οι γονείς μου είχαν πάει την ημέρα της καταστροφής στη Νέα Μάκρη. Επέστρεψαν και επειδή ξέχασε ο πατέρας μου τα κλειδιά πήγε να πάρει. Δεν είχε καμία ενημέρωση».
«Στο Μάτι υπήρχαν παντού τέφρες. Και μια μυρωδιά θανάτου παντού. Όλα λιωμένα. Τα μέταλλα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι συνέβαινε αυτό. Πέρασαν τρεις μέρες, έψαχνα να βρω το πτώμα. Πήγαμε στο Σχιστό… Ήταν 150 πτώματα σε κίτρινες σακούλες. “Τραβάτε να δείτε αν είναι κάποιος δικός σας”. Μετά άλλαξαν γνώμη και μας έστειλαν στο Γουδί. Μετά μας είπαν για να δώσουμε DNA και τελικά με ειδοποίησαν ότι αναγνωρίστηκε το παιδί. Οι παππούδες του και ο θείος του αναγνωρίστηκαν αργότερα. Με λυπεί πολύ η σκέψη ότι βρήκαν έναν θάνατο τραγικό. Και ο Δημήτρης που ήταν ένα παιδάκι Άγιο δεν θα μπορέσει να δει τους συμμαθητές τους, να δει τους φίλους τους, να έχει ένα όμορφο μέλλον, όπως φανταζόμουν ότι θα έχει. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Μου λείπει συνέχεια το παιδί. Είναι σαν έχει φύγει ένα κομμάτι μου. Είναι σαν να πέθανα και εγώ. Ήταν το καμάρι μου. Ήταν η ελπίδα μου για κάτι όμορφο. Έχει παγώσει το μυαλό μου. Βλέπω το παιδί στον ύπνο μου κάθε βράδυ».
«Στο βωμό των προσωπικών τους φιλοδοξιών έκαψαν το παιδί μου, τους γονείς μου και τον αδερφό μου. Ένα οκτάχρονο παιδί να είχαν βάλει να το διαχειριστεί θα το είχε κάνει πολύ καλύτερα, όχι όλοι αυτοί…»
«Έψαχνα πολλές μέρες μαζί με τις κόρες και την αδελφή της Στέλλας. Ταυτοποιήθηκε απανθρακωμένη 5 μέρες μετά. Δεν υπήρχε από πουθενά βοήθεια. Δεν ειδοποιήθηκε ο κόσμος».
«Μου φωνάζει η γυναίκα μου “το παιδί!” και το τυλίγω με την πετσέτα. Ανοίγω την πόρτα του οδηγού. Το διπλανό αυτοκίνητο είχε άνθρωπο καμένο μέσα. Έτρεχα με όλη μου τη δύναμη προς τη θάλασσα. Έβλεπα γύρω στα 5-6 μέτρα. Στο δρόμο για τη θάλασσα βρήκα μια ηλικιωμένη κυρία. Δεν ξέρω αν τα κατάφερε. Όλα αυτά 50 μέτρα από τη θάλασσα! Φτάνω και με την κουβέρτα που είχα τυλίξει το παιδί μου, που κάηκε σε πολλά σημεία, μπήκαμε στη θάλασσα και σκεπαστήκαμε με αυτή. Άλλοι που δεν είχαν πετσέτα καιγόντουσαν μέσα στη θάλασσα. Έπεφταν οι καύτρες. ‘Όταν καλυτέρεψε η κατάσταση επέστρεψα να ψάξω για τη σύζυγό μου. Όσο περπατούσα έβλεπα τα πάντα καμένα. Όταν έφτασα στο αμάξι βρήκα ένα κουφάρι, έναν απανθρακωμένο βράχο. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν η γυναίκα μου αυτή. Συνάντησα ανθρώπους καμένους και πεθαμένους. Είτε στη στεριά, σε δρόμους παντού».
