Η απόφαση για τη δημιουργία της ελήφθη στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης των Παρισίων το 1919 και ενσωματώθηκε ως πρώτο μέρος της Συνθήκης των Βερσαλλιών στις 28 Ιουνίου του ίδιου έτους. Η ΚτΕ ξεκίνησε τη λειτουργία της τον Ιανουάριο του 1920, όταν τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη.

Η αλματώδης εξέλιξη των συγκοινωνιακών μέσων (σιδηρόδρομος, αυτοκίνητο, αεροπλάνο) είχε καταστήσει τις σχέσεις των κρατών στενότερες, ευκολότερες και πιο άμεσες. Οι εμπορικές ροές, η διακίνηση πρώτων υλών και η ενίσχυση της οικονομικής αλληλεξάρτησης δημιουργούσαν έναν κόσμο περισσότερο συνδεδεμένο από ποτέ. Παράλληλα με την οικονομία, η στενότερη επαφή των κοινωνιών ευνόησε και τη διάδοση νέων ιδεών για τη διεθνή οργάνωση και τις σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Κίνδυνοι
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όμως, απέδειξε ότι αυτός ο νέος κόσμος δεν έκρυβε μόνο ευκαιρίες αλλά και τεράστιους κινδύνους. Οι καταστροφικές συνέπειές του οδήγησαν πολλούς πολιτικούς και θεωρητικούς να επανεξετάσουν την ιδέα μιας διεθνούς αρχής που θα μπορούσε να περιορίζει τις συγκρούσεις και να διατηρεί την ειρήνη. Η βασική ιδέα της συλλογικής ασφάλειας ήταν ότι τα κράτη θα αποδέχονταν κοινούς κανόνες και θα δεσμεύονταν να αντιδρούν απέναντι σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια απειλούσε τη διεθνή τάξη.
Στην πράξη, ωστόσο, οι μεγάλες δυνάμεις δεν ήταν έτοιμες να παραχωρήσουν ουσιαστικό μέρος της κυριαρχίας τους σε έναν υπερεθνικό οργανισμό. Προτίμησαν μια διακυβερνητική μορφή συνεργασίας, όπου η παραδοσιακή διπλωματία θα παρέμενε το βασικό εργαλείο.

Οι πρώτες συζητήσεις για τη δημιουργία του έγιναν στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1919. Είχε προηγηθεί η Διακήρυξη των Δεκατεσσάρων Σημείων του προέδρου των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον, η οποία εξέφραζε μια νέα αντίληψη για τον ρόλο της Αμερικής στις διεθνείς υποθέσεις και αμφισβητούσε την παραδοσιακή πολιτική απομονωτισμού. Το τελευταίο σημείο της Διακήρυξης προέβλεπε τη «δημιουργία ενός γενικού συνδέσμου εθνών», ο οποίος θα εγγυόταν την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα όλων των κρατών, μικρών και μεγάλων.
Διαφωνίες
Στον αντίποδα, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετώπιζαν το ζήτημα πιο παραδοσιακά. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό, έχοντας βιώσει δύο γερμανικές εισβολές στη χώρα του, έδινε μεγαλύτερη έμφαση στην ασφάλεια και στην αποτροπή μιας νέας γερμανικής απειλής. Χαρακτηριστική είναι η ειρωνική φράση που του αποδίδεται: «Ο παντοδύναμος Θεός είχε μόνο δέκα εντολές, ο Ουίλσον έχει δεκατέσσερις».
Παράλληλα, κρίσιμο ζήτημα ήταν η διαχείριση της Γερμανίας μετά την ήττα της. Οι νικητές έπρεπε να αποφασίσουν το ύψος των αποζημιώσεων και τον τρόπο αντιμετώπισης της ηττημένης χώρας. Η Γαλλία επιθυμούσε αυστηρές κυρώσεις, ενώ η Βρετανία προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην τιμωρία και στον φόβο ότι μια υπερβολικά σκληρή ειρήνη θα οδηγούσε τη Γερμανία σε αναζήτηση νέων συμμαχιών.

