Στο άκουσμα του τίτλου «Δρόμοι της φωτιάς», σχεδόν μηχανικά έρχεται στο μυαλό μας το εμβληματικό soundtrack του Βαγγέλη Παπαθανασίου, μουσική υπόκρουση της πιο χαρακτηριστικής σκηνής της ταινίας που δείχνει, σε αργή κίνηση, περίπου 30 Βρετανούς αθλητές να τρέχουν σε μια παραλία.
Η ταινία του 1981, που φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Χιου Χάντσον και κέρδισε τέσσερα βραβεία Όσκαρ, ένα εκ των οποίων για τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου, αφηγείται την ιστορία δύο εξ αυτών των αθλητών, που έμειναν στην ιστορία για τη συμμετοχή τους στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού το 1924: του Χάρολντ Άμπραχαμς, ενός Άγγλου που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, και του Έρικ Λίντελ, ενός ευσεβούς Χριστιανού από τη Σκωτία που εργαζόταν ως ιεραπόστολος στην Κίνα.
Άμπραχαμς και Λίντελ ήταν αντίπαλοι δρομείς ταχύτητας, που είχαν γίνει γνωστοί κερδίζοντας αρκετούς αγώνες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο θρύλος λέει ότι συναντήθηκαν μία φορά στα 100μ., με τον Λίντελ να αναδεικνύεται νικητής. Το βρετανικό δίδυμο ήταν ανάμεσα στα φαβορί για το χρυσό μετάλλιο στους Αγώνες του Παρισιού, κόντρα στα θρυλικά αστέρια των σπριντ από τις ΗΠΑ.
Ποτέ την Κυριακή
Όμως τα πράγματα πήραν άλλη τροπή όταν ο Λίντελ ενημερώθηκε για το πρόγραμμα των Αγώνων, σύμφωνα με το οποίο οι πρώτοι προκριματικοί των 100μ. θα διεξάγονταν Κυριακή. Η ισχυρή χριστιανική του πίστη στον οδήγησε στην άρνηση συμμετοχής, καθώς η Κυριακή είναι η «Ημέρα του Κυρίου» και όπως φέρεται να είπε, τίποτα στον κόσμο δεν θα μπορούσε να τον πείσει να τρέξει.
Τα νέα για την άρνησή του να αγωνιστεί στα 100μ. έπεσαν σαν «βόμβα» κι έκαναν τον γύρο του κόσμου. Δεκαετίες αργότερα η απόφασή του αυτή θα ενέπνεε τον Κόλιν Γουέλαντ να γράψει το σενάριο για την ταινία «Δρόμοι της Φωτιάς». Στην ταινία, ο Λίντελ μαθαίνει το πρόγραμμα των Αγώνων καθώς επιβιβάζεται στο πλοίο με το οποίο θα διέσχιζε τη Μάγχη για να φτάσει στο Παρίσι στις αρχές Ιουλίου. Στην πραγματικότητα, το πρόγραμμα ήταν γνωστό αρκετούς μήνες νωρίτερα, αλλά αυτό κάθε άλλο παρά αναιρεί το σοκ που προκάλεσε η απόφασή του, την οποία δεν αναθεώρησε παρά τις έντονες πιέσεις που δέχτηκε.
Δεκαετίες αργότερα, ο φίλος και συναθλητής του, Γκρέβιλ Γιανγκ, είχε πει, σύμφωνα με το BBC ότι «το γεγονός προκάλεσε τεράστιο σάλο σε πολύ κόσμο, ιδιαίτερα στις εφημερίδες και τους δημοσιογράφους», παρόλο που όσοι γνώριζαν τον Λίντελ ήξεραν για τα έντονα θρησκευτικά του συναισθήματα.
Οι ρεπόρτερ χτυπούσαν την πόρτα της φοιτητικής τους εστίας στο Εδιμβούργο, απαιτώντας να μιλήσουν στον Λίντελ. Σύμφωνα με τον Γιανγκ, «ήταν σχεδόν απειλητικοί» και ακούγονταν φωνές να τον αποκαλούν ακόμα και προδότη της πατρίδας του. Αυτό δεν ενόχλησε τον Λίντελ, σύμφωνα με τον φίλο του. «Απλώς δεχόταν αυτά τα πράγματα και δεν θυμάμαι ποτέ να στεναχωρήθηκε. Έλεγε: Είναι απλώς η πίστη μου. Δεν επικρίνω τους άλλους γι’ αυτό, αλλά εγώ δεν πρόκειται να τρέξω Κυριακή».