«Η κόρη μου με τον άντρα της και το μωρό τους είχαν πάει για μία και μοναδική μέρα στο Μάτι, περαστικοί, γυρνώντας από τις διακοπές τους, φιλοξενούμενοι σε φίλους. Το πρωί που μιλήσαμε στο τηλέφωνο μου είπε «Μπαμπά, είναι παράδεισος εδώ». Το απόγευμα η κόρη μου ξύπνησε τον γαμπρό μου από τους καπνούς. Αποφάσισαν να φύγουν. Ο γαμπρός μου πήρε το παιδί τους και έφυγε προς τη θάλασσα. Η κόρη μου κάηκε… Εκατό σαράντα βήματα δικά μου ήταν η θάλασσα και μέχρι να φύγουν το σπίτι είχε πάρει φωτιά. Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς έγινε και κάηκε η κόρη μου σε ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Αν κάποιος τους ειδοποιούσε πιο νωρίς, ως όφειλε, θα είχε σωθεί η κόρη μου και τόσοι άλλοι.

Πιο βαθιά άκουσα μια γυναίκα να παρακαλεί να βοηθήσουμε τον πατέρα της. Προσπαθούσαν να κολυμπήσουν κρατώντας τον μαζί τους, ενώ εκείνος έλεγε, παιδιά αφήστε με, εγώ είμαι μεγάλος άνθρωπος. Σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσα να ξανακοιμηθώ αν γλίτωνα από αυτό. Μετά από λίγο ακούσαμε φωνές μέσα στη θάλασσα. Ήταν δύο ανήλικα παιδάκια γραπωμένα επάνω στον πατέρα τους. Το ένα το κοριτσάκι το έλεγαν Λυδία και με ρώτησε «πιστεύετε πως θα επιζήσουμε; Της είπα ναι, αλλά το είπα για να την εμψυχώσω, δεν το πίστευα. Ανεβάσανε ένα κοριτσάκι με τη γιαγιά του. Ήταν πνιγμένη. Της κάνανε μαλάξεις και δεν συνήλθε».
«Το σπίτι μας απέχει 400 μέτρα από τη θάλασσα. Όταν φτάσαμε εκεί, ο σύζυγός μου είχε εισπνεύσει τόσο πολύ αυτό το δηλητήριο που δεν είχε δυνάμεις, κατέρρευσε. Η πέτσα του έπεφτε κάτω. Έμεινα δίπλα στο νεκρό σύζυγό μου μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάποια στιγμή μου λένε αυτή είναι η τελευταία βάρκα. Δεν μπορώ να τον αφήσω τους λέω. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα να φεύγεις και να αφήνεις πίσω τον άνθρωπο σου νεκρό. Ήταν γυμνός όπως σηκώθηκε από το κρεβάτι με ένα σορτσάκι».

«Πήγαμε στο κέντρο υγείας Νέας Μάκρης και εκεί τον ρώτησαν αν είχε καεί από κατσαρόλα με νερό. Δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε 5 χλμ μακριά τους. Ο πατέρας μου μεταφέρθηκε στο ΚΑΤ όπου τους ανθρώπους τους είχαν σε μια απλή αίθουσα. Στις 26 Ιουλίου κατέληξε μέσα στο ΚΑΤ».
Τραγωδία στο Μάτι: Τα ντοκουμέντα και οι αποκαλύψεις του ΕΤ για την εθνική τραγωδία – Όλα όσα έγιναν τις τραγικές ώρες
Κάτι που δικαιώνει τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ του EΤ ήδη από τις πρώτες μέρες της τραγωδίας με την αποκάλυψη του σήματος του Λιμενικού, αλλά και με συνεχείς δημοσιογραφικές αποκαλύψεις από τις καταθέσεις των μοιραίων προσώπων στα χρόνια που ακολούθησαν.

