Για το τηλεοπτικό κοινό των δεκαετιών του 1960 του 1970 και του 80, υπήρξε το ευγενικό πρόσωπο της δημόσιας τηλεόρασης, μια παρουσία που συνδύαζε αρχοντιά, καθαρό λόγο, νάζι  και μια σπάνια αίσθηση οικειότητας.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Στα πρώτα της βήματα στην τηλεόραση.     

Γεννήθηκε ως Αικατερίνη Αγάθου-Μιχαλοπούλου στις 25 Οκτωβρίου 1940 στους Λιαπάδες της Κέρκυρας. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η μουσική και ο πολιτισμός είχαν ιδιαίτερη θέση στην καθημερινότητα. Φοίτησε στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών της Κέρκυρας και από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με το πιάνο, ενώ παράλληλα διδάχθηκε γαλλικά και αγγλικά. Η μουσικότητα του νησιού και η ιδιαίτερη κερκυραϊκή παιδεία θα άφηναν ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μετέπειτα πορεία της.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα έγιναν το 1962, όταν προσλήφθηκε ως εκφωνήτρια στον τοπικό ραδιοσταθμό του ΕΙΡ, ενώ συνεργάζεται για δύο χρόνια και στον ραδιοσταθμό της Αμαλιάδας. Το 1966 πήρε τη μεγάλη απόφαση να μεταβεί στην Αθήνα προκειμένου να συμμετάσχει στις εξετάσεις για τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών. Την ίδια περίοδο έλαβε μέρος και στον πρώτο διαγωνισμό για την πρόσληψη παρουσιαστριών στον Πειραματικό Σταθμό Τηλεοράσεως του ΕΙΡ.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Πέτυχε και στις δύο δοκιμασίες. Τα πρώτα τηλεοπτικά δοκιμαστικά έπεισαν τους υπευθύνους ότι διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά που απαιτούσε το νέο μέσο. Έτσι, βρέθηκε ανάμεσα στα πρώτα πρόσωπα του προδρόμου της ΕΡΤ, του περίφημου «Καναλιού 11», ενώ παράλληλα εργάστηκε και στον ραδιοφωνικό σταθμό της ΥΕΝΕΔ.

Η μετάβαση στην τηλεόραση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν υπήρχαν σχολές, ούτε πρότυπα. Οι πρωτοπόροι εκείνης της εποχής μάθαιναν το μέσο στην πράξη, πολλές φορές αυτοσχεδιάζοντας. Η ίδια φρόντισε να καλλιεργήσει ακόμη περισσότερο την εκφορά του λόγου της, παρακολουθώντας μαθήματα ορθοφωνίας και αποβάλλοντας σταδιακά το έντονο κερκυραϊκό ιδίωμα.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Η δημοτικότητά της υπήρξε εντυπωσιακή. Το 1969 αναδείχθηκε πρώτη στον διαγωνισμό της Ελληνικής Εταιρείας Προγραμμάτων Τηλεόρασης για την καλύτερη Ελληνίδα τηλεπαρουσιάστρια, επιβεβαιώνοντας την ιδιαίτερη σχέση που είχε ήδη αναπτύξει με το κοινό.

Η δυσκολότερη ίσως στιγμή της καριέρας της ήρθε στις 6 Ιουνίου 1968. Λίγο πριν από την εκφώνηση του δελτίου ειδήσεων έφθασε στο στούντιο η έκτακτη είδηση της δολοφονίας του Ρόμπερτ Κένεντι. Η νεαρή παρουσιάστρια κλήθηκε να διαχειριστεί ένα γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας με απόλυτη ψυχραιμία.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Με την Μιμή Ντενίση το 1979.

«Ήταν κάτι που με συγκλόνισε αφάνταστα. Όμως οι στιγμές εκείνες δεν επέτρεπαν συναισθηματισμούς. Άρχισα να διαβάζω το δελτίο. Κι αν ακόμη κάποιοι από αυτούς που άκουγαν έκλαιγαν, εγώ όφειλα να είμαι ψύχραιμη. Και ήμουν», θα θυμόταν αργότερα.

Παράλληλα, η μεγάλη της αγάπη παρέμενε το θέατρο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κωστή Λειβαδέα και από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να εμφανίζεται στη σκηνή, συμμετέχοντας στις επιθεωρήσεις «Ξαναγαργάλατα» και «Αλάτι και πιπέρι», ενώ αργότερα έπαιξε στα έργα «Νεράντζια από τη Σικελία» του Λουίτζι Πιραντέλο και «Ένας Δημόσιος Υπάλληλος» της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου. Εμφανίστηκε επίσης στον κινηματογράφο, στις ταινίες «Και ξανά προς τη δόξα τραβά» και «Made in Greece» του Χάρρυ Κλυνν.

Η ίδια αντιμετώπιζε το θέατρο με ιδιαίτερη σοβαρότητα, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Φιλοδοξώ να παίξω όταν θεωρήσω τον εαυτό μου έτοιμο να προσφέρει σε αυτό που θεωρώ εγώ θέατρο. Δεν ξέρω όμως πότε και πού θα είναι αυτή η στιγμή».

Μέχρι την αποχώρησή της από την τηλεόραση το 1988 παρέμεινε μία από τις πιο αγαπητές και δημοφιλείς παρουσίες της ελληνικής μικρής οθόνης..

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Η Νάκυ Αγάθου έμεινε τελικά στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο μιας διαφορετικής τηλεοπτικής εποχής. Τότε που οι εκφωνητές δεν ήταν απλώς τηλεοπτικά πρόσωπα, αλλά φορείς κύρους και ευγένειας. Με τη χαρακτηριστική φωνή, το χαμόγελο και τη σεμνότητά της, εκπροσώπησε μια τηλεόραση πιο ανθρώπινη, πιο λιτή και ίσως περισσότερο ρομαντική από τη σημερινή. Μια τηλεόραση που έκανε τα πρώτα της βήματα και είχε ως ξεναγό μια Κερκυραία με αρχοντιά και ήθος.