
Στο νέο του μυθιστόρημα «Η νόσος των ουρητηρίων», από τις εκδόσεις Νήσος, ο συγγραφέας οικοδομεί μια δυστοπική αλλά ταυτόχρονα βαθιά οικεία πραγματικότητα, όπου η τέχνη μετατρέπεται από λύτρωση σε απειλή και η ανθρώπινη φύση απογυμνώνεται από κάθε βεβαιότητα. Με σαρκασμό, φιλοσοφική διάθεση και έντονη κοινωνική ματιά, ο Αλμπάτης συνθέτει ένα πολυεπίπεδο έργο που συνομιλεί με την εποχή μας, θέτοντας καίρια ερωτήματα για τον ρόλο της τέχνης, του δημιουργού, της εξουσίας και της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης.
_ Στη «Νόσο των ουρητηρίων» η τέχνη εμφανίζεται αρχικά ως μια σχεδόν λυτρωτική δύναμη, πριν αποκαλύψει τη σκοτεινή και αποσταθεροποιητική της πλευρά. Πόσο σας ενδιέφερε να εξερευνήσετε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην πνευματική αφύπνιση και στον συλλογικό φανατισμό;
Στο μυθιστόρημα η «πνευματική αφύπνιση» επιβάλλεται από έναν άγνωστης προέλευσης ιό, γι’ αυτό και δεν πρόκειται για αφύπνιση αλλά για παροξυσμό. Τέτοιου είδους ιοί έχουν ταλανίσει πολλάκις την ανθρωπότητα, γιατί όπως σε ατομικό επίπεδο πέρα από το σώμα μπορεί να ασθενήσει και η ψυχή, έτσι και σε επίπεδο κοινωνίας το συλλογικό φαντασιακό μπορεί να εποικιστεί από διάφορες μορφές φανατισμού, με τις ιδέες να λειτουργούν σαν βακτήρια.
Οσο για την ατομική αφύπνιση, πολλές φορές αυτό που περιορισμένο σε ένα άτομο ή μια ομάδα φαντάζει ριζοσπαστικό, ανανεωτικό ή καινοτόμο, όταν μπολιαστεί με τα μηδενικά που κουβαλάει πίσω του το πλήθος, μπορεί να καθιζάνει σε ολοκληρωτισμό.
_ Το βιβλίο λειτουργεί ταυτόχρονα ως δυστοπία, κοινωνική αλληγορία αλλά και σάτιρα απέναντι στον κόσμο της διανόησης και της τέχνης. Υπήρξαν προσωπικές εμπειρίες από τον λογοτεχνικό χώρο που πυροδότησαν αυτή την ανάγκη αποδόμησης;
Ζώντας στην επαρχία ήμουν πάντα αποκομμένος από τους λογοτεχνικούς κύκλους, ακόμα και του τόπου μου, πράγμα που άλλαξε ελαφρώς όταν η «επιτυχία» του πρώτου μου μυθιστορήματος μου έδωσε την ευκαιρία όσο και με «ανάγκασε» να σπάσω λίγο την απομόνωσή μου. Οι εμπειρίες που αποκόμισα από την όποια συναναστροφή μου με το «σινάφι» ήταν αλήθεια ότι μου πρόσφεραν νέο υλικό και ερεθίσματα σχετικά με την συμπτωματολογία και τις εκφάνσεις της Αρρώστιας.
_ Επιλέγετε να αφηγηθείτε την ιστορία μέσα από δύο διαφορετικά αφηγηματικά επίπεδα, δημιουργώντας ουσιαστικά «δύο βιβλία μέσα σε ένα». Ηταν από την αρχή αυτή η πρόθεσή σας ή προέκυψε οργανικά κατά τη διάρκεια της γραφής;
Η ιδέα της «Νόσου» γεννήθηκε το 2017, πριν την επιδημία του κορονοϊού, ξεκίνησα ωστόσο να γράφω το βιβλίο, με τη μορφή νουβέλας, κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας. Οταν ολοκλήρωσα την «Κατάλυση του χρόνου», αφού πια οι «Νεκροί» είχαν εκδοθεί, αποφάσισα να ξαναπιάσω το θέμα της Νόσου επειδή πίστευα ότι υπήρχαν πολλά γύρω από το θέμα που δεν χώρεσαν στον όγκο της νουβέλας. Ηθελα όμως να διατηρήσω το αρχικό σώμα του κειμένου -άλλωστε η νουβέλα μεταφέρει μια ολότελα διαφορετική αίσθηση, θαρρώ. Ετσι εισήγαγα εμβόλιμα τις ιστορίες των έξι ηρώων μου, περιγράφοντας το πώς η εξέλιξη της επιδημίας επηρεάζει τις ζωές τους, «συναρμολογώντας» ένα μυθιστόρημα.