Η απόφαση του Λίντελ σήμαινε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το δυνατότερο αγώνισμά του και να στρέψει την προσοχή του στα 400 μέτρα. Αντί για ένα σύντομο σπριντ μέχρι τη γραμμή του τερματισμού, αυτό το αγώνισμα απαιτούσε την αντοχή να διατηρήσει κανείς τον ρυθμό του σε έναν ολόκληρο γύρο του σταδίου.
Ο Σκωτσέζος συναθλητής του, Τομ Ρίντελ, είχε πει ότι αυτή η μεγαλύτερη απόσταση έφερε στην επιφάνεια τις ιδιαιτερότητες του Λίντελ, αλλά μπορούσε ακόμα να βασιστεί σε εκείνον τον καταιγιστικό ρυθμό. Μιλώντας στο ντοκιμαντέρ του 1984, «Έρικ Λίντελ: Ο ιπτάμενος Σκωτσέζος», είπε: «Το τρέξιμό του ήταν εξαιρετικό, μάλλον μέχρι να φτάσει στα τελευταία 200 μέτρα, όπου έπρεπε πραγματικά να καταβάλει προσπάθεια. Το κεφάλι πήγαινε πίσω και οι αγκώνες ανέβαιναν, αλλά όταν συνέβαινε αυτό, οι υπόλοιποι στον αγώνα μπορούσαν κάλλιστα να πουν “καλύτερα να τα παρατήσουμε”».
Το αστέρι του Άμπραχαμς έλαμψε στα 100μ.
Το αγώνισμα των 100μ. έγινε χωρίς τον Λίντελ. Ο Άμπραχαμς κέρδισε τη δική του σειρά άνετα, όπως και ο Τσαρλς Πάντοκ από τις ΗΠΑ και ο συμπατριώτης του Τζάκσον Σολτς, το νεότερο ανερχόμενο αστέρι των αμερικανικών σπριντ. Οι Άμπραχαμς, Πάντοκ και Σολτς κέρδισαν επίσης τους αντίστοιχους προημιτελικούς τους την ίδια ημέρα.
Σε συνέντευξή του το φθινόπωρο του 1956 στο Olympic Review ο Άμπραχαμς είπε: «Μπορώ να θυμηθώ κάθε χιλιοστό του ημιτελικού. Πήγα στο Παρίσι γνωρίζοντας ότι αντιμετώπιζα τέσσερις έμπειρους Αμερικανούς δρομείς και πραγματικά δεν θεωρούσα ότι είχα πολλές πιθανότητες να κερδίσω. Στον ημιτελικό έμεινα πίσω στην εκκίνηση και παρ’ όλα αυτά κατάφερα να κερδίσω».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στον τελικό της Δευτέρας 7 Ιουλίου, ένας γεμάτος αυτοπεποίθηση Άμπραχαμς πήρε θέση στην εκκίνηση δίπλα στον Νεοζηλανδό Άρθουρ Πόριτ και τέσσερις Αμερικανούς: τους Πάντοκ, Σολτς, Τσέστερ Μπόουμαν και Λόρεν Μάτσισον. Ο Βρετανός αποδείχθηκε πολύ γρήγορος για όλους τους, κερδίζοντας μπροστά από τους Σολτς και Πόριτ με νέο ολυμπιακό ρεκόρ 10,6 δευτερολέπτων, για να γίνει ο πρώτος ολυμπιονίκης της χώρας του στα 100μ. Μόνο δύο Βρετανοί δρομείς τον έχουν μιμηθεί έκτοτε: ο Άλαν Γουέλς στη Μόσχα το 1980 και ο Λίνφορντ Κρίστι, απέναντι σε Αμερικανούς αντιπάλους, στη Βαρκελώνη το 1992.
Χάλκινο για τον Λίντελ στα 200μ.
Η πρώτη συμμετοχή του Λίντελ στον στίβο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924, ήταν στο αγώνισμα των 200μ., στο οποίο συμμετείχε επίσης ο Άμπραχαμς. Όταν έφτασε η ώρα του τελικού, οι δύο Βρετανοί δρομείς βρέθηκαν αντιμέτωποι με πέντε Αμερικανούς, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Σολτς, ο οποίος κέρδισε με χρόνο 21,6 μπροστά από τον Πάντοκ, με τον Λίντελ να παίρνει το χάλκινο μετάλλιο και τον Άμπραχαμς να τερματίζει έκτος.
