Ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και τον λαϊκό θρύλο, ο Χρήστος Νάτσιος πέρασε από την παρανομία στη συλλογική μνήμη, αποκτώντας διαστάσεις που ξεπέρασαν κατά πολύ τη σύντομη ζωή του. Η δράση και ο θάνατός του στάθηκαν η αφετηρία για τη δημιουργία ενός μύθου που επιβιώνει μέχρι σήμερα. Οι πληροφορίες για τη γέννησή του είναι συγκεχυμένες, όπως και πολλά στοιχεία της σύντομης ζωής του. Γεννιέται περίπου το 1830 από οικογένεια βοσκών, ενώ τον τόπο γέννησής του διεκδικούν το Στείρι Βοιωτίας, η Αράχοβα και τα Στύρα Ευβοίας.

Για τους λόγους που εγκατέλειψε την ποιμενική ζωή και ακολούθησε την παρανομία υπάρχουν αρκετές εκδοχές. Η πρώτη αναφέρει ότι ο νεαρός Χρήστος ενεπλάκη στην ανάρμοστη σχέση ενός ηγουμένου με μια χήρα, με αποτέλεσμα ο πρώτος να τον καταγγείλει άδικα για κλοπή προβάτων. Η δεύτερη θέλει, πάλι με αφορμή την καρδιά μιας κοπέλας, να καταγγέλλεται από τον αντίζηλό του για κλοπή και κατά την επιχείρηση σύλληψής του να πέφτει νεκρός ένας χωροφύλακας. Σύμφωνα με την τρίτη εκδοχή, ο 19χρονος Χρήστος αρνείται να ακολουθήσει τον χωροφύλακα που εκτελεί ένταλμα σύλληψής του ως καθυστερημένου κληρωτού της προηγούμενης χρονιάς. Στη συμπλοκή που ακολουθεί σκοτώνονται τέσσερις χωροφύλακες και τρεις φίλοι του.

Κυνηγημένος
Ανεξάρτητα από την αφορμή, η πραγματικότητα είναι ότι ο νεαρός Νάτσιος περνά στην παρανομία, καταφεύγοντας κυνηγημένος στα βουνά, όπου εντάσσεται στη συμμορία του Λουκά Μπελούλια, εξαδέλφου της μητέρας του. Εκείνος του δίνει το παρατσούκλι «Νταβέλης», που στα αρβανίτικα σημαίνει δυνατός, σκληροτράχηλος. Η έντονη προσωπικότητά του τον κάνει να ξεχωρίσει και σύντομα δημιουργεί δική του ομάδα, αποτελούμενη από περίπου είκοσι άνδρες. Πρωτοπαλίκαρό του είναι ο Ζαφείρης, ενώ τον ακολουθούν οι Διονύσης Κυρανιώτης, Ζαφείρης Κουκουβίνος, Λουκάς Λιοντάκης κ.ά.

Η δράση της συμμορίας εκτείνεται στην Αττική, τη Βοιωτία και τη Φθιώτιδα και περιλαμβάνει ληστείες χωρικών και βοσκών, απαγωγές παιδιών προκρίτων με σκοπό την είσπραξη λύτρων, αλλά και απειλές πυρπόλησης χωριών εάν δεν καταβληθούν τα απαιτούμενα ποσά. Ενα από τα εκβιαστικά τελεσίγραφά του αναφέρει: «Κύριε δήμαρχε Κόλλια και πάρεδροι και νοικοκυραίοι όλοι, να μας φτιάσετε 3.000 τάλιρα. Να ηξεύρετε αν δεν μας τα στείλετε τα χρήματα, θα σας κάψομεν το χωριό σας, και τα βόδια σας θα τα σκοτώσομεν και εσάς θα σας σκοτώσωμεν, και όχι σταθμόν να έχετε αλλά και λόχον. Χρίστος Νταβέλης – Γιότης Ντουντούμης».
Οι εφημερίδες της εποχής διαμαρτύρονται για την ανεξέλεγκτη δράση των ληστών, που φτάνει μέχρι τις παρυφές της πρωτεύουσας: «Πώς είναι δυνατόν να μη διατηρώνται λησταί εις Αττικήν, Μεγαρίδα, Βοιωτίαν και αλλαχού, όταν εν τη πρωτευούση διατηρή η Κυβέρνησις 2.000 στρατού; Πότε η Κυβέρνησις έστειλεν εκατό άνδρας να καταδιώξουν ληστρικήν συμμορίαν; Η κατά την Αττικήν συμμορία Νταβέλη, ποσάκις του μηνός έρχεται εις Πεντέλην και αλλαχού; Πόση δύναμις απεστάλη κατ’ αυτής; Ποτέ πλείονες των είκοσι. Καταδιώκεται λοιπόν ούτως η ληστεία;».

