Σήμερα, περισσότερα από 80 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα προσωπικά αντικείμενα Ελλήνων θυμάτων των ναζιστικών διώξεων επέστρεψαν στις οικογένειές τους μέσα από την εκστρατεία #StolenMemory των Αρχείων Arolsen. Την περασμένη Πέμπτη το πρωί, στο αμφιθέατρο «Γιάννος Κρανιδιώτης» του υπουργείου Εξωτερικών, σε μια συγκινητική εκδήλωση αποδόθηκαν τα προσωπικά αντικείμενα των τεσσάρων Ελλήνων κρατουμένων στους συγγενείς τους.

Μία από αυτές είναι και η Παναγιώτα Γαλάνη, εγγονή της αδελφής του κρατουμένου Γιώργου Σαγματόπουλου, η οποία μίλησε στον «Ε.Τ.» στο περιθώριο της εκδήλωσης. «Η γιαγιά μου είχε μία μεγάλη φωτογραφία του αδελφού της στο σπίτι της στη Δραπετσώνα. Τον έψαχνε σε όλη της τη ζωή και δεν σταμάτησε ποτέ να μιλά για εκείνον με συγκίνηση μέχρι το τέλος της ζωής της το 2013. Δεν τον ξαναείδε ποτέ μετά το 1944 και αυτός ο πόνος την ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής της το 2013». Με αυτά τα λόγια η Παναγιώτα Γαλάνη περιγράφει τη συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει την επιστροφή του προσωπικού αντικειμένου του, ένα ρολόι χειρός με δερμάτινο λουρί.

Η κ. Παναγιώτα Γαλάνη αναφέρει ότι ενημερώθηκε για την έρευνα από τον καθηγητή κ. Κωνσταντίνο Καραμπερόπουλο του 7ου Γυμνασίου Νέας Ιωνίας, περίπου δύο με τρεις μήνες πριν, όταν μαθητές εντόπισαν στοιχεία για τον συγγενή της και το ρολόι που επρόκειτο να αποδοθεί στην οικογένεια. «Αρχικά ήμουν επιφυλακτική, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Οταν, όμως, μου έδωσαν συγκεκριμένα στοιχεία, κατάλαβα ότι πρόκειται για κάτι πραγματικό και πολύ βαθύ. Είναι σαν να ανοίγει ξανά ένα κομμάτι της οικογενειακής ιστορίας μας που έμεινε κλειστό για δεκαετίες», ανέφερε χαρακτηριστικά.


Ο Δημήτρης Βαφειάδης, γεννημένος το 1919, μεταφέρεται, τον Ιούνιο του 1944, στο Αμβούργο, στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας Neuengamme. Ογδόντα δύο χρόνια μετά, ο ανιψιός του, Δημήτρης Βαχαρέλης, παραλαμβάνει τα αντικείμενα που είχε μαζί του τότε ο θείος του και του τα πήραν οι ναζί. Ο ίδιος, μιλώντας στον «Ε.Τ.», εξήγησε ότι η μητέρα του, Σπάρτη Βαχαρέλη, του έδωσε το όνομα «Δημήτρης» στη μνήμη του θείου του, τον οποίο δεν γνώρισε ποτέ, καθώς γεννήθηκε 12 χρόνια μετά τον θάνατό του. «Η μητέρα μου ήθελε να κρατήσει τη μνήμη του αδελφού της ζωντανή και μου έδωσε το όνομά του. Μάλιστα, μου έλεγε ότι του έμοιαζα. Μόλις πήρα τα αντικείμενα στα χέρια μου κοίταξα προς τον ουρανό. Σαν κάτι να μου έλεγε ότι με κοιτούσαν εκείνη την ώρα. Είμαι πολύ συγκινημένος που αυτά τα αντικείμενα του θείου μου επέστρεψαν στην οικογένειά μας. Θέλω να ευχαριστήσω τους μαθητές και τους καθηγητές, αλλά και τους ανθρώπους της πρωτοβουλίας #StolenMemory, για όλη αυτήν την προσπάθεια».

Ο ίδιος εξηγεί ότι η διαδικασία για τον εντοπισμό του δεν ήταν εύκολη. «Οι μαθητές αρχικά αναζήτησαν με το όνομα “Βατιάδης”, αλλά συνάντησαν δυσκολίες, λόγω λανθασμένης γραφής στα αρχεία. Τελικά, εντόπισαν τη μητέρα μου, Σπάρτη Βαφειάδη (Βαχαρέλη), μέσω εγγράφου του Ερυθρού Σταυρού του 1945. Επειτα, μέσω τηλεφωνικού καταλόγου, βρέθηκε η κόρη μου και, έτσι, ενημερώθηκα». Τα αντικείμενα του Δημήτρη Βαφειάδη, που επιστράφηκαν στους συγγενείς του, είναι ένα ρολόι τσέπης με την αλυσίδα του, ένα δαχτυλίδι με μία νεκροκεφαλή, ένα πορτοφόλι με παράσταση της Ακρόπολης και 25 δραχμές που βρέθηκαν μέσα στο πορτοφόλι. Αντικείμενα επιστράφηκαν και στην ανιψιά του κρατουμένου Ευάγγελου Κερασώτη, Σοφία, αλλά και στην κόρη του κρατουμένου Νίκου Φασουλιώτη, Κωνσταντία Τσιοπτσή.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΑΚΗΣ
«Εντοπίστηκαν οι οικογένειες όλων των Ελλήνων θυμάτων»