Ο Σ. Τερζούδης στην προηγούμενη δίκη ήταν ο πρώτος από τους κατηγορουμένους που κάθισε στο εδώλιο για να απολογηθεί και είχε αναφέρει πως «ξέραμε για κάποιους νεκρούς», απαντώντας σε σχετική ερώτηση του εισαγγελέα. Ερωτηθείς για το πότε το έμαθε, ο τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής ανέφερε πως «19.54.19 ανακοινώθηκε ο πρώτος νεκρός», ενώ…
Ο εισαγγελέας έθεσε ερωτήματα και για το ρόλο του τότε αναπλ. υπουργού Προστασίας του Πολίτη Νίκου Τόσκα, για τον οποίο ο Σ. Τερζούδης είχε αναφέρει πως έδινε επιχειρησιακές εντολές στον τότε διοικητή των εναέριων μέσων Γ. Φωστιέρη.
Εισαγγελέας: Εχετε πει ότι ο Τόσκας έδινε χωρίς την έγκρισή μου επιχειρησιακές εντολές στον Φωστιέρη.
Κατηγορούμενος: Υπόθεση είναι αυτό…
Εισαγγελέας: Σας διαβάζω ολόκληρη την περικοπή της απάντησής σας. Υπόθεση είναι αυτό;
Κατηγορούμενος: Με απασχόλησαν αυτές οι εντολές, ήταν σωστές…
Εισαγγελέας: Προβλέπεται ο υπουργός να δίνει εντολές;
Κατηγορούμενος: Υπό της έννοια του να δίνει επιχειρησιακές εντολές, όχι. Αλλά μπορούσε να ρωτά συνεχώς… Ηταν ανώτατος απόστρατος…
«Το συμβάν αυτό ήταν σαρωτικό. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία δεν είχε γνωρίσει άλλο τέτοιο συμβάν με τόσο τραγικές συνέπειες» ανέφερε ο κατηγορούμενος, στον οποίο αποδίδεται σειρά πλημμελημάτων, μεταξύ αυτών ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή.
Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι έχουμε να κάνουμε με μια εθνική τραγωδία, αλλά αρνήθηκε ότι εκείνος με τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του συνετέλεσε με οποιονδήποτε τρόπο στο τραγικό αποτέλεσμα.
Υποστήριξε πως «δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν τα εναέρια» διότι «οι συνθήκες ήταν μεταβαλλόμενες και οριακές», ενώ έκανε λόγο για ένα γερασμένο στόλο. Σε ό,τι αφορά τα επίγεια μέσα, υποστήριξε ότι διατέθηκαν όσα υπήρχαν διαθέσιμα, αναφέροντας «δεν μπορώ να κατανοήσω τον πραγματογνώμονα και τον τεχνικό σύμβουλο που λένε ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν.
«Αυτή η πυρκαγιά με αυτές τις συνθήκες που υπήρχαν δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Μόνο αν υπήρχαν τα δεδομένα για να μπορέσει να φύγει ο κόσμος. Και εμένα με βασανίζει και με ξαναβασανίζει όλο αυτό. Με έχει σημαδέψει. Η ζωή μου έχει αλλάξει» ανέφερε ο κατηγορούμενος.

Στη δικαστική αίθουσα ήταν παρόντες και συγγενείς των θυμάτων αλλά και εγκαυματίες από την αποφράδα ημέρα του Ιουλίου 2018. Ερωτηθείς εάν έχει κάτι να πει σε αυτούς, ο κατηγορούμενος απάντησε πως «ό,τι κι αν πει δεν θα απαλύνει τον πόνο τους» και «θα προτιμήσει τη σιωπή».
ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΙΚΗ
-Εισαγγελέας: Για νεκρούς ποτέ μάθατε;
-Κατηγορούμενος: 19.54.19 ανακοινώθηκε ο πρώτος νεκρός.
-Εισαγγελέας: Στη συνέντευξη Τύπου που δώσατε εκείνο το βράδυ ξέρατε για νεκρούς;
-Κατηγορούμενος: Ναι, ξέραμε για κάποιους νεκρούς.