Διπλό όφελος
Την περίοδο της Αγγλογαλλικής Κατοχής της Αθήνας (1854-1857), ο Νταβέλης, αντιλαμβανόμενος το λαϊκό μένος εναντίον των ξένων δυνάμεων, στρέφεται εναντίον τους αποκομίζοντας διπλό όφελος: υψηλά λύτρα και λαϊκή αποδοχή. Τον Σεπτέμβριο του 1855 απήγαγε τον Γάλλο λοχαγό του Πυροβολικού Βετρό, έναν ακόμη αξιωματικό και τον λιμενάρχη του Πειραιά. Για την απελευθέρωσή τους ζητά τα μυθικά για την εποχή λύτρα των 30.000 δραχμών. Τελικά όχι μόνο τα εισπράττει, αλλά και ο πρώην αιχμάλωτός του μιλά με θερμά λόγια γι’ αυτόν, διακρίνοντας «…την γενναιοτέραν και ευγενεστέραν καρδίαν που είδε ποτέ εις όλον τον κόσμον».
Με αυτές τις ενέργειες, όμως, ο Νταβέλης περνά την κόκκινη γραμμή και ακολουθεί δρόμο χωρίς επιστροφή. Η υψηλή αγγλογαλλική επικήρυξη ωχριά μπροστά στο μίσος των Αρχών. Ο κλοιός στενεύει ασφυκτικά γύρω του και η τελική σύγκρουση έρχεται στις 12 Ιουλίου 1856. Η συμμορία του εγκλωβίζεται στον Παρνασσό από απόσπασμα Χωροφυλακής με επικεφαλής τον πρώην σύντροφό του Ιωάννη Μέγα.
Για το τέλος του υπάρχουν περιγραφές που δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν. Η αναφορά του δημάρχου Χαιρώνειας προς το Επαρχείο Λιβαδειάς είναι λιτή: «Ο μοίραρχος Π. Βακάλογλου, ξιφήρης, επετέθη έξωθεν των προμαχώνων με τους λοιπούς στρατιωτικούς… Ο αξιωματικός Ιωάννης Μέγας… αφού εφόνευσε έναν τούτων, έπεσε και αυτός ενδόξως πυροβοληθείς υπό του Νταβέλη διά πιστολιού, εις τον θώρακα».
Το περιφερόμενο ως λάφυρο κεφάλι του Νταβέλη από τη Χωροφυλακή έφερε τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να λειτουργήσει ως παραδειγματισμός, συνέβαλε στη μετατροπή του από διαβόητο ληστή σε λαϊκό ήρωα. Γρήγορα κυκλοφόρησαν φήμες για δήθεν ερωτική σχέση του με τη γηραιά δούκισσα της Πλακεντίας, για τον κρυμμένο θησαυρό του, ενώ ακόμη και η σπηλιά που φέρεται να χρησιμοποιούσε στην Πεντέλη απέκτησε υπερφυσικές ιδιότητες, τις οποίες διατηρεί στη λαϊκή παράδοση μέχρι σήμερα.

