Μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, επιταχύνονται οι παρεμβάσεις που δύναται να ενισχύσουν άμεσα την υδροδοτική ασφάλεια της μεγαλύτερης μητροπολιτικής περιοχής της χώρας, επαναφέροντας σε λειτουργία υποδομές που παραμένουν ανενεργές για περισσότερες από τρεις δεκαετίες.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το έργο επαναφοράς της λειτουργικότητας των υδρογεωτρήσεων Βασιλικών – Παρορίου στον μέσο ρου του Βοιωτικού Κηφισού, ώστε να επανενταχθούν στο Εξωτερικό Υδροδοτικό Σύστημα (ΕΥΣ) που τροφοδοτεί τη μείζονα περιοχή της Αθήνας. Πρόκειται για ένα έργο στρατηγικής σημασίας, το οποίο προωθείται από την ΕΥΔΑΠ Παγίων με τη συνδρομή του Υπερταμείου, στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της λειψυδρίας στην Αττική.
Η σχετική σύμβαση εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 19 εκατ. ευρώ, ενώ με την προαίρεση το συνολικό οικονομικό αντικείμενο προσεγγίζει τα 25 εκατ. ευρώ, χωρίς να προσμετράται ο ΦΠΑ. Η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ) έχει αναλάβει τη διαδικασία ωρίμανσης και διενέργειας του διαγωνισμού, αξιοποιώντας διαδικασία κατεπείγοντος, λόγω των συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στα διαθέσιμα υδατικά αποθέματα της Αττικής.
Επείγουσα η παρέμβαση
Η ανάγκη για άμεσες παρεμβάσεις συνδέεται με την απόφαση να τεθεί η περιοχή δραστηριότητας της ΕΥΔΑΠ σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, λόγω λειψυδρίας. Οι αρμόδιοι φορείς επισημαίνουν ότι η συνεχιζόμενη μείωση των αποθεμάτων, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες ανάγκες κατανάλωσης, δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η περαιτέρω εξάντληση των υδάτινων πόρων, η πρόωρη εμφάνιση ελλειμμάτων στο λεκανοπέδιο της Αττικής, η δυσκολία υλοποίησης μεσοπρόθεσμων έργων μέσα στα απαιτούμενα χρονικά περιθώρια, αλλά και η αυξημένη εξάρτηση από περιορισμένο αριθμό πηγών υδροδότησης. Σήμερα, η Αττική καλύπτει τις ανάγκες της, κυρίως, από το σύστημα των ταμιευτήρων Μόρνου και Ευήνου, που αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» της πρωτεύουσας. Συμπληρωματικά αξιοποιούνται η λίμνη Υλίκη, ο ταμιευτήρας του Μαραθώνα και υφιστάμενα γεωτρητικά συστήματα.
Στη Βοιωτία
Στο Εξωτερικό Υδροδοτικό Σύστημα περιλαμβάνονται συνολικά 89 εγκατεστημένες γεωτρήσεις που μπορούν να αξιοποιήσουν το υπόγειο υδατικό δυναμικό της Βοιωτίας, της Υλίκης και της Βορειοανατολικής Πάρνηθας. Από αυτές, οι 17 γεωτρήσεις της περιοχής Δαύλειας Βοιωτίας αποτελούν το αντικείμενο της νέας παρέμβασης. Οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν δημιουργηθεί ως εφεδρική πηγή υδροδότησης, όμως παραμένουν εκτός λειτουργίας από τη δεκαετία του 1990.
Οι αυτοψίες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια κατέδειξαν ότι ο ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός έχει υποστεί σημαντικές φθορές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις έχουν σημειωθεί λεηλασίες που κατέστησαν αδύνατη τη λειτουργία των εγκαταστάσεων. Τα περισσότερα αντλιοστάσια εμφανίζουν σοβαρές ελλείψεις εξοπλισμού, ενώ δεν έχουν συντηρηθεί για περισσότερα από 30 χρόνια.