Ηξεραν για τους νεκρούς ΑΛΛΑ ΤΟ… ΑΠΕΚΡΥΨΑΝ
Ηξεραν για τους νεκρούς πριν από τη σύσκεψη για την ενημέρωση του πρωθυπουργού. Στα συνεχόμενα ρεπορτάζ του «Ε.Τ.» και του Eleftherostypos.gr αποτυπώθηκαν τα ντοκουμέντα και τα αποκλειστικά αδιάψευστα στοιχεία των διαβιβάσεων. Παναγιώτης Κουρουμπλής, Νίκος Τόσκας, Παύλος Πολάκης, Δημήτρης Τζανακόπουλος επέμεναν και επιμένουν ότι ο πρωθυπουργός δεν γνώριζε. Ηταν οι ίδιοι που έλεγαν ότι ο κόσμος απομακρύνεται και στέλνουν πρόσθετες δυνάμεις κατασβέσεως, ενώ ήδη τους είχαν διαβιβάσει πληροφορίες για δεκάδες νεκρούς και η φωτιά είχε σβηστεί. Το ψέμα και η υποκρισία συνεχίζονται μέχρι και σήμερα…
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ
Ο υποστράτηγος του Πυροσβεστικού Σώματος Ιωάννης Ράμφος στις 20.00 της «Μαύρης Δευτέρας» ενημερώνει: «…προχωράει προς εμένα ένας άνθρωπος καμένος, ο οποίος κατέρρευσε μπροστά στο βενζινάδικο». Στις 23.00 ο ίδιος αξιωματικός αναφέρει: «Στα στενά είδα περίπου 7-8 νεκρούς. Ολα τα άτομα που είδα ήταν έξω από τα αυτοκίνητα, πλησίον οχημάτων, μεταξύ τους και παιδιά». Στις 23.15, ένα τέταρτο δηλαδή πριν ο Αλέξης Τσίπρας εμφανιστεί μαζί με υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες στο Κέντρο Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος, ο κ. Ράμφος διαβιβάζει: «…αναφέρω ότι έχει τελειώσει το φαινόμενο και απλά μαζεύουμε νεκρούς»…
Από τη δικογραφία που αποκάλυψε ο «Ε.Τ.» υπάρχουν οι συγκεκριμένες διαβιβάσεις:
19.51.04 (η πρώτη διαβίβαση για νεκρό)
Ανδρας 1: Μη μιλάτε λίγο…
Ανδρας 2: Λεωφόρος Δημοκρατίας 107.
Ανδρας 1: Στο Κόκκινο Λιμανάκι δίπλα, υπάρχει νεκρό άτομο μέσης ηλικίας στην άκρη του δρόμου.
Ανδρας 2: Τι υπάρχει;
Ανδρας 1: Νεκρό άτομο μέσης ηλικίας στην άκρη του δρόμου.
Ανδρας 2: Ο … σ’ το είπε;
Ανδρας 1: Ναι, ναι με τον ίδιο μίλησα. Ζητάει επειγόντως ασθενοφόρο και οχήματα.
ΛΙΜΕΝΙΚΟ
Από τις 19.08, ο υπουργός Ναυτιλίας και Ναυτιλιακής Πολιτικής Παναγιώτης Κουρουμπλής είχε «ασφαλή πληροφορία» για την ανάσυρση σορών θυμάτων της φονικής πυρκαγιάς από τα πληρώματα… 11 σκαφών του Λιμενικού Σώματος που είχαν προσεγγίσει το λιμάνι της Ραφήνας. Σύμφωνα με το σήμα-ντοκουμέντο, που δημοσιοποίησε ο «Ελεύθερος Τύπος», σχεδόν 8 μέρες μετά τη φονική φωτιά, τη συγκεκριμένη ώρα «πραγματοποιήθηκαν συνεχείς ροές διασωθέντων στον λιμένα Ραφήνας καθώς και σορών ατόμων από την περιοχή έξωθεν λιμένα Ραφήνας έως και Ν.Ο. Μάτι Αττικής καθώς και της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής από τα κάτωθι σκάφη…». Από το ίδιο «ημερολόγιο» αποκαλύπτεται ότι στις 22.30 είδαν ή άκουσαν για τις σορούς ο υφυπουργός Ναυτιλίας Νεκτάριος Σαντορινιός, ο γενικός γραμματέας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής Χρήστος Λαμπρίδης, ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος Σταμάτης Ράπτης και ο Β’ υπαρχηγός Αθανάσιος Ντούνης. Στο σήμα-ημερολόγιο του Λιμεναρχείου Ραφήνας αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Περί 22.30, προσέλευση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας».