Πηγή έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας
Ο Νταβέλης ενσάρκωνε τον τύπο του ανυπότακτου που αντιστεκόταν στην εξουσία, χαρακτηριστικό που συγκινούσε μεγάλο μέρος της κοινωνίας του 19ου αιώνα. Ετσι, το όνομά του πέρασε από τις εφημερίδες και τα δικαστικά έγγραφα στις θεατρικές σκηνές, στα λαϊκά αναγνώσματα, στα δημοτικά τραγούδια, στα βιβλία και, αργότερα, στον κινηματογράφο, διατηρώντας ζωντανό τον θρύλο του μέχρι σήμερα.
Πλέον, ως μέρος της λαϊκής μυθολογίας, ο Νταβέλης πρωταγωνιστεί στα λαϊκά προπολεμικά θεάματα. Το 1897, στην πλατεία Αγίου Διονυσίου της Αθήνας, παρουσιάζεται η ομώνυμη θεατρική παράσταση: «Απόψε εν τω θεάτρω Ανδρεικέλων, όπερ διευθύνει ο Χρ. Κονιτσιώτης, κείμενον παρά την οδόν Αιόλου, παλαιά Αγορά, δίδεται το ιστορικόν τετράπρακτον έργον “Νταβέλης ο αρχιληστής” με μουσικήν ανατολικήν».
Το 1910 ανεβαίνει στο Θέατρο Νεαπόλεως το «περιεργότατο εις πλοκή και δράση» ιστορικό έργο των Κυριακού – Σταθόπουλου, το τετράπρακτο δράμα Νταβέλης». Στον ρόλο της βασίλισσας Αμαλίας εμφανίζεται η Βασιλεία Στεφάνου, τον Νταβέλη υποδύεται ο Δελενάρδος, ενώ τον θίασο συμπληρώνουν οι Σταματάκης, Παπαστεφάνου και Χέλμης. Πρωταγωνιστικός είναι ο ρόλος του αρχιληστή και στο δράμα του 1910 «Η ψυχοκόρη», ενώ το 1923, στο Θέατρο Παγκράτιον, παρουσιάζεται η παράσταση «Ο λήσταρχος Νταβέλης».
Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος του αφιερώνει ομώνυμο πίνακα. Το 1969 προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία «Ο Νταβέλης» με πρωταγωνιστή τον Αλκη Γιαννακά, ενώ το 2015 παρουσιάστηκε η ταινία «Ο λέων της Πεντέλης», που πραγματεύεται τις τελευταίες ημέρες του λήσταρχου. Στη μουσική, εκτός από τα πολυάριθμα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στη δράση του, ασχολούνται μαζί του και νεότεροι δημιουργοί. Από τη Σώτια Τσώτου και τη Μαριαννίνα Κριεζή, που γράφουν στίχους για τους Κώστα Χατζή και Λάκη Παπαδόπουλο, αντίστοιχα, έως τον Σταμάτη Κραουνάκη, ο οποίος συνθέτει το τραγούδι «Λήσταρχος Νταβέλης», ο μύθος του συνεχίζει να εμπνέει την ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία.
Ειδήσεις Σήμερα
- Κτηματαγορά: Νέος κύκλος αξιοποίησης για «ιερά» ακίνητα
- Θεσσαλονίκη: Ρομποτικό τριπλό bypass αλλάζει τα δεδομένα – Τι λέει στον ΕΤ ο χειρουργός δρ Αντώνιος Πίτσης
- ΑΑΔΕ-ΔΕΟΣ: Κατάσχεση άνω των 2 τόνων ακατάλληλων γαλακτοκομικών προϊόντων – Τα μετέφερε φορτηγό χωρίς ψυγείο
- Γιώργος Μυλωνάκης: «Ο Θεός μού έστειλε μια προειδοποίηση»
- Η πρώτη σοκολάτα με γεύση… Μυκόνου – Τι λέει στον ΕΤ ο ιδρυτής της σοκολατοποιίας που έγινε viral