Τα Αρχεία Arolsen, με έδρα το Bad Arolsen της Γερμανίας, αποτελούν τη μεγαλύτερη αρχειακή συλλογή στον κόσμο για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Διαχειρίζονται πάνω από 30 εκατομμύρια έγγραφα που αφορούν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας, αλλά και τις μεταπολεμικές αναζητήσεις θυμάτων.
Η λειτουργία τους εποπτεύεται από Διεθνή Επιτροπή 11 κρατών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η οποία εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου ΥΠΕΞ, Γεώργιο Πολυδωράκη, ο οποίος, μιλώντας στον «Ε.Τ.», ανέφερε: «Η αξία του προγράμματος και των αποτελεσμάτων του είναι τεράστια. Εντοπίστηκαν οι οικογένειες όλων των Ελλήνων θυμάτων, προσωπικά αντικείμενα των οποίων βρέθηκαν στα Αρχεία Arolsen (σε κάποιες περιπτώσεις, τα θύματα δεν επέστρεψαν ποτέ από τα ναζιστικά στρατόπεδα), ολοκληρώνοντας, έτσι, μία κίνηση που θα έπρεπε να έχει γίνει δεκαετίες πριν. Επίσης, ορισμένες από τις οικογένειες μέσα από την έρευνα των μαθητών και των μαθητριών έμαθαν για πρώτη φορά την τύχη των συγγενών τους και κατάφεραν να επισκεφθούν τους τάφους τους.
Ταυτόχρονα το πρόγραμμα είχε τεράστια παιδευτική αξία για τη νέα γενιά, καθώς τα παιδιά που συμμετείχαν στην αναζήτηση και τον εντοπισμό συνειδητοποίησαν ότι η Ιστορία, και μάλιστα η Ιστορία μιας φρικτής περιόδου όπως αυτής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν αποτελεί απλώς λέξεις σε ένα βιβλίο, αλλά αφορά ανθρώπους καθημερινούς και αληθινές ιστορίες, που θα μπορούσαν να επαναληφθούν ανά πάσα στιγμή. Το πρόγραμμα δεν θα είχε γίνει πράξη εάν δεν υπήρχε η άψογη συνεργασία μεταξύ της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου και της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων. Φυσικά, κρίσιμη ήταν η συνεργασία με τα ίδια τα Αρχεία Arolsen για την οργάνωση της εκστρατείας #StolenMemory στην Ελλάδα και η υποστήριξη που είχαμε από αυτά σε κάθε βήμα της δικής μας πρωτοβουλίας.

Τα περισσότερα συγχαρητήρια ανήκουν πρωτίστως στους μαθητές, στις μαθήτριες και τους καθηγητές των σχολείων που έφεραν αυτό το αποτέλεσμα. Πρέπει να είμαστε πολύ υπερήφανοι για αυτήν τη νέα γενιά. Μέσα από την εργασία τους, κατά τον ελεύθερο χρόνο τους, κατάφεραν να επιτύχουν κάτι πολύ σημαντικό και μοναδικό. Ο επαναπατρισμός αυτών των αντικειμένων, που δεν είχε γίνει για πάνω από 80 ολόκληρα χρόνια, ολοκληρώνεται χάρη στις δικές τους προσπάθειες. Ευχαριστούμε τα σχολεία που εντόπισαν τις οικογένειες (ΓΕΛ Ασπροπύργου, Γυμνάσιο Νεοχωρίου Αρτας, Εσπερινό Επαγγελματικό Λύκειο Ευόσμου Θεσσαλονίκης (δύο οικογένειες), 2ο Γενικό Λύκειο Κορωπίου, 7ο Γυμνάσιο Νέας Ιωνίας Αττικής, 1ο Γενικό Λύκειο Υμηττού), αλλά και τα υπόλοιπα σχολεία που συμμετείχαν στο πρόγραμμα, ακόμα και αν δεν εντόπισαν, τελικώς, εκείνα τις οικογένειες. Για όσους συμμετείχαν στη συγκεκριμένη πρωτοβουλία, το πρόγραμμα αυτό ήταν και παραμένει εμβληματικό. Το ίδιο το πρόγραμμα και το αποτέλεσμά του αποτελούν μέρος της προσπάθειας περαιτέρω ευαισθητοποίησης των πολιτών της χώρας μας στην ανάγκη μνήμης των φρικτών εγκλημάτων, που δεν πρέπει να επαναληφθούν ποτέ.

Αποδεικνύεται, επίσης, για μία ακόμα φορά ότι η Ελλάδα, το ελληνικό κράτος, οι ελληνικές κυβερνήσεις παραμένουν στην πρωτοπορία των προσπαθειών για τη διατήρηση και την αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης. Για εμάς στο υπουργείο Εξωτερικών η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν ήταν απλώς ακόμα ένα έργο, μία εργασία, μέσα στις τόσες που το υπουργείο μας φέρει εις πέρας. Ηταν και είναι, πρώτα από όλα και πάνω από όλα, ιερό καθήκον στη μνήμη των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας».

