Μέσα από τη Φαζρ, μια γυναίκα σημαδεμένη από τον εμφύλιο της Αλγερίας, η μνήμη γίνεται σώμα και το σώμα γίνεται αρχείο. Το μυθιστόρημα, βραβευμένο με Goncourt, δεν αναζητά λύτρωση, αλλά φωνή μέσα στη λήθη. Η σιωπή εδώ δεν είναι απουσία, αλλά πολιτική συνθήκη, μια πληγή που επιμένει να αναπνέει. Ο Νταούντ γράφει με ακρίβεια χειρουργού και λυρισμό ονείρου, φωτίζοντας όσα η Ιστορία επιχείρησε να θάψει. Ενα έργο για τη μνήμη, τη γυναικεία αντοχή και την αλήθεια που δεν χωρά σε επίσημες αφηγήσεις και την ανθρώπινη φωνή.
Στο «Ουρί» η μνήμη δεν είναι απλώς αφήγηση αλλά τραύμα που επιμένει. Πώς μπορεί η λογοτεχνία να μιλήσει για έναν εμφύλιο που έχει επίσημα «απαγορευτεί» από τη λήθη;
Η Αλγερία ζει μια παράδοξη και οδυνηρή κατάσταση: από τη μία, καλλιεργείται μια σχεδόν ιερή υποχρέωση μνήμης γύρω από τον πόλεμο της αποαποικιοποίησης εναντίον της Γαλλίας, ενώ, από την άλλη, επιβάλλεται η λήθη για τον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του 1990, τη λεγόμενη «μαύρη δεκαετία». Τα θύματα αυτού του πολέμου δεν αναγνωρίζονται ούτε τιμώνται όπως οι ήρωες του πρώτου. Παραμένουν θύματα «ντροπιασμένα», χωρίς παράσημα, χωρίς δημόσια δικαίωση. Ετσι, βρισκόμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στην υπερμνήμη και την αμνησία.
Ακόμη πιο βίαιη είναι η πραγματικότητα που διαμόρφωσε ένας νόμος του 2005, ο οποίος απαγορεύει κάθε αναφορά στον εμφύλιο έξω από το πλαίσιο που ορίζει το κράτος. Τον Μάιο του 2026 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ένας ακόμη «μνημονικός» νόμος: προβλέπει ποινές φυλάκισης από πέντε έως δέκα χρόνια για κάθε έργο, λόγο, βιβλίο, καλλιτεχνική ή ακαδημαϊκή εργασία που προσεγγίζει τον πόλεμο της αποαποικιοποίησης έξω από την επίσημη αφήγηση. Αυτό σημαίνει πως η αποικιακή περίοδος μπορεί πλέον να μελετηθεί μόνο μέσα από το βλέμμα του καθεστώτος και των βετεράνων του πολέμου. Παντού υπάρχουν κλειδαριές.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, η αλήθεια βρίσκει καταφύγιο μόνο στο μυθιστόρημα, στον χώρο των ανθρώπινων αντιφάσεων, της ευθραυστότητας, της πολυπλοκότητας, του γέλιου και της τραγωδίας. Στις δικτατορίες, η αλήθεια επιβιώνει μέσα από την τέχνη και τη λογοτεχνία. Το έχουμε δει πολλές φορές στην παγκόσμια Ιστορία. Μεταμορφώνεται σε αφήγηση, σε πρόσωπο, σε ερώτημα.
Στην Αλγερία, η μνήμη έχει γίνει φυλακή. Οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι μέσα της και, γι’ αυτό ακριβώς, αδυνατούν να σκεφτούν το παρόν και να φανταστούν το μέλλον. Πρόκειται για μια χώρα υποταγμένη σε μια διπλή κυριαρχία: εκείνη των ισλαμιστών κι εκείνη των υπερεθνικιστών. Και στο τέλος, τα παιδιά της επιβιβάζονται σε σαπιοκάραβα για να φτάσουν στην Ευρώπη, προσπαθώντας να ξεφύγουν από μια κουλτούρα που λατρεύει τον θάνατο.

Η Φαζρ κουβαλά στο σώμα της την ιστορία ενός ολόκληρου πολέμου. Πιστεύετε ότι το σώμα, όταν η φωνή αφαιρείται, γίνεται το τελευταίο αρχείο της αλήθειας;
Το σώμα είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας της ζωής. Μπορεί κανείς να διαγράψει μία αφήγηση, να παραποιήσει μία αλήθεια, να φιμώσει έναν λόγο. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανίσει μία ουλή ούτε να αρνηθεί το βάρος ενός ερωτικού αγγίγματος. Εδώ και δεκαετίες στοιχηματίζω υπέρ του σώματος και εναντίον των βεβαιοτήτων και των ιδεολογιών. Το σώμα δεν λέει ποτέ ψέματα. Είναι ο τόπος του έρωτα, της έκστασης, της γυμνότητας, της αδυναμίας και της ίδιας μας της ανθρωπιάς. Βρίσκεται στο επίκεντρο της μισαλλοδοξίας, των πολιτισμών, των απαγορεύσεων, των καλυμμάτων και των επιθέσεων.