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
«Περί 21.15-21.30, κινούμενος μαζί με τον συνάδελφό μου και μία ακόμη ομάδα ΔΙ.ΑΣ. επί της οδού Δημοκρατίας 107 στο Κόκκινο Λιμανάκι, είδαμε την πρώτη σορό ανθρώπου. Με κινητό τηλέφωνο καλέσαμε το ΕΚΑΒ και στη συνέχεια την υπηρεσία μας». Αυτή είναι η πρώτη επίσημη αναφορά και όχι… διαβίβαση στελέχους της Ελληνικής Αστυνομίας για τον εντοπισμό νεκρού στο Μάτι. Το ψηφιακό και αναλογικό σύστημα επικοινωνίας είχε… πέσει και όλες οι επικοινωνίες των αστυνομικών γίνονταν με κινητά τηλέφωνα. Πριν από αυτή την επίσημη αναφορά, οι κλήσεις των αστυνομικών προς την υπηρεσία τους, για να αναφέρουν τον εντοπισμό σορών, ξεκινούσαν από τις 20.40… Οι αποκαλυπτικές διαβιβάσεις αφορούσαν και υπουργικές παρεμβάσεις:
19.50.44
Ανδρας: Δεν είναι εντολή υπουργού να ενισχύσουμε.
Γυναίκα: Τον καβαλάρη μού λέει, στείλε μου λέει εναέριο, δεν μπορώ, θα μου φύγει.
Ανδρας: Σου λέω είναι, Μαρία μου, θα τον πάρω να του το πω, ε; Οχι MOTOR OIL, για τον Καβελάρη, ο Κλ… θα του φύγει, δεν μπορεί να την κρατήσει.
Γυναίκα: Σε επαφή στο τηλέφωνο να του το δώσετε.
Ανδρας: Με ακούς;
Γυναίκα: Ναι
Ανδρας: Μαρία, είναι εντολή του υπουργού να…
Γυναίκα: Αμα ξαναπάρει τηλέφωνο, θα του το πω.
ΟΤΑΝ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ… ΜΑΣΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, Ο «ΕΤ» ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΦΕΡΝΕΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
> Η επιτυχημένη άσκηση προσομοίωσης που κάηκε στο Μάτι
Ασκηση που πέτυχε, πραγματικότητα που έκαψε ανθρώπους και περιουσίες. Στην ιδανική… προσομοίωση ο Νέος Βουτζάς και το Μάτι σώθηκαν, στην αμείλικτη πραγματικότητα χάθηκαν από τον χάρτη. Τραγική ειρωνεία, στις 8 Μαΐου 2018, ο Νίκος Τόσκας, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Καπάκης και ο πρώην αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Σωτήριος Τερζούδης είδαν μία «ιδανική» αντιμετώπιση δασικής πυρκαγιάς στη θέση Πύριζα της Πεντέλης. Σκοπός της άσκησης «Διά πυρός 2018» ήταν να διαπιστωθεί σε ρεαλιστικές συνθήκες η επιχειρησιακή ετοιμότητα του μηχανισμού δασοπυρόσβεσης. Ολα τα παραπάνω απέτυχαν θανατηφόρα κάτω από πραγματικές συνθήκες, τα σχέδια της άσκησης τα πήρε ο άνεμος…
> Ασύρματοι που δεν λειτουργούσαν
Επικίνδυνη «βουβαμάρα» και «κώφωση» των αστυνομικών στο Μάτι τις κρίσιμες ώρες. Στο Αστυνομικό Τμήμα Ραφήνας, ο σταθμός βάσης εκπομπής του νέου ψηφιακού συστήματος ραδιοεπικοινωνίας SEPURA (υπάρχουν άλλοι δύο, σε Νέα Μάκρη και Πεντέλη), για τις επικοινωνίες των αστυνομικών, σταμάτησε να εκπέμπει για… 6,5 ώρες (19.20-02.00), εξαιτίας διακοπής ρεύματος τη «Μαύρη Δευτέρα». Κανείς από την Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας δεν είχε βάλει ένα… UPS για αδιάλειπτη παροχή ενέργειας. Οι υπηρεσίες της Τροχαίας δεν έχουν ασυρμάτους συμβατούς με το νέο ψηφιακό σύστημα ραδιοεπικοινωνίας, κάτι που θα τους διευκόλυνε να συντονίσουν καλύτερα τη διαδικασία διακοπής της κυκλοφορίας στη Λ. Μαραθώνος, αφού και με τους αναλογικούς ασυρμάτους είχαν διακεκομμένες, κακές λήψεις και διαβιβάσεις.