Το έργο
Το έργο προβλέπει την πλήρη αποκατάσταση τεσσάρων αντλιοστασίων -ΑΔ1, ΑΔ2, ΑΔ3 και ΑΔ4-, καθώς και των 17 γεωτρήσεων που τα τροφοδοτούν. Θα πραγματοποιηθούν εργασίες προμήθειας και εγκατάστασης νέου ηλεκτρολογικού και μηχανολογικού εξοπλισμού, αναβάθμισης συστημάτων αυτοματισμού και εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων υποδομών. Στόχος είναι η ασφαλής και αξιόπιστη επανένταξη των εγκαταστάσεων στο υδροδοτικό δίκτυο της Αττικής. Με την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων, το αντλούμενο νερό θα μπορεί να διοχετεύεται μέσω των υφιστάμενων αγωγών προς το υδραγωγείο του Μόρνου και τη λίμνη Υλίκη, προσφέροντας ένα επιπλέον επίπεδο ασφάλειας σε περιόδους υψηλής ζήτησης ή παρατεταμένης ξηρασίας. Η διάρκεια της σύμβασης έχει οριστεί σε 15 μήνες, ενώ προβλέπεται και τρίμηνη δοκιμαστική λειτουργία πριν από την πλήρη αξιοποίηση των εγκαταστάσεων, καθώς και εκπαίδευση του προσωπικού της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΔΑΠ Παγίων.
Στο βάθος το μεγάλο έργο του Ευρύτου
Εν υπνώσει παραμένει το μεγάλο έργο του Ευρύτου, προϋπολογισμού περίπου 750 εκατ. ευρώ, το οποίο θεωρείται από την ΕΥΔΑΠ η βασική μακροπρόθεσμη λύση για την κάλυψη των αναγκών ύδρευσης της Αττικής για τουλάχιστον 30 χρόνια. Οι αποφάσεις για τη χρηματοδότηση και την προώθηση του έργου ανήκουν στο Δημόσιο, ενώ η ΕΥΔΑΠ έχει, κυρίως, υποστηρικτικό ρόλο. Τούτων δοθέντων και έως ότου υπάρξουν οριστικές εξελίξεις για το συγκεκριμένο σχέδιο, η επαναλειτουργία των γεωτρήσεων του Βοιωτικού Κηφισού αποτελεί μία από τις σημαντικότερες άμεσες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του υδροδοτικού συστήματος της πρωτεύουσας απέναντι στο ολοένα εντονότερο φαινόμενο της λειψυδρίας.
Λειψυδρία: Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης Τήνος και Αλόννησος
Σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας τίθενται η Αλόννησος και η Τήνος για χρονικό διάστημα τριών μηνών, έπειτα από απόφαση που υπέγραψε ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου. Η απόφαση ελήφθη κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) καθώς και του Γενικού Γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.
Παράλληλα, με την ίδια απόφαση προβλέπεται η παράταση για ακόμη τρεις μήνες του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας που ήδη ισχύει στο Μεγανήσι της Λευκάδας.
Υπενθυμίζεται ότι λίγες ημέρες πριν, κηρύχθηκε καθεστώς έκτακτης ανάγκης και στην Κάρπαθο, ενώ παρατάθηκε το Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης λόγω Λειψυδρίας για τη Λέρο. Ειδικότερα, ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου υπέγραψε προ ημερών, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) και του γενικού γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής τη σχετική απόφαση, με την οποία παρατείνεται το Καθεστώς Έκτακτης Ανάγκης λόγω Λειψυδρίας για τη Λέρο για επιπλέον τρεις μήνες.
Πρόσφατα υπεγράφη παράταση Καθεστώτος Έκτακτης Ανάγκης λόγω Λειψυδρίας και για την Πάτμο. Η Πάτμος παραμένει για ακόμη ένα τρίμηνο σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, με την κυβέρνηση να παρατείνει επισήμως το ειδικό καθεστώς που είχε ενεργοποιηθεί από τα τέλη του 2025, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη διαρκώς επιδεινούμενη πίεση στους υδατικούς πόρους των μικρών νησιών. Η νέα απόφαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας έρχεται σε συνέχεια σχετικού αιτήματος του Δήμου Πάτμου, αλλά και θετικής γνωμοδότησης της ΡΑΑΕΥ, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια συγκυριακή δυσκολία της θερινής περιόδου, αλλά ως μια παρατεταμένη κρίση υδατικής επάρκειας με δομικά χαρακτηριστικά.
Η περίπτωση της Πάτμου θεωρείται ιδιαίτερα χαρακτηριστική για το πώς η κλιματική πίεση, η αυξημένη τουριστική ζήτηση και οι περιορισμένες τοπικές υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν ένα εκρηκτικό μείγμα για τα μικρά νησιωτικά συστήματα ύδρευσης. Το νησί είχε ήδη τεθεί σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης από τον Νοέμβριο του 2025, με το ΥΠΕΝ να αναγνωρίζει τότε ότι η διαθέσιμη ποσότητα νερού δεν επαρκούσε για την ασφαλή κάλυψη των αναγκών κατοίκων και επισκεπτών.

