
Στο βιβλίο, το έγκλημα μοιάζει να λειτουργεί σαν αποκάλυψη και όχι σαν διαταραχή. Πιστεύεις ότι το κακό υπάρχει πριν από το γεγονός ή γεννιέται τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να το δει;
Σίγουρα το κακό δεν γεννιέται τη στιγμή του εγκλήματος. Υπάρχει σιωπηλά μέσα στις «χαραμάδες» των ανθρώπων. Το έγκλημα, σαν πράξη, απλά αποκαλύπτει αυτό που δεν έβλεπες, δεν ήθελες ή απέφευγες να δεις. Αποκαλύπτει ένα αθόρυβο άλλο «έγκλημα» που έγινε σε ανύποπτο χρόνο στην ψυχή σου και για το οποίο δεν λογοδότησε κανείς. Είναι η αναγνώριση μιας σκοτεινής αλήθειας η οποία «κατοικούσε» μέσα σου και κάποια στιγμή παίρνει το πάνω χέρι. Είναι η στιγμή που όλοι εκπλήσσονται από το αποτέλεσμα, ενώ δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το να δουν την αιτία.
Το παιδί δεν έχει φωνή, αλλά κινεί ολόκληρη την πλοκή. Το χρησιμοποιείτε ως θύμα ή ως μηχανισμό ενοχής για όλους τους ενήλικες της ιστορίας;
Και τα δύο. Σαφέστατα το παιδί είναι το θύμα. Στα «Τάματα» γενικότερα το θύμα είναι η παιδικότητα, η αθωότητα, το πιο τρυφερό κομμάτι του ανθρώπινου ψυχισμού, το οποίο συνθλίβεται από την κοινωνική συνθήκη, που, όσο περνάει ο καιρός, γίνεται όλο και πιο ζοφερή. Τα παιδιά, υπ’ αυτή την έννοια, έχουν στο βιβλίο, συνειρμικά, τον ρόλο του κάποτε αθώου εαυτού μας που κοιτάζει κατάματα την σημερινή του εκδοχή ή ό,τι απέμεινε από αυτήν σήμερα. Κάπως έτσι, το παιδί που χάνει τη ζωή του, ο εντεκάχρονος Κωστής, γίνεται και μηχανισμός ενοχής για τους ενήλικες της ιστορίας, αλλά και σημείο αναφοράς της δικής τους ζωής.
Τα τάματα συνδέονται με την ιδέα της ανταλλαγής με το θείο. Ομως εδώ μοιάζουν να έχουν χαθεί από το θείο και να έχουν μείνει μόνο ως ανθρώπινα συμβόλαια. Πότε, κατά τη γνώμη σας, η πίστη μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου;
Η πίστη, έτσι όπως την ορίζουμε συνήθως, είναι πρώτα από όλα ο τρόπος με τον οποίο ελέγχεις εσύ τον εαυτό σου σε σχέση με τον τρέχοντα κώδικα ηθικής. Ο τρόπος με τον οποίο αυτοπεριορίζεσαι. Στο βιβλίο, τα τάματα, πέρα από το γεγονός ότι έχουν να κάνουν με την πλοκή ως αντικείμενα, έχουν έντονη και αυτή τη βαριά διάσταση της συναλλαγής, μέσω ανθρώπινων συμβολαίων, ενώ λειτουργούν μεταφορικά και ως ένας «διάδρομος» ελπίδας και υπόσχεσης, που αποκαλύπτει την ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και παρηγοριά.

Η Κέρκυρα μοιάζει να λειτουργεί σαν μνήμη από μόνη της, σαν να μη χρειάζεται ανθρώπους για να θυμάται. Πιστεύετε ότι οι τόποι κρατούν πραγματικά τα εγκλήματα μέσα τους ή απλώς μας επιστρέφουν όσα εμείς δεν αντέχουμε να παραδεχτούμε;
Οι τόποι στα βιβλία μου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν κάτι από το DNA του τόπου που κατοικούν. Δεν μπορώ να φανταστώ τους ήρωές μου ξέχωρα από τον τόπο που τους υποδέχεται από το ιδιαίτερο «αφήγημά» του, τον αέρα που αποπνέει. Οι τόποι φυσικά και φορτίζονται από τα γεγονότα που έχουν συμβεί σε αυτούς και από τις αφηγήσεις των ανθρώπων τους.
Ωστόσο, αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι προβάλλουν στους τόπους όσα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν. Ο τόπος γίνεται ένας «καθρέφτης» της ενοχής, της μνήμης και του τραύματος.
Στο μυθιστόρημα, η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται ως λύση αλλά ως ρωγμή. Σας ενδιαφέρει περισσότερο η αποκάλυψη του «ποιος το έκανε» ή η διάλυση της βεβαιότητας του αναγνώστη;
Το δεύτερο σίγουρα. Γενικά νομίζω ότι αυτός πρέπει να είναι και ο ρόλος της λογοτεχνίας σε κάθε της μορφή, να διαλύει τις βεβαιότητες. Στην περίπτωσή μας τις βεβαιότητες σε σχέση με το προφίλ ενός δολοφόνου, με τους λόγους που οδηγούν στο έγκλημα, με το πόσο κοντά μας βρίσκεται η πηγή του κακού, πόσο κατανοούμε τα αίτια και τις νοσηρότητες που μας περιβάλλουν, πώς τοποθετούμαστε απέναντι σε αυτές, πόσο υποψιασμένοι είμαστε για ό,τι συμβαίνει, πόσο μακριά τελικά στεκόμαστε από τον διπλανό μας ακόμη και αν αυτός κάθεται ακριβώς δίπλα μας. Το «ποιος το έκανε» είναι η μέθοδος για να παρασύρεις τον αναγνώστη σε αυτή τη διαδικασία και να απολαμβάνει το ταξίδι.
Αν το «Τάματα» δεν ήταν αστυνομικό θρίλερ αλλά μια θεολογική παραβολή, τι θα καταδίκαζε τελικά; Την ενοχή των ανθρώπων ή την ανάγκη τους να πιστεύουν ότι μπορούν να εξαγοράσουν τα πάντα;
Θα καταδίκαζε πρώτα από όλα την ψευδαίσθηση ότι η ενοχή μπορεί να εξαγοραστεί, να παρακαμφθεί ή να θαφτεί. Η ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν σε μια τέτοια «ανταλλαγή» ή ρύθμιση αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούν να διαχειριστούν τις πράξεις τους χωρίς να τις αντιμετωπίσουν ουσιαστικά, με αποτέλεσμα αυτές να επιστρέφουν και να ορίζουν το παρόν και το μέλλον τους.
Θα καταδίκαζε όχι την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά την αυταπάτη του ηθικού συμψηφισμού, την ιδέα ότι όλα μπορούν να ισοφαριστούν χωρίς αληθινή αυτογνωσία και ευθύνη.

