Ένας έφηβος από κορυφαία αθηναϊκή οικογένεια, μια γοητευτική Γαλλίδα, ένας αρχιτέκτονας, ένας ανήλικος αυτόπτης μάρτυρας με βαριά θεατρική κληρονομιά και ένας πυροβολισμός πίσω από κλειστές πόρτες. Η υπόθεση είχε όλα όσα χρειάζονταν οι εφημερίδες της εποχής για να ξεσαλώσουν: έρωτα, κοινωνικό σκάνδαλο, πάθος, αίμα και μεγάλα ονόματα.
Το θύμα ήταν ο 17χρονος Γιαννάκης Καλομοίρης, γιος του εμβληματικού μουσουργού και μουσικοπαιδαγωγού Μανώλη Καλομοίρη. Μαζί του βρέθηκε μπλεγμένος και ο στενός φίλος του, ο 14χρονος Ιωάννης Χορν, γιος του θεατρικού συγγραφέα Παντελή Χορν και αδελφός του μετέπειτα κορυφαίου ηθοποιού Δημήτρη Χορν. Στο επίκεντρο στεκόταν η 25χρονη Γαλλίδα Μαργαρίτα Ουαλόν, σύντροφος του γνωστού αρχιτέκτονα της εποχής Περικλή Τριανταφύλλου.

Η ιστορία είχε ξεκινήσει λίγα χρόνια νωρίτερα, όταν το ζευγάρι νοίκιασε δωμάτιο στην οικία των Καλομοίρηδων, στην οδό Αγίου Νικοδήμου, δίπλα στην πλατεία Συντάγματος. Ο μικρός Γιαννάκης, τότε ακόμη «με κοντά παντελονάκια», όπως κατέθεσε αργότερα η μητέρα του Χαρίκλεια, άρχισε σταδιακά να πλησιάζει τη νεαρή Γαλλίδα. Αρχικά εκείνη του μάθαινε γαλλικά και, στη συνέχεια, με τη συναίνεση των γονιών του, πήγαιναν μαζί περιπάτους, στον κινηματογράφο και στο θέατρο.
Όταν ο Τριανταφύλλου έφυγε στο μικρασιατικό μέτωπο, η σχέση τους έγινε στενότερη. Ο νεαρός περνούσε κρυφά στο δωμάτιό της τις ώρες που κοιμόταν η μητέρα του. Στην αρχή όλοι αντιμετώπισαν την κατάσταση ως μια αθώα οικειότητα. Σύντομα όμως ο έφηβος άρχισε να βυθίζεται σε έναν εμμονικό έρωτα.

Ο ίδιος ο Μανώλης Καλομοίρης κατέθεσε αργότερα πως το παιδί του είχε αλλάξει δραματικά. Καθόταν μελαγχολικός στο πιάνο και συνέθετε «θλιμμένα τραγούδια». Είχε χάσει το ενδιαφέρον του για τα πάντα. Η οικογένεια αντιλαμβανόταν ότι κάτι σκοτεινό ωρίμαζε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε την αιτία ούτε, φυσικά, την κατάληξη.
Το βράδυ της 11ης Ιουλίου 1923 ο Γιαννάκης πήγε για ακόμη μία φορά στην οδό Αγίου Νικοδήμου μαζί με τον μικρό Χορν. Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν αργότερα, ο τελευταίος είχε μείνει έξω για να ειδοποιήσει αν επέστρεφε ο Τριανταφύλλου. Ο νεαρός Καλομοίρης ήθελε να βεβαιωθεί ότι η Μαργαρίτα ήταν μόνη.

Η Γαλλίδα αρνήθηκε να τον συναντήσει, αλλά ο ανένδοτος και πιεστικός νεαρός άρχισε να φωνάζει και εκείνη, φοβούμενη το σκάνδαλο, του άνοιξε την πόρτα. Λίγα λεπτά αργότερα, από το δωμάτιο ακούστηκαν φωνές, θόρυβοι σαν καταδίωξη και, στο τέλος, ένας ξερός πυροβολισμός.
Η Μαργαρίτα πετάχτηκε στο παράθυρο φωνάζοντας για βοήθεια. Ο Χορν και ο Τριανταφύλλου, που εκείνη την ώρα επέστρεφε στο σπίτι, ανέβηκαν τρέχοντας και βρήκαν τον νεαρό πεσμένο στο πάτωμα, να ψυχορραγεί μέσα στα αίματα. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Πολιτικό Νοσοκομείο, αλλά λίγο αργότερα ξεψύχησε.
Αρχικά η Ουαλόν υποστήριξε πως επρόκειτο για ατύχημα. Είπε ότι ο νεαρός περιεργαζόταν το περίστροφο και αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος. Η ιατροδικαστική έκθεση όμως γκρέμισε γρήγορα αυτή την πρόχειρα προετοιμασμένη εκδοχή.