Όμως λίγοι πίστευαν ότι ο Λίντελ θα μπορούσε να πετύχει κάτι καλύτερο στον τελικό της μεγαλύτερης απόστασης, την Παρασκευή 11 Ιουλίου 1924.
Χρυσός Ολυμπιονίκης από την εξωτερική διαδρομή
Ο Λίντελ πέρασε εύκολα από τους προκριματικούς γύρους στο αγώνισμα των 400μ., ωστόσο όταν βγήκε στον χωμάτινο στίβο του Stade Olympique de Colombes για τον τελικό, διαπίστωσε έκπληκτος ότι του είχε δωθεί η εξωτερική διαδρομή, πράγμα που σήμαινε ότι θα έτρεχε «στα τυφλά» (χωρίς να βλέπει τους αντιπάλους του).
Αν και δεν θεωρούταν ένα από τα φαβορί σε έναν αγώνα στον οποίο έτρεχε ο κάτοχος του παγκοσμίου ρεκόρ Οράτιος Φιτς από τις ΗΠΑ, όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός της εκκίνησης, ο Λίντελ ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, περνώντας το μέσο της διαδρομής σε 22,2 δευτερόλεπτα. Γέρνοντας το κεφάλι του πίσω με το χαρακτηριστικό του στυλ, αύξησε τη διαφορά του και διαψεύδοντας όλα τα προγνωστικά τερμάτισε 5 μέτρα μπροστά από τους αντιπάλους του.
Ο χρόνος τερματισμού ήταν 47,6 δευτερόλεπτα, 0,8 δευτερόλεπτα μπροστά από τον Φιτς, ενώ το χάλκινο μετάλλιο πήρε ο Γκάι Μπάτλερ της Μεγάλης Βρετανίας, ο οποίος δήλωσε αργότερα: «Σε εμάς, τους αντιπάλους του, φάνηκε ότι έτρεξε όλη την απόσταση με ρυθμό σπριντ». Ο χρόνος του Λίντελ (47,6) ήταν ολυμπιακό ρεκόρ, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το Βερολίνο το 1936.
Ο Λίντελ περιέγραψε εκείνον τον αγώνα στους Times του Λονδίνου ως «ίσως την πιο δραματική κούρσα που έχει δει ποτέ κανείς σε στίβο».
Μιλώντας στη βρετανική εφημερίδα The Guardian χρόνια αργότερα, είχε πει: «Έτρεξα τα πρώτα 200μ. όσο πιο γρήγορα μπορούσα και, με τη βοήθεια του Θεού, έτρεξα τα επόμενα 200μ. ακόμη πιο δυνατά».
Ο συναθλητής του, Τομ Ρίντελ, δεκαετίες μετά, περιέγραψε στο BBC τι του είχε εκμυστηρευτεί ο Λίντελ για την τακτική του στον αγώνα. «Με τα δικά του λόγια είπε: “Λοιπόν, όταν πέφτει η πιστολιά, τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ και έχω πίστη στον Θεό ότι θα έχω τη δύναμη να βγάλω το δεύτερο μισό“. Και νομίζω ότι πραγματικά το έκανε».
Το τραγικό τέλος ενός ήρωα
Μετά τα κατορθώματά τους στο Παρίσι Λίντελ και Άμπραχαμς επέστρεψαν ως θριαμβευτές στην πατρίδα, αλλά τράβηξαν χωριστούς δρόμους.
Ο Λίντελ γύρισε στη Σκωτία ως ήρωας. Τεράστια πλήθη συγκεντρώθηκαν για να τον υποδεχτούν και ιδρύθηκαν κλαμπ θαυμαστών από εφήβους προς τιμήν του. Ωστόσο, το κάλεσμα της θρησκευτικής ζωής αποδείχθηκε ισχυρότερο από τη διάσημη αθλητική του καριέρα και αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη σε όλη αυτή την αποθέωση για να γίνει ιεραπόστολος στην Κίνα, ακριβώς όπως οι γονείς του.