> Οι παραλείψεις του Λιμενικού και οι 13 που… πνίγηκαν
Από τους 100 και πλέον νεκρούς, όπως αποκάλυψε ο «Ε.Τ.» και το Eleftherostypos.gr , οι 13 πνίγηκαν! «Το Λιμενικό Σώμα ειδοποιήθηκε να συνδράμει όταν ήδη είχαν εισχωρήσει άνθρωποι στη θάλασσα, περί ώρα 18.50», αναφέρει το πόρισμα, ενώ ήδη η φωτιά είχε κατακάψει τα πάντα και περίπου 1.000 άτομα είχαν εγκλωβιστεί έξω και μέσα στους κόλπους της περιοχής. Με 33 λεπτά της ώρας διαφορά ενημερώθηκαν οι δύο νευραλγικές υπηρεσίες του Λιμενικού! Το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ραφήνας δέχτηκε κλήση από ιδιώτη στις 18.50 αλλά ο θάλαμος επιχειρήσεων στο Αρχηγείο του Σώματος δήλωσε πως ενημερώθηκε στις 19.23 (!), όχι από τους συναδέλφους τους στη Ραφήνα ή κάποιο άλλο φορέα, αλλά πάλι από ιδιώτη. Ο εισαγγελέας περιγράφει την τραγική αμέλεια του Λιμεναρχείου να αφήσει δύο πλοία με εκατοντάδες επιβάτες και οχήματα να επιβαρύνουν τον κόμβο «σωτηρίας» των κατοίκων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το μποτιλιαρισμένο Μάτι, αλλά και να οδηγήσουν πολλούς προς το Μάτι.
> Παραποίησαν στοιχεία
«Το 1230 πυροσβεστικό όχημα, που είχε ορισθεί σε υπηρεσία επιτήρησης έναρξης πυρκαγιάς στο Ντράφι-Νταού Πεντέλης, ήταν στην Κινέττα από τις 14.00 της 23ης Ιουλίου 2018. Το δεύτερο όχημα, που είχε αρμοδιότητα την ίδια περιοχή, βρισκόταν και αυτό στην Κινέττα από τις 14.38». Κι όμως, στα στοιχεία που παρέδωσε το Πυροσβεστικό Σώμα, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ηλία Ζαγοραίο, το «1230 πυροσβεστικό όχημα» πήγε στο Νταού Πεντέλης στις… 16.57! Από καταθέσεις πυροσβεστών προκύπτει ότι του είχε δοθεί εντολή στις 16.45 να κινηθεί στο Νταού Πεντέλης και το πλήρωμα του οχήματος διαβίβασε ότι βρίσκεται στην Κινέττα, κάτι που είχαν «ξεχάσει» οι επικεφαλής αξιωματικοί του Πυροσβεστικού Σώματος, ότι είχαν… διατάξει να μεταβεί προς ενίσχυση.
Tο Μάτι στη Δικαιοσύνη
Οκτώ χρόνια έχουν περάσει από τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, στα οποία οι εγκαυματίες και οι συγγενείς των θυμάτων έχουν ζητήσει με κάθε τρόπο την απόδοση Δικαιοσύνης.