Στο πρόσωπο του θύματος υπήρχαν εκδορές από νύχια. Στον λαιμό σημάδια που παρέπεμπαν σε πάλη και απόπειρα στραγγαλισμού. Κυρίως όμως η πορεία της σφαίρας δεν ταίριαζε με αυτοτραυματισμό: είχε εισέλθει κάτω από τη δεξιά ωμοπλάτη, διαπερνώντας τον πνεύμονα, και είχε εξέλθει από την αριστερή πλευρά.
Η υπόθεση πήρε αμέσως διαστάσεις κοινωνικού σεισμού. Οι εφημερίδες μιλούσαν για «μυστηριώδες ερωτικό δράμα» και για «φόνισσα». Οι λαϊκές συνοικίες διάβαζαν με μανία τις ανταποκρίσεις από τα σαλόνια της αθηναϊκής αστικής τάξης.
Κατά την ανάκριση, η Μαργαρίτα εμφανιζόταν ψύχραιμη και ατάραχη. Ένας γαλλομαθής χωροφύλακας ανέφερε πως αποκαλούσε διαρκώς το θύμα άλλοτε «το μικρό» και άλλοτε «το φτωχό παιδί». Ο σύντροφός της την πίεζε επανειλημμένα να πει την αλήθεια, εκείνη όμως επέμενε μονότονα στην εκδοχή του ατυχήματος.
Στη φυλακή παραπονιόταν για κοριούς και κουνούπια. Όταν της πήραν αποτυπώματα, ξέσπασε: «Τι ρεζιλίκι είναι αυτό που μου κάνετε; Είμαι αθώα». Ο πραγματικός εφιάλτης της όμως ήταν ο μικρός Χορν. Η κατάθεσή του θεωρήθηκε καταλυτική και η ίδια δεν σταματούσε να τον αποκαλεί «ανόητο παιδάκι» και «ψεύτη». Εφημερίδες της εποχής έγραφαν πως μιλούσε διαρκώς γι’ αυτόν και άφηνε να εννοηθεί ότι «θα τον εκδικηθεί αν ποτέ τον βάλει στα χέρια της».
Η πρωτεύουσα συγκλονίστηκε όχι μόνο από την πρωτοφανή τραγωδία, όπου ένα νεαρό παιδί δολοφονήθηκε από τη μεγαλύτερη σε ηλικία ερωτική σύντροφό του, αλλά και από τα κορυφαία ονόματα της κοινωνικής ζωής που συνόδευαν την υπόθεση. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Τύπος δημοσίευε ποιήματα και κείμενα του νεαρού Καλομοίρη, με τίτλους όπως «Ύμνος στον πόθο μου», μετατρέποντας την υπόθεση σε λαϊκό σίριαλ πολύ πριν από τον ερχομό της τηλεόρασης.

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Γρηγόριος Ξενόπουλος, σε συναισθηματικά φορτισμένο άρθρο του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», δεν εστίασε στο θύμα, αλλά στον νεαρό Χορν, που σε τόσο τρυφερή ηλικία καλούνταν να διαχειριστεί ένα τραγικό γεγονός ως καθοριστικός μάρτυρας κατηγορίας για τη δολοφονία του φίλου του. Το άρθρο είχε τίτλο «Στον Γιαννάκη Π. Χορν», τον οποίο προσφωνούσε ως «το αγαπητό παιδί ενός αγαπητού πατέρα».
Η δίκη άρχισε τον Οκτώβριο του 1924 και εξελίχθηκε σε κοσμικό γεγονός. Στην ασφυκτικά γεμάτη δικαστική αίθουσα, το ακροατήριο αποτελούνταν από κυρίες της καλής κοινωνίας, φοιτητές, δημοσιογράφους και πολλούς περίεργους που περίμεναν να δουν από κοντά τη «μοιραία Γαλλίδα».
Η απολογία της Ουαλόν υπήρξε θεατρική. Έκλαιγε, λύγιζε και μιλούσε με δραματική ευφράδεια. Παρουσίασε τον νεαρό ως παθολογικά ερωτευμένο και ασταθή. «Με άρπαζε, με φιλούσε και ύστερα θύμωνε ξαφνικά», είπε. «Ποτέ δεν κατάλαβα τι ήθελε από μένα αυτό το παιδί». Περιέγραψε τη μοιραία νύχτα ως σκηνή παραφροσύνης. Υποστήριξε ότι ο Καλομοίρης την άρπαξε από τον λαιμό, την πέταξε στο ντιβάνι και την απείλησε πως θα τη σκοτώσει. Όταν εκείνος άρπαξε το περίστροφο, προσπάθησε να του το αποσπάσει και τότε ακούστηκε ο πυροβολισμός.
Όμως η πιο εντυπωσιακή στιγμή ήρθε από τον εισαγγελέα. Η αγόρευσή του έμεινε ιστορική τόσο για τη σκληρή γλώσσα που χρησιμοποίησε όσο και για την εισήγησή του. Ακόμη κι αν η γυναίκα αυτή ήταν, όπως είπε, «πόρνη των παρισινών βουλεβάρτων», είχε δικαίωμα στην προσωπική της ελευθερία και στην ησυχία της. «Αν σε δεχθή, να την πληρώσης. Αν όμως σε αποκρούση, να φύγης», είπε, απευθυνόμενος συμβολικά στον νεκρό έφηβο. Και κατέληξε: «Η κατηγορουμένη είναι αθώα».

Το ακροατήριο ξέσπασε σε χειροκροτήματα. Οι ένορκοι αθώωσαν τη Μαργαρίτα Ουαλόν και η αίθουσα σηκώθηκε όρθια φωνάζοντας «Ζήτω η ελληνική δικαιοσύνη».
Λίγες ημέρες αργότερα η Γαλλίδα έφυγε ανακουφισμένη από τον Πειραιά με το πλοίο «Πιέρ Λοτί» για τη Μασσαλία και, φυσικά, δεν επέστρεψε ποτέ στην Ελλάδα. Στην προκυμαία είχε συγκεντρωθεί πλήθος. Άλλοι τη γιούχαραν και άλλοι τη χειροκροτούσαν.
Έτσι έκλεισε ένα από τα πιο σκοτεινά και πολυσυζητημένα ερωτικά σκάνδαλα της μεσοπολεμικής Αθήνας. Ένα δράμα που ξεκίνησε σαν αθώο φλερτ σε μια αστική πολυκατοικία και κατέληξε σε νεκροτομείο, δικαστήριο και πρωτοσέλιδα. Η Αθήνα είχε ήδη αποκτήσει τον πρώτο μεγάλο κοσμικό της μύθο.