Το σώμα οι θρησκείες το απορρίπτουν, οι δικτατορίες το ελέγχουν. Κι όμως, εκείνο συνεχίζει να διαφεύγει, σιωπηλό και αυταπόδεικτο, πεισματάρικο και όμορφο. Ναι, το σώμα δεν ψεύδεται. Γι’ αυτό αγαπώ τον Αλμπέρ Καμί, ο οποίος υποστήριζε πάντοτε ότι το σώμα αποτελεί το αντίδοτο στις στρατευμένες αλήθειες και στις ιδεολογίες που σκοτώνουν στο όνομα των ουτοπιών και του φανατισμού.
Ο τίτλος «Ουρί» παραπέμπει στον Παράδεισο, όμως στο βιβλίο λειτουργεί σχεδόν ειρωνικά, ως αντίστιξη στον πόνο. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο μεταφυσικός υπαινιγμός;
Τα «ουρί», σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, είναι οι 72 παρθένες που υπόσχονται οι ουρανοί στον πιστό, στον τζιχαντιστή δολοφόνο, στον άμεμπτο άγιο. Η κλασική ισλαμική λογοτεχνία τις έχει περιγράψει, εξιδανικεύσει και φαντασιωθεί αμέτρητες φορές. Και όλα αυτά συμβαίνουν εις βάρος των γυναικών που υπάρχουν εδώ, ανάμεσά μας: εκείνων που μας αγαπούν, μας συνοδεύουν στη ζωή, παλεύουν απέναντι στις πατριαρχικές δομές, ενσαρκώνουν την ομορφιά και το θαύμα της δημιουργίας, γεννούν, υποφέρουν, αγαπούν και συχνά σιωπούν.
Ηθελα να ανατρέψω αυτήν την εικόνα. Τα πραγματικά «ουρί» είναι οι γυναίκες τού εδώ και του τώρα, όχι εκείνες ενός μεταθανάτιου Παραδείσου. Το μυθιστόρημά μου είναι ένας φόρος τιμής στη γυναίκα και στην αναγκαία ελευθερία της. Χωρίς ελεύθερες και ευτυχισμένες γυναίκες δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ευημερία στον αραβικό κόσμο ούτε γαλήνια μεταβίβαση αξιών στα παιδιά ούτε αληθινή αγάπη.
Αυτή η αντίθεση είναι ο τόπος του πόνου και της βίας: όταν ονειρεύεται κανείς γυμνές γυναίκες στον Παράδεισο ως σεξουαλικά αντικείμενα, διευκολύνει τη βία απέναντι στις γυναίκες της πραγματικής ζωής. Πρόκειται για μια βαθιά υποκρισία και για ένα δικαίωμα πάνω στον θάνατο.
Η Αλγερία της «μαύρης δεκαετίας» παραμένει ένα συλλογικό τραύμα χωρίς αφήγηση. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να γίνει μορφή δικαιοσύνης όταν η Ιστορία σιωπά;
Ναι. Γιατί ποιος θα αφηγηθεί τις ζωές μας όταν οι φωνές μας απαγορεύονται; Σε κάθε εποχή και σε κάθε δικτατορία, συχνά μόνο η λογοτεχνία απομένει για να μας αφηγηθεί και να μας προσφέρει ένα καταφύγιο. Μοιάζει με το παραμύθι του «Κοριτσιού με τα σπίρτα»: κάθε φορά που ανάβει ένα σπίρτο, βλέπει για μία στιγμή έναν άλλο κόσμο. Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο κόσμος μπορεί να φωτιστεί από τον πόνο, την αθωότητα ή το παραμύθι και ότι εκείνος που διαβάζει, που παρακολουθεί ή που θυμάται γίνεται υπεύθυνος. Γίνεται μάρτυρας και, άρα, συμμέτοχος.
Η λογοτεχνία έχει μία οδυνηρή συγγένεια με τη δικτατορία, αλλά η αληθινή πατρίδα της είναι η ελευθερία. Το μυθιστόρημα μας απελευθερώνει, μας ταράζει, μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον άλλον άνθρωπο και άλλους κόσμους, πέρα από τα όριά μας. Προσθέτει βάθος στην ψυχή μας, σχετικοποιεί τις βεβαιότητές μας, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη διαφορετικότητα του άλλου, μας προσφέρει απόλαυση και μας διευρύνει ως ανθρώπους.