Εκτός από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, εργάστηκε ως καθηγητής φυσικών επιστημών και αθλητισμού στο Αγγλο-Κινεζικό Κολλέγιο στην Τιαντζίν. Το 1934 παντρεύτηκε τη Φλόρενς Μακένζι, κόρη Καναδών ιεραποστόλων, και σύντομα απέκτησαν δύο κόρες. Με την πάροδο του χρόνου, η ζωή γινόταν όλο και πιο δύσκολη εν μέσω του συνεχιζόμενου εμφυλίου πολέμου στη χώρα. Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα το 1937, όταν η Ιαπωνία εισέβαλε στην Κίνα. Οι συνθήκες για τους ξένους επιδεινώθηκαν σταδιακά, αλλά ο Λίντελ επέμεινε να συνεχίσει το ιεραποστολικό του έργο, μετακομίζοντας σε ένα πιο επικίνδυνο, καθημαγμένο από τον πόλεμο χωριό.
Όταν η Ιαπωνία εισέβαλε για πρώτη φορά στην Κίνα, τα στρατεύματά της σε μεγάλο βαθμό δεν προκαλούσαν προβλήματα στους Δυτικούς, αλλά το 1941 η βρετανική κυβέρνηση συμβούλευσε όλους τους Βρετανούς υπηκόους στην Κίνα να αποχωρήσουν. Ο Λίντελ αποφάσισε να παραμείνει, ενώ η Φλόρενς, έγκυος ξανά, σάλπαρε με τα δύο τους παιδιά για μια ασφαλέστερη ζωή στον Καναδά. Δεν θα τους ξαναέβλεπε ποτέ.
Το 1943 βρέθηκε στο Γουέισιεν, ένα ιαπωνικό στρατόπεδο συγκέντρωσης για 1.500 αιχμαλώτους στην επαρχία Σαντόνγκ της Κίνας. Στο στρατόπεδο, ο Λίντελ ήταν γνωστός ως «Θείος Έρικ» λόγω της ενέργειας που αφιέρωνε στο να διδάσκει παιδιά, να οργανώνει αθλητικές δραστηριότητες και να βοηθά τους άλλους. Ωστόσο, μέχρι τα τέλη του 1944, οι συναιχμάλωτοί του παρατήρησαν ότι φαινόταν πιο νωθρός και κουρασμένος από το συνηθισμένο. Οι γιατροί τού διέγνωσαν όγκο στον εγκέφαλο. Πέθανε στις 21 Φεβρουαρίου 1945, μόλις λίγους μήνες πριν από την απελευθέρωση του στρατοπέδου στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Όσο για τον Άμπραχαμς, αναγκάστηκε λόγω τραυματισμού να εγκαταλείψει την αθλητική του καριέρα το 1925. Διετέλεσε αρχηγός της ολυμπιακής ομάδας της Μεγάλης Βρετανίας στο Άμστερνταμ το 1928 και στη συνέχεια εργάστηκε ως δημοσιογράφος για τα επόμενα 40 χρόνια, σχολιάζοντας τους Ολυμπιακούς Αγώνες για το BBC. Έγραψε επίσης αρκετά βιβλία για τους Αγώνες.
Ο Άμπραχαμς πέθανε στις 14 Ιανουαρίου 1978 σε ηλικία 78 ετών, και η κηδεία του αποτελεί μία από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας «Δρόμοι της Φωτιάς», η οποία τελειώνει ακριβώς όπως αρχίζει: με εκείνους τους γεμάτους ζωντάνια νεαρούς αθλητές να τρέχουν στην παραλία, προετοιμαζόμενοι για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Παρισιού.
Φόρος τιμής στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου
Εκείνη η σκηνή, μαζί με το αυθεντικό soundtrack, αναπαράχθηκε με διασκεδαστικό τρόπο από τον Ρόουαν Άτκινσον, γνωστό ως Μίστερ Μπιν, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου το 2012. Παίζοντας με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Σάιμον Ρατλ, ο κωμικός ηθοποιός καθόταν σε ένα συνθεσάιζερ με το δάχτυλό του στο ντο δίεση, παίζοντας την επαναλαμβανόμενη νότα στην έναρξη του χαρακτηριστικού κομματιού του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ενώ παράλληλα περνούσε την ώρα του κάνοντας άλλα πράγματα.
Στη συνέχεια αποκοιμάται και βλέπει στο όνειρό του ότι τρέχει με τους αθλητές με τις λευκές φανέλες στην παραλία. Όταν μένει πίσω από την ομάδα, επιβιβάζεται κρυφά σε ένα αυτοκίνητο, τους προσπερνά και πηδά έξω για να κόψει πρώτος το νήμα.