_ Οι ήρωές σας μοιάζουν να παλεύουν διαρκώς ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαν και σε αυτό που μετατρέπονται. Πιστεύετε πως η ταυτότητα του ανθρώπου είναι τελικά κάτι σταθερό ή μια εύθραυστη κατασκευή που μπορεί να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή;
Σίγουρα πρόκειται για κατασκευή. Υπάρχει φυσικά ένα πηγαίο υλικό που μέσα σε από κάθε άνθρωπο αναβλύζει αλλά πρόκειται για υλικό που, μοιραία, διοχετεύεται σε καλούπια, φτιαγμένα από την οικογένεια, την εκπαίδευση, το κοινωνικό περιβάλλον. Μεγαλώνοντας έχει κανείς την ευκαιρία να επιλέξει ποια από αυτά τα καλούπια θα ενισχύσει και πια θα επιχειρήσει να ξηλώσει, όμως η κρούστα μέσα στην οποία αναπνέει αυτή η ατομική ταυτότητα δεν μπορεί παρά να είναι εύθραυστη και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να ραγίσει, σαν έρθει σε επαφή με τον κατάλληλο καταλύτη. Αυτές οι στιγμές, που η επιφάνεια ραγίζει, είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε συλλογικό, λειτουργούν στη λογοτεχνία σαν βαρυτικά κέντρα έλξης που διατηρούν την περιδίνηση ενεργή, αφού η λογοτεχνία αυτό κάνει, περιγράφει, ανατέμνει, μιμείται, επεκτείνει την περιδίνηση της ζωής.
_ Μέσα από τον σαρκασμό, το γκροτέσκο και την υπερβολή, το μυθιστόρημα μοιάζει να μιλά περισσότερο για το παρόν παρά για ένα φανταστικό μέλλον. Θεωρείτε πως ήδη ζούμε σε μια εποχή όπου η ανάγκη για έκφραση και επιβεβαίωση έχει μετατραπεί σε μια νέα μορφή «νόσου»;
Ναι, νομίζω ή Αρρώστια είναι ήδη εδώ. Υπάρχει κάτι εγγενώς νοσηρό στον άνθρωπο, στη βάση αυτού που τον καθιστά «κοινωνικό ζώο», κάτι που μας ωθεί να αναζητήσουμε το βλέμμα του άλλου για να καθρεπτιστούμε, την ακοή του για να βεβαιωθούμε ότι έχουμε φωνή. Ακόμη και ο μεθύστακας, ακόμα και ο «τρελός» του χωριού, ο κάθε αποσυνάγωγος, δεν θα επιλέξει την απομόνωση αλλά την συναναστροφή, καθώς έχει ανάγκη την ματιά των άλλων για να αισθανθεί υπαρκτός, κι ας πρόκειται για ματιά που εκκρίνει απαξίωση ή χλεύη.
Αυτή η ανάγκη φυσικά δεν είναι καινούργια αλλά η τεχνολογία της προσφέρει σήμερα τα μέσα και τον χώρο ώστε να επεκταθεί απεριόριστα, αφού αντί για το περιορισμένο στη γειτονιά και το καφενείο κοινό, ανοίγονται πια μπροστά στην ματαιοδοξία και την αυταρέσκειά μας, πεδία αχανή, αφού η προσφορά τόσων ορθάνοιχτων ματιών και τόσων ευήκοων ώτων υποβάλει όχι την ανάγκη απλώς αλλά την υποχρέωση να κάνει την ασημαντότητά του ηχηρή.

