Η μείωση των γεννήσεων, η γήρανση του πληθυσμού, η εσωτερική πληθυσμιακή ανισορροπία μεταξύ κέντρου και περιφέρειας και η ανάγκη στήριξης της νέας οικογένειας συνθέτουν ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα που απαιτεί σχέδιο, συνέπεια και διαρκείς παρεμβάσεις.
Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει από την πρώτη στιγμή ότι το δημογραφικό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Για τον λόγο αυτό προχώρησε στη δημιουργία ενός αυτόνομου υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, με στόχο να υπάρχει ενιαία στρατηγική που να συντονίζει πολιτικές για τη στήριξη της οικογένειας, της εργασίας, της στέγασης και της κοινωνικής συνοχής.
Το πρώτο που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε είναι ότι το δημογραφικό δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα, αλλά είναι και οικονομικό. Αφορά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής, τις διαφορετικές κοινωνικές προτεραιότητες, την ανασφάλεια που βιώνουν τα νέα ζευγάρια, αλλά και τις αντικειμενικές δυσκολίες που συναντούν όταν θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια. Γι’ αυτό και η πολιτεία οφείλει να διευκολύνει εκείνους που επιλέγουν να κάνουν το βήμα της γονεϊκότητας. Να στηρίξει τις νέες οικογένειες με ουσιαστικά μέτρα και με ένα πλέγμα πολιτικών που θα δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας και προοπτικής. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης. Το επίδομα γέννησης αποτέλεσε μία εμβληματική παρέμβαση που έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα στήριξης της οικογένειας.
Επιπλέον, η πρόσφατη απόφαση για την έκτακτη οικονομική ενίσχυση ύψους 150 ευρώ ανά παιδί, η οποία χρηματοδοτείται από τον δημοσιονομικό χώρο που δημιούργησε η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη αποκτά πραγματικό κοινωνικό αποτύπωμα. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η νέα φορολογική πολιτική, η οποία για πρώτη φορά συνδέει άμεσα τη φορολογική ελάφρυνση με τον αριθμό των παιδιών μιας οικογένειας. Πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας, καθώς το κράτος αναγνωρίζει έμπρακτα ότι μια οικογένεια με παιδιά έχει αυξημένες ανάγκες και πρέπει να στηρίζεται περισσότερο.
Ωστόσο, καμία συζήτηση για το δημογραφικό δεν μπορεί να γίνει χωρίς αναφορά στο στεγαστικό πρόβλημα. Η αύξηση των ενοικίων και η δυσκολία απόκτησης κατοικίας αποτελούν σήμερα ίσως τον μεγαλύτερο ανασταλτικό παράγοντα για πολλά νέα ζευγάρια. Τα προγράμματα «Σπίτι Μου Ι» και «Σπίτι Μου ΙΙ» έδωσαν τη δυνατότητα σε χιλιάδες νέες οικογένειες να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι, πληρώνοντας συχνά χαμηλότερη δόση στεγαστικού δανείου από το αντίστοιχο ενοίκιο. Πρόκειται για μια πολιτική με ισχυρό κοινωνικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προχωρά σε ένα ευρύτερο σχέδιο για την ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών. Η κοινωνική αντιπαροχή, η αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, τα κίνητρα για την επαναφορά κλειστών διαμερισμάτων στην αγορά και οι περισσότερες από 40 διαφορετικές στεγαστικές πρωτοβουλίες συνθέτουν μία ολιστική πολιτική για τη στέγη.
Το δημογραφικό συνδέεται άμεσα και με την αγορά εργασίας. Οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται σταθερότητα, αξιοπρεπείς αμοιβές και καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή. Η διεύρυνση των βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς», οι πολιτικές για ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών, αλλά και η αξιοποίηση της τηλεργασίας και των πιο ευέλικτων μορφών εργασίας δημιουργούν ένα πιο φιλικό περιβάλλον για τους νέους γονείς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, με όρους ισότητας και χωρίς διακρίσεις. Η οικονομική ανεξαρτησία και η δυνατότητα επαγγελματικής εξέλιξης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ώστε οι νέες γυναίκες να αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για τη δημιουργία οικογένειας.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα περνά σταδιακά από το brain drain στο brain regain. Τα φορολογικά κίνητρα για την επιστροφή Ελλήνων του εξωτερικού, η βελτίωση της αγοράς εργασίας και η ενίσχυση των επενδύσεων δημιουργούν νέες ευκαιρίες για ανθρώπους που θέλουν να επιστρέψουν και να χτίσουν τη ζωή τους στην πατρίδα. Η επιστροφή νέων επιστημόνων και εργαζομένων δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας. Και αυτή η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται σταδιακά.
Παράλληλα, το δημογραφικό δεν αφορά μόνο τις γεννήσεις. Αφορά και την ενεργό γήρανση. Η φροντίδα της τρίτης ηλικίας, η στήριξη των φροντιστών, η αξιοποίηση της εμπειρίας των συνταξιούχων και η δυνατότητα παραμονής τους στην εργασία χωρίς τιμωρητικές περικοπές αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους μιας σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής. Η Ελλάδα οφείλει να επενδύσει σε ένα νέο πλαίσιο φροντίδας ηλικιωμένων, που δεν θα μεταφέρει όλο το βάρος αποκλειστικά στην οικογένεια. Η ενεργός γήρανση δεν είναι μόνο κοινωνική ανάγκη, αλλά και στοιχείο ποιότητας ζωής και συνοχής.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η περιφερειακή διάσταση του δημογραφικού. Η πληθυσμιακή συρρίκνωση μικρών πόλεων, ορεινών περιοχών και ακριτικών νησιών απαιτεί στοχευμένες πολιτικές. Η ενίσχυση των υπηρεσιών υγείας στην περιφέρεια, οι ανακαινίσεις κέντρων υγείας, οι Κινητές Ομάδες Υγείας, η τηλεϊατρική, τα κίνητρα για γιατρούς σε μικρά νησιά, αλλά και τα προγράμματα ενίσχυσης μετεγκατάστασης σε περιοχές όπως ο Βόρειος Εβρος δείχνουν την κατεύθυνση μιας πολιτικής που θέλει να κρατήσει ζωντανή την ελληνική περιφέρεια. Ακόμη, η τεχνολογία και η τηλεργασία δημιουργούν νέες δυνατότητες αποκέντρωσης. Η ποιότητα ζωής στην περιφέρεια μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πλεονέκτημα για νέους ανθρώπους, αρκεί να υπάρχουν οι βασικές προϋποθέσεις: πρόσβαση σε υγεία, παιδεία, ψηφιακές υποδομές και εργασία.
Το δημογραφικό είναι μάχη μακράς πνοής. Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις ούτε πολιτικές που μπορούν να ανατρέψουν την κατάσταση από τη μία ημέρα στην άλλη. Ακόμη και χώρες με ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη ή με γενναίες δημογραφικές δαπάνες δεν κατάφεραν να λύσουν οριστικά το πρόβλημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πολιτεία δεν πρέπει να επιμείνει. Αντίθετα, απαιτείται διαρκής προσαρμογή πολιτικών, συνεργασία κράτους και ιδιωτικού τομέα και μία συνολική στρατηγική που θα στηρίζει την οικογένεια, την εργασία, τη στέγη και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η αντιμετώπιση του δημογραφικού είναι ζήτημα εθνικής συνοχής, αναπτυξιακής προοπτικής και μέλλοντος της χώρας. Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτούνται σχέδιο, συνέπεια και πολιτική βούληση με ορίζοντα δεκαετιών.

