Στις 25 Ιουνίου, η “Εκάβη” του Ευριπίδη συνδιαλέγεται με την “Πολιτεία” του Πλάτωνα, μέσα από το καλλιτεχνικό πρίσμα του Στάθη Λιβαθινού. Δύο εξαιρετικοί ηθοποιοί από τον θίασο, μοιράζονται τη δική τους οπτική πάνω στη δημιουργική συνομιλία επί σκηνής.
ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΤΑΜΠΑΡΟΠΟΥΛΟΥ: Η συνάντηση της “Εκάβης” με την “Πολιτεία” δημιουργεί έναν πολύ ενδιαφέροντα διάλογο ανάμεσα στο ιδανικό και το πραγματικό. Στην “Πολιτεία”, ο Πλάτων αναζητά μια δίκαιη και ορθολογική κοινωνία, όπου οι νόμοι και οι θεσμοί υπηρετούν το κοινό καλό. Στην “Εκάβη,” αντίθετα, βλέπουμε έναν κόσμο όπου οι θεσμοί έχουν καταρρεύσει και η ισχύς υπερισχύει της δικαιοσύνης.
Μέσα από τη συνύπαρξη των δύο κειμένων, η παράσταση θέτει το ερώτημα τι συμβαίνει όταν οι υψηλές αρχές μιας πολιτείας δοκιμάζονται από τον πόλεμο, τη βία και την ανθρώπινη οδύνη. Οι χαρακτήρες βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θα έπρεπε να είναι δίκαιο και σε αυτό που τελικά συμβαίνει.
Έτσι, η “Πολιτεία” δεν λειτουργεί απλώς ως φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στην τραγωδία· γίνεται ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο φωτίζονται οι πράξεις, τα διλήμματα και οι αντιφάσεις όλων των προσώπων επί σκηνής.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΜΠΑΣΗΣ: Κατά τη γνώμη μου, τίθεται θέμα “δικαίου”. Το κεντρικό θέμα του πρώτου βιβλίου της “Πολιτείας” έρχεται και εφάπτεται με το θέμα της ανθρωποθυσίας της Πολυξένης και του θανάτου του Πολύδωρου από τον Πολυμήστορα. Η πρώτη θα γίνει θυσία σε τελετή για να τιμήσουν οι Αχαιοί τον Αχιλλέα και ο δεύτερος θα πεθάνει για το χρυσάφι. Για τους Αχαιούς η πράξη είναι δίκαιη γιατί τιμά τον μεγάλο αγωνιστή του Τρωικού πολέμου Αχιλλέα, ενώ για την Εκάβη είναι εντελώς παράλογη και άνομη.
Κάτι που για τον σημερινό δυτικό κόσμο είναι λογικό, στον Μουσουλμανικό είναι εντελώς παράλογο, άνομο και αισχρό. Στον τότε διάλογο Ανατολής-Δύσης, οι βάρβαρες Τρωάδες βλέπουν την σκλαβιά δυσβάσταχτη και την ανθρωποθυσία ανόητη. Αντίθετα, οι Έλληνες ζούνε με αυτά και δεν έχουν και κανέναν λόγο να τα αλλάξουν. Όμως ο κόσμος αλλάζει και η έννοια του δικαίου έρχεται στα μέτρα των κοινωνιών.

Πώς συνδέεται η Εκάβη με τον Μύθο του Σπηλαίου;
Β.Τ.: Και τα δύο έργα μιλούν για μια επώδυνη αποκάλυψη της αλήθειας. Στον πλατωνικό μύθο, οι άνθρωποι ζουν μέσα στο σπήλαιο βλέποντας μόνο σκιές και θεωρούν ότι αυτές είναι η πραγματικότητα. Όταν κάποιος βγει στο φως, ανακαλύπτει μια πολύ διαφορετική αλήθεια, που όμως είναι δύσκολο να αντέξει, και ακόμη δυσκολότερο να μεταδώσει στους άλλους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στην Εκάβη. Στην αρχή, η ηρωίδα εξακολουθεί να πιστεύει ότι υπάρχουν όρια, αξίες και μια στοιχειώδης ηθική τάξη στον κόσμο. Όμως, μέσα από τις διαδοχικές απώλειες και κυρίως μέσα από την αποκάλυψη της δολοφονίας του Πολύδωρου, αναγκάζεται να αντικρίσει μια σκληρή πραγματικότητα: ότι η εξουσία, το συμφέρον και η βία συχνά υπερισχύουν της δικαιοσύνης.
Υπό αυτή την έννοια, η Εκάβη μοιάζει με έναν άνθρωπο που βγαίνει βίαια από το σπήλαιο. Βλέπει την αλήθεια πίσω από τις ψευδαισθήσεις, αλλά αυτή η γνώση δεν την οδηγεί στη σοφία και τη γαλήνη που οραματίζεται ο Πλάτων. Την οδηγεί στην οργή και στην εκδίκηση. Και εκεί ίσως βρίσκεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της παράστασης: ενώ η “Πολιτεία “αναζητά το φως της γνώσης ως δρόμο προς τη δικαιοσύνη, η “Εκάβη” μας δείχνει πόσο δύσκολο είναι για έναν βαθιά πληγωμένο άνθρωπο να μετατρέψει την αλήθεια σε δικαιοσύνη αντί σε εκδίκηση.
Έτσι, η παράσταση μοιάζει να θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα: αρκεί η γνώση της αλήθειας για να γίνει ο άνθρωπος καλύτερος ή χρειάζεται και ηθική δύναμη για να αντέξει αυτό που βλέπει όταν βγει από το σπήλαιο; (Φ3)

