
Όποιος ζει στην Αθήνα ξέρει καλά αυτή την αίσθηση. Την αίσθηση ότι τρέχεις όλη μέρα, ότι η πόλη σε πλακώνει, ότι το σπίτι αντί για καταφύγιο γίνεται μερικές φορές ένα καζάνι που βράζει, κι όμως εσύ πρέπει να βρεις τη δύναμη να χαμογελάσεις και να προχωρήσεις. Αυτόν ακριβώς τον χτύπο της καρδιάς της διπλανής πόρτας πιάνει η Αμέρισσα Μπάστα στο μεγάλου μήκους ντεμπούτο της με τίτλο «Μικρές Ανάσες» (Life in a Beat). Και το κάνει με έναν τρόπο που είχαμε καιρό να δούμε στο ελληνικό σινεμά: χωρίς να μας κουνάει το δάχτυλο, χωρίς να εκμεταλλεύεται τη μιζέρια για να προκαλέσει ένα εύκολο κλάμα, αλλά με τεράστια, αληθινή αγάπη για τους ήρωές της.
Η ιστορία μάς συστήνει τη Λένα. Είναι είκοσι χρονών, ένα κορίτσι της γενιάς της που προσπαθεί να ισορροπήσει σε μια καθημερινότητα-ναρκοπέδιο. Ζει σε ένα στενό διαμέρισμα με τον άνεργο πατέρα της, τη μητριά της και τον μικρότερο αδελφό της. Οι ισορροπίες στο σπίτι κρέμονται από μια κλωστή. Όταν η Λένα χάνει τη δουλειά της στο σούπερ μάρκετ και την ίδια στιγμή μαθαίνει ότι είναι έγκυος, ο κόσμος της γκρεμίζεται. Βρίσκεται ξαφνικά στον αέρα, χωρίς χρήματα, χωρίς στήριξη, μπροστά σε αποφάσεις που θα καθορίσουν όλη της τη ζωή.
Το μεγάλο στοίχημα που κερδίζει η Μπάστα μαζί με τον Δημήτρη Νάκο στο σενάριο είναι ότι δεν κάνουν την ταινία ένα μαύρο, ασφυκτικό δράμα. Ναι, η κατάσταση είναι δύσκολη, αλλά οι ήρωες έχουν μέσα τους χιούμορ, πείσμα και μια απίστευτη ζωντάνια. Η κάμερα δεν μένει μακριά σαν ψυχρός παρατηρητής. Περπατάει δίπλα στη Λένα στους δρόμους της Αθήνας, μπαίνει μαζί της στα λεωφορεία, νιώθει την ανάσα της. Υπάρχει μια υπέροχη αίσθηση αληθινού επείγοντος στην ταινία, που σε κάνει να θέλεις να μπεις μέσα στην οθόνη και να κρατήσεις το χέρι αυτής της κοπέλας.
Η Ελίνα Τσιορμπατζή, που υποδύεται τη Λένα, είναι μια πραγματική αποκάλυψη. Δεν παίζει απλώς· είναι η Λένα. Έχει μια φυσικότητα που σπάει την οθόνη, μια εσωτερική δύναμη που φαίνεται στον τρόπο που περπατάει, που κοιτάζει, που σιωπά. Δίπλα της, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος δίνει άλλη μια συγκλονιστική ερμηνεία στον ρόλο του πατέρα. Καταφέρνει να δείξει όλη την απελπισία και την ενοχή ενός ανθρώπου που νιώθει ότι απέτυχε να προστατεύσει τα παιδιά του, χωρίς όμως να χάνει την ανθρωπιά του. Όλο το καστ, από τη Luli Bitri στον ρόλο της μητριάς μέχρι τους Τζέο Πακίτσα, Δημήτρη Κίτσο και Γιώργο Πυρπασόπουλο, δένει τόσο φυσικά, που νιώθεις ότι βλέπεις μια πραγματική οικογένεια και μια αληθινή παρέα φίλων.

Οπτικά, η ταινία είναι πανέμορφη με έναν πολύ γήινο τρόπο. Η διεύθυνση φωτογραφίας της Χριστίνας Μουμούρη καταφέρνει να βρει το φως και την ομορφιά ακόμα και μέσα στα γκρίζα ντουβάρια των πολυκατοικιών, ενώ η μουσική δίνει τον δικό της, ξεχωριστό παλμό, λειτουργώντας σαν μια βαθιά ανάσα αισιοδοξίας κάθε φορά που η ηρωίδα νιώθει ότι πνίγεται.
Οι «Μικρές Ανάσες» είναι ένα σινεμά που έχουμε ανάγκη. Είναι μια ταινία που μιλάει για τη γυναικεία αλληλεγγύη, για το δικαίωμα μιας κοπέλας να ορίζει το σώμα και το μέλλον της, αλλά κυρίως για το ότι, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές, πάντα θα υπάρχει ένας λόγος να χαμογελάσεις και να συνεχίσεις να προσπαθείς. Η Αμέρισσα Μπάστα έφτιαξε μια ταινία γεμάτη τρυφερότητα, ειλικρίνεια και φως, που δεν σε αφήνει ασυγκίνητο. Μια δουλειά που αξίζει να γεμίσει τα θερινά σινεμά και να κλέψει τις καρδιές του κοινού.