Στο έργο σας η γυναίκα δεν είναι μόνο θύμα, αλλά φορέας μνήμης και αντίστασης. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιλογή ως πολιτική και λογοτεχνική στάση;
Κανείς δεν γράφει ένα μυθιστόρημα με πολιτικές πεποιθήσεις. Γράφει με εμμονές, πάθη και ερωτήματα. Πιστεύω ότι, όπως στις «Χίλιες και μία νύχτες», μία ιστορία αφηγείται καλύτερα όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η ζωή και ο θάνατος του αφηγητή. Εκείνος που αφηγείται πρέπει να είναι αυτός που έχει τα περισσότερα να χάσει ή να κερδίσει.
Το μυθιστόρημα οικοδομείται πάνω σε ένα ερώτημα χωρίς οριστική απάντηση: πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε παρά τον πόνο ή να παραδοθούμε στον θάνατο για να απαλλαγούμε από αυτόν; Πρέπει να θυμόμαστε αδιάκοπα, ώστε να μεταδώσουμε τη μνήμη του πολέμου στα παιδιά ως προειδοποίηση ή να ξεχάσουμε για να πλησιάσουμε την ευτυχία; Στο «Ουρί» δεν υπάρχουν σωστές απαντήσεις. Υπάρχουν μόνο επιλογές που οφείλουμε να αναλάβουμε.
Ο κίνδυνος της πολιτικής ως φυλακής παραμονεύει πάντοτε τον συγγραφέα που προέρχεται από μια δικτατορία. Συχνά τον αλυσοδένει, ενώ οι δημοκρατίες τον ανακρίνουν διαρκώς γι’ αυτό. Ομως, ο συγγραφέας δεν είναι ένα πολιτικό αντικείμενο. Μπορεί να γίνει πολιτικός σε μία δεδομένη στιγμή, αλλά το έργο του, αν αξίζει, θα επιβιώσει της επικαιρότητας και θα διαβαστεί ως κάτι που αγγίζει την προσωπική μας ιστορία και όχι μόνο τη συλλογική.
«Το δικαίωμα της λογοτεχνίας να μην εγκλωβίζεται στην επικαιρότητα», έλεγε ο Αλμπέρ Καμί σε μία θαυμάσια διατύπωση για τη λογοτεχνία. Σήμερα διαβάζουμε τον Μίλαν Κούντερα για τη λαμπρή διαύγεια της τέχνης του και όχι για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη πολιτική της πατρίδας του. Οταν είσαι Γαλλοαλγερινός, κινδυνεύεις να παγιδευτείς σε αυτήν τη διαρκή ανάγνωση μέσα από το πρίσμα της Ιστορίας. Ομως, το να ζεις δεν σημαίνει να αναπαράγεις αδιάκοπα μια ιστορία, σημαίνει να εγκαινιάζεις μια νέα. Η ζωή είναι ένταση, ενώ η Ιστορία είναι καθίζηση.
Στη δική μου περίπτωση, η βίαιη αντίδραση της αλγερινής δικτατορίας απέναντι στο «Ουρί» φανερώνει τη βαθιά πολιτική του διάσταση. Ομως, για εμένα το «Ουρί» δεν είναι μόνο το βιβλίο που προκάλεσε επιθέσεις, δικαστικές διώξεις και εντάλματα σύλληψης από το Αλγέρι. Είναι το μυθιστόρημα της ανάστασης και του πένθους. Είναι το μυθιστόρημα της επανεύρεσης της ευτυχίας. Υπάρχει, άραγε, μια ευτυχισμένη ζωή μετά τους νεκρούς μας; «Ναι», απαντά η Ομπ (Aube στα γαλλικά σημαίνει Αυγή). Και συμφωνώ μαζί της.
Το μεγάλο δράμα χωρών όπως η Αλγερία, πρώην αποικιών που εξακολουθούν να ζουν υπό τη σκιά των βετεράνων τους, είναι ότι το παρόν βιώνεται ως προδοσία, το μέλλον ως ένα παρελθόν που πρέπει να επαναληφθεί και το παρελθόν ως ένα αιώνιο παρόν. Η χώρα προσφέρει την καλύτερη ζωή στους νεκρούς της, όχι στους ζωντανούς της.
Εγραψα το «Ουρί» όταν έφτασα εξαναγκαστικά στη Γαλλία, εξόριστος από την Αλγερία, για να διεκδικήσω το δικαίωμα να ζήσω και να ξεχάσω. Δεν είμαι ένας αιώνια εγκλωβισμένος στην ταυτότητα του αποικιοκρατούμενου ούτε ρήτορας του θανάτου. Το «Ουρί» είναι το μυθιστόρημα ενός άνδρα που μία γυναίκα, η Ομπ, τον αναγεννά με τον δικό της τρόπο, μέσα από την επανάκτηση της φωνής της.
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΛΕΞΗ «ΟΥΡΙ»
Σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, «ουρί» είναι οι 72 παρθένες που υπόσχονται οι ουρανοί στον πιστό, στον τζιχαντιστή δολοφόνο, στον άμεμπτο άγιο.