Επειτα από συμβιβασμούς, αποφασίστηκε ότι η συλλογική ασφάλεια της ΚτΕ θα στηριζόταν κυρίως σε οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις εναντίον των παραβατών. Το ζήτημα των στρατιωτικών μέτρων παρέμεινε ασαφές, καθώς εξαρτιόταν από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της ΚτΕ. Ο Ουίλσον φοβόταν ότι η υποχρεωτική στρατιωτική δράση θα δυσκόλευε την επικύρωση της Συνθήκης από τη Γερουσία των ΗΠΑ. Τελικά, η αδυναμία επιβολής στρατιωτικών κυρώσεων αποτέλεσε ένα από τα βασικά μειονεκτήματα του οργανισμού.
Συγκρούσεις
Επιπλέον, τα μικρότερα κράτη φοβούνταν ότι η ΚτΕ θα μετατρεπόταν σε εργαλείο των ισχυρών. Σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα είχαν αλλάξει ριζικά μετά τον πόλεμο, υπήρχαν χώρες που επεδίωκαν την αναθεώρηση της νέας τάξης πραγμάτων και άλλες που επιθυμούσαν τη διατήρησή της. Οι ιδρυτές της ΚτΕ προσπάθησαν έτσι να ισορροπήσουν ανάμεσα σε διαφορετικά και συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα.
Η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών αποφασίστηκε στις 25 Ιανουαρίου 1919 και ο οργανισμός δημιουργήθηκε επίσημα με το πρώτο μέρος της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Βασικά χαρακτηριστικά του ήταν ο οικουμενικός χαρακτήρας και η ευρύτητα των στόχων του. Τα αρχικά μέλη ανέρχονταν σε 42 κράτη, κυρίως χώρες της Αντάντ. Η μεγάλη αντίφαση ήταν ότι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είχαν πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία της ιδέας, δεν συμμετείχαν ποτέ, αφού η Γερουσία αρνήθηκε να επικυρώσει τη Συνθήκη.
Η οργανωτική δομή της ΚτΕ παρουσίαζε αρκετές ομοιότητες με τον μεταγενέστερο ΟΗΕ. Περιλάμβανε τη Γενική Συνέλευση, στην οποία συμμετείχαν όλα τα μέλη, τον γενικό γραμματέα και το Συμβούλιο. Σε αυτό συμμετείχαν αρχικά τέσσερα μόνιμα μέλη, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, καθώς και μη μόνιμα μέλη. Οι αποφάσεις απαιτούσαν κατά κανόνα ομοφωνία στο Συμβούλιο, γεγονός που συχνά περιόριζε την αποτελεσματικότητά της. Παράλληλα, λειτουργούσαν επιτροπές και το Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη της διεθνούς νομολογίας.
Από την αποσύνθεση στην κατάρρευση

Η Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) είχε από τη γέννησή της ορισμένες θεμελιώδεις αδυναμίες που προδιέγραφαν τη δυσκολία της αποστολής της. Η σημαντικότερη αφορούσε το σύστημα των κυρώσεων. Οι μεγάλες δυνάμεις απέφευγαν την επιβολή στρατιωτικών μέτρων και προτιμούσαν οικονομικές πιέσεις, οι οποίες όμως συχνά ήταν αναποτελεσματικές. Ενα κράτος που δεχόταν κυρώσεις μπορούσε να αναζητήσει εμπορικές διεξόδους σε χώρες που δεν συμμετείχαν στην ΚτΕ. Παράλληλα, ο οργανισμός δεν ήταν πραγματικά παγκόσμιος, καθώς αρκετές σημαντικές δυνάμεις βρέθηκαν εκτός ή αποχώρησαν αργότερα, περιορίζοντας τη δυνατότητα επιβολής αποφάσεων.
Η μεγαλύτερη αποτυχία της ΚτΕ ήταν φυσικά η αδυναμία της να αποτρέψει την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και την πορεία προς έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Οταν ο Αδόλφος Χίτλερ άρχισε να μετατρέπει τη Γερμανία σε επιθετική δύναμη, η Βρετανία και η Γαλλία επέλεξαν την πολιτική του κατευνασμού αντί της αποφασιστικής σύγκρουσης. Ετσι, η ναζιστική Γερμανία μπόρεσε να αναπτύξει τη στρατιωτική ισχύ της και να προχωρήσει σε διαδοχικές επεκτατικές κινήσεις. Οι αποχωρήσεις της Ιαπωνίας και της Γερμανίας το 1933, όπως και της Ιταλίας το 1937, αποτέλεσαν το τελικό πλήγμα για την αξιοπιστία του οργανισμού. Οι μεγάλες δυνάμεις είχαν πλέον εισέλθει σε τροχιά σύγκρουσης.
Για την Ελλάδα, η οποία ήταν από τα πρώτα μέλη της ΚτΕ, οι προσδοκίες δεν επιβεβαιώθηκαν. Ο οργανισμός δεν παρενέβη αποφασιστικά στα γεγονότα της Μικράς Ασίας την περίοδο 1919-22 και δεν μπόρεσε να αποτρέψει την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού. Τελικά, η κληρονομιά της Κοινωνίας των Εθνών παρέμεινε αντιφατική. Υπήρξε ένα φιλόδοξο εγχείρημα που προσπάθησε να αντικαταστήσει την παραδοσιακή ισορροπία δυνάμεων με ένα σύστημα συνεργασίας και συλλογικής ασφάλειας. Η αποτυχία της αποτέλεσε επίσης ένα μάθημα για τη δημιουργία του ΟΗΕ μετά το 1945, με την ελπίδα ότι τα λάθη του παρελθόντος δεν θα επαναλαμβάνονταν.
Ειδήσεις Σήμερα
- Φωτιά στο Σοφικό Κορινθίας: Σε ύφεση το μέτωπο – Πλησίασαν τα σπίτια οι φλόγες
- Γαλλία: Τραγωδία στον αέρα – 11 νεκροί αλεξιπτωτιστές από την πτώση αεροσκάφους
- «Αίολος Κεντέρης»: Το άδοξο τέλος μίας… ζωντανής κληρονομιάς – Η στιγμή που καταλήγει σε διαλυτήριο της Τουρκίας
- Μαλεβίζι: Δύο συλλήψεις μετά τον αυτοπυροβολισμό της 43χρονης στο σκοπευτήριο – Στο μικροσκόπιο η γνησιότητα της υπογραφής της