Παρά το γεγονός ότι οι κατηγορίες για τους υπαίτιους της τραγωδίας αξιολογήθηκαν από τις δικαστικές αρχές ως πλημμελήματα (αν και εντός της Δικαιοσύνης υπήρχε και η αντίθετη άποψη: πώς προέκυψαν στοιχεία για την τέλεση κακουργημάτων), τελικά οι δικαστές αποφάσισαν να οδηγήσουν στη φυλακή τέσσερις από τους καταδικασθέντες, κρίνοντας πως έχουν βαριά ευθύνη λόγω των παραλείψεών τους, οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο συνολικά 104 άτομα.
Έτσι, πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο της Αθήνας, οδηγήθηκαν στη φυλακή ο τότε αρχηγός της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Σωτήρης Τερζούδης, ο τότε υπαρχηγός του σώματος Βασίλης Ματθαιόπουλος, ο τότε επικεφαλής των εναέριων μέσων της Πυροσβεστικής Ιωάννης Φωστιέρης, αλλά και από πλευράς της πολιτικής ηγεσίας, ο τότε γενικός γραμματέας πολιτικής προστασίας Ιωάννης Καπάκης (ήταν το υψηλότερο πολιτικό στέλεχος από πλευράς πολιτικής προστασίας μέχρι αυτή να αναβαθμιστεί σε υπουργείο).

Μια καταδίκη που επικυρώθηκε πριν από λίγους μήνες και από τον Αρειο Πάγο, με τη διαφορά ότι το Ανώτατο Δικαστήριο τους αναγνώρισε ελαφρυντικό, αποφασίζοντας ότι η υποθεση θα πρέπει να δικαστεί ξανά στο Εφετείο, μόνο για να υπολογιστεί εκ νέου η μειωμένη ποινή τους.
Κάτι που σημαίνει ότι για τους συγγενείς των θυμάτων και τους εγκαυματίες οι δικαστικές διεκδικήσεις δεν σταματούν ούτε και το επόμενο δικαστικό έτος.
Αλλωστε, εκκρεμεί ακόμη η δίκη για τους επιπλέον εγκαυματίες, οι οποίοι δεν είχαν περιληφθεί στο αρχικό κατηγορητήριο της υπόθεσης.
Η δίκη αυτή είχε προσδιοριστεί εκ νέου για τις 20 Απριλίου 2026 στο Εφετείο Κακουργημάτων και πήρε πάλι αναβολή, μέχρι να τελεσιδικησει η «βασική» δίκη.

Παράλληλα, οι συγγενείς των θυμάτων θεωρούν ότι πρέπει να διεξαχθούν και άλλες έρευνες, διότι πτυχές της υπόθεσης παραμένουν ανοιχτές.
Το κομβικότερο από όσα ισχυρίζονται είναι ότι υπάρχουν ακόμα θύματα που δεν έχουν ταυτοποιηθεί, πέραν των 104 νεκρών που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο της υπόθεσης.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της περασμένης Δευτέρας, ο Σύλλογος απηύθυνε αίτημα στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου για νέα έρευνα, καταθέτοντας «στοιχεία σχετικά με χώρο ομαδικής ταφής στο κοιμητήριο Νέας Μάκρης, στον οποίο, σύμφωνα με την αναφορά, έχουν ενταφιαστεί αταυτοποίητα ανθρώπινα υπολείμματα, πιθανά υπολείμματα ήδη ταυτοποιημένων θυμάτων, ζωικά κατάλοιπα και λοιπά αντικείμενα».

Επίσης ζητούν να ερευνηθεί «η διαχείριση της σορού γυναίκας που εντοπίστηκε στη θάλασσα μετά την πυρκαγιά, μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο Σχιστού και ενταφιάστηκε μετά την πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος, ώστε να διαπιστωθεί εάν τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες ταυτοποίησης, οι διαδικασίες ταυτοποίησης και παράδοσης σορών, υπό το φως περιστατικών λανθασμένης παράδοσης ανθρώπινων υπολειμμάτων που αναδείχθηκαν κατά την ποινική διαδικασία, η ύπαρξη και αξιολόγηση ψηφιακών αποδεικτικών μέσων και κάθε άλλου στοιχείου που ενδέχεται να συμβάλει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».