Οι αρχαίοι τραγικοί παρουσιάζουν ένα διαφορετικό πρόσωπο του Οδυσσέα, σε αντίθεση με τον Όμηρο. Πώς αντιμετωπίζεις ερμηνευτικά την ενσάρκωση αυτού του επικού ήρωα/ αντιήρωα στην “Εκάβη”;
Γ.Δ.: Ο Οδυσσέας παρουσιάζεται στο έργο ως ένα πρόσωπο που υπάρχει ήδη στην συνείδηση των θεατών. Είναι ο άνθρωπος που ο κόσμος τον έχει ήδη ταυτίσει με την πονηριά, την εξαπάτηση, την ψευτιά. Με τον άνθρωπο που θα σκαρφιστεί τον τρόπο για να γίνει το αποτέλεσμα που θέλει. Είτε με κολακεία ή υποκρινόμενος τον πόνο και την δύσκολη θέση που βρίσκεται ο ίδιος θα πάρει αυτό που θέλει. Είναι κωμικοτραγικός, γιατί βιάζεται να φύγει από την Τροία, νομίζοντας ότι θα φτάσει αμέσως στην Ιθάκη του. Δε φαντάζεται το έπος που τον περιμένει.
Τα επιχειρήματά του ακούγονται και φαίνονται αληθινά αλλά είναι σαθρά και δεν απαντάνε στην ουσία των πραγμάτων. Στέκεται στο γράμμα του νόμου όπως οι σημερινοί πολιτικοί, δικαστές, δάσκαλοι, καθηγητές αστυνομικοί, πολίτες πλήθος κόσμου που στο όνομα της μεγάλης δασκάλας της συνήθειας, παίρνουμε ως αληθινά τα ψέματα του παρελθόντος, χωρίς να εξετάζουμε αν είναι ωφέλιμα. Νομίζουμε ότι θα φτάσουμε πιο εύκολα στον στόχο μας (την ευδαιμονία μας) χρησιμοποιώντας την πεπατημένη. Αλίμονό μας.

Ο Γιώργος Δάμπασης υποδύεται τον Οδυσσέα.
Ο χορός των Τρωάδων στην “Εκάβη” είναι από τους πιο ενεργούς “συνενόχους στη δράση” που συναντάμε στο αρχαίο δράμα. Πώς βιώνεις αυτή τη συλλογική, γυναικεία φωνή αντίστασης; Βρίσκεις διαχρονικότητα και εφαρμογή στο σήμερα;
Β.Τ.: Ο χορός των Τρωάδων στην “Εκάβη” με συγκινεί επειδή δεν εκφράζει την ηρωική αντίσταση ενός μοναδικού προσώπου, αλλά την αντοχή μιας κοινότητας γυναικών που έχουν χάσει τα πάντα και παρ’ όλα αυτά διατηρούν τη φωνή τους. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται στα όπλα ή στην εξουσία, αλλά στη μνήμη, στην αλληλεγγύη και στην άρνηση να αποδεχθούν την αδικία ως φυσική κατάσταση.
Η διαχρονικότητα του χορού είναι εντυπωσιακή. Ακόμη και σήμερα, σε περιόδους πολέμου, προσφυγιάς ή κοινωνικών κρίσεων, βλέπουμε γυναίκες να μετατρέπουν τον κοινό πόνο σε συλλογική διεκδίκηση και αλληλοστήριξη. Η φωνή των Τρωάδων θυμίζει ότι οι άνθρωποι που στερούνται δύναμης μπορούν να αποκτήσουν ισχύ μέσα από την κοινότητα και την κοινή μαρτυρία.
Υπάρχει όμως και μια πιο σκοτεινή διαχρονικότητα. Ο χορός συμβάλλει ηθικά στην εκδίκηση της Εκάβης χωρίς να την αναχαιτίζει. Ο Ευριπίδης φαίνεται να θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: όταν μια κοινότητα έχει υποφέρει αφόρητα, μπορεί να διακρίνει καθαρά τη δικαιοσύνη από την εκδίκηση; Η αλληλεγγύη είναι αναγκαία, αλλά μπορεί να οδηγήσει και στη συλλογική νομιμοποίηση ακραίων πράξεων. Ο Ευριπίδης δεν παρουσιάζει έναν εξιδανικευμένο χορό. Οι Τρωάδες συμμετέχουν στον θυμό και στην επιθυμία για δικαιοσύνη της Εκάβης, δείχνοντας πόσο λεπτή μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στη δίκαιη αντίσταση και στην εκδίκηση. Αυτό το ηθικό δίλημμα παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και σήμερα.

Η Βιργινία Ταμπαροπούλου υποδύεται μία από τις Τρωάδες.