Στις 25 Μαΐου, ο Αρμένιος πρωθυπουργός, Νικόλ Πασινιάν, ανακοίνωσε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ο σιδηρόδρομος Αχαλκαλάκι – Καρς, μεταξύ Γεωργίας και Τουρκίας, είναι πλέον ανοιχτός για αρμενικές εισαγωγές και εξαγωγές. Η ανακοίνωση ήρθε έπειτα από την άρση ορισμένων τελωνειακών περιορισμών από την Τουρκία στις 13 Μαΐου, ένα βήμα προς τη διευκόλυνση της άμεσης διμερούς εμπορικής δραστηριότητας – η πιο πρόσφατη σε μια σειρά αργών κινήσεων για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών (Τουρκίας και Αρμενίας).
Στις 4 Μαΐου, οι δύο πλευρές υπέγραψαν, επίσης, μνημόνιο κατανόησης για την αποκατάσταση της κατεστραμμένης μεσαιωνικής Γέφυρας του Ανι, η οποία βρίσκεται στα σύνορα των δύο χωρών, ως συμβολική χειρονομία συνεργασίας.
Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία και η Αρμενία έχουν επιδιώξει να εξομαλύνουν τις εδώ και δεκαετίες τεταμένες σχέσεις τους, έπειτα από την πλήρη επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν στον αμφισβητούμενο θύλακα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και καθώς η Αρμενία αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία από τη ρωσική επιρροή. Η ιστορική άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων του 1915 υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει για χρόνια επιβαρύνει τις τουρκοαρμενικές σχέσεις, οι οποίες επιδεινώθηκαν περαιτέρω κατά τον πρώτο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (1988-1994) λόγω της στενής συμμαχίας της Τουρκίας με το Αζερμπαϊτζάν. Παρότι η Τουρκία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αρμενίας το 1991, οι δύο χώρες δεν εδραίωσαν ποτέ επίσημες διπλωματικές σχέσεις. Για χρόνια, η Τουρκία συνέδεε την εξομάλυνση των σχέσεων με την Αρμενία με την επίλυση της διαμάχης του Ναγκόρνο-Καραμπάχ και την απόσυρση των αρμενικών στρατευμάτων από τα αζερικά εδάφη. Ωστόσο, το τοπίο άλλαξε μετά τη νίκη του Αζερμπαϊτζάν στον δεύτερο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 2020 και την επακόλουθη επίθεση του 2023 για την πλήρη κατάληψη της περιοχής.
Αν και η πλήρης επικράτηση του Αζερμπαϊτζάν αρχικά όξυνε τις εντάσεις με την Αρμενία, η ουσιαστική λήξη της μακροχρόνιας διαμάχης άνοιξε, επίσης, τον δρόμο για μια προσέγγιση μεταξύ των δύο χωρών, ικανοποιώντας παράλληλα ορισμένες από τις βασικές προϋποθέσεις της Τουρκίας για εξομάλυνση των σχέσεων. Παρά τις περίπλοκες ιστορικές σχέσεις, η Αρμενία επιδιώκει να βελτιώσει τους δεσμούς της με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, όχι μόνο για να ενισχύσει τις σχέσεις με τις γειτονικές χώρες, αλλά και για να αναβαθμίσει τις πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις της με τη Δύση γενικότερα. Η προσέγγιση Τουρκίας – Αρμενίας θα μπορούσε να επιτρέψει στην πρώτη να επεκτείνει την περιφερειακή επιρροή της, ενώ θα βοηθούσε τη δεύτερη να μειώσει την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Ισχυρότεροι οικονομικοί και πολιτικοί δεσμοί με την Αρμενία θα ενίσχυαν τη θέση της Τουρκίας ως περιφερειακής μεσαίας δύναμης, διευκολύνοντας τη συνδεσιμότητα μεταξύ Ευρώπης, Καυκάσου και Μέσης Ανατολής. Αμεσες χερσαίες εμπορικές διαδρομές μεταξύ Αζερμπαϊτζάν, Αρμενίας και Τουρκίας θα αύξαναν την πρόσβαση της Αρμενίας στις δυτικές αγορές και θα της επέτρεπαν να διαφοροποιήσει εν μέρει τους εμπορικούς δεσμούς της μακριά από τη Ρωσία προς ευρωπαϊκές χώρες, ακόμη κι αν η πολυπόθητη ένταξη της Αρμενίας στην Ε.E. παραμένει απίθανη στο άμεσο μέλλον.
Ωστόσο, οι σχέσεις της Ρωσίας τόσο με την Τουρκία όσο και με την Αρμενία θα θέσουν ένα ανώτατο όριο στην προσέγγιση. Η Αγκυρα εξαρτάται από τις ρωσικές εξαγωγές φυσικού αερίου και διατηρεί, επίσης, εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη Μόσχα, γεγονός που θα την αποτρέψει από το να λάβει επιθετικά μέτρα που θα υπονόμευαν τη ρωσική επιρροή στην Αρμενία. Ετσι, η Ρωσία αναμένεται να διατηρήσει τον ισχυρό έλεγχό της στην Αρμενία μέσω μακροχρόνιων οικονομικών και ενεργειακών δεσμών, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς περίπου του 25% των αρμενικών εξαγωγών. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι, εάν η Αρμενία στραφεί υπερβολικά κοντά στην Τουρκία ή/και στην Ε.Ε., η Ρωσία πιθανότατα θα εργαλειοποιήσει την οικονομική ισχύ της επιβάλλοντας προσωρινές απαγορεύσεις εξαγωγών ή ανακαλώντας φοροαπαλλαγές σε εξαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Το άνοιγμα των συνόρων θα εξαρτηθεί από το αν η Αρμενία θα εφαρμόσει τις αμφιλεγόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις μετά τις σημερινές γενικές εκλογές. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αντιμετωπίζουν εσωτερική αντίσταση και πιθανότατα θα λάμβαναν πολύ λιγότερη υποστήριξη από έναν νέο πρωθυπουργό που θα προερχόταν από την αντιπολίτευση, εφόσον το κόμμα του Πασινιάν δεν εξασφαλίσει επαρκή κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ωστόσο, στην περίπτωση που εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων για να περάσει τις μεταρρυθμίσεις από το Κοινοβούλιο και κερδίσει ένα επακόλουθο δημοψήφισμα, το άνοιγμα των συνόρων θα ενίσχυε πιθανότατα τις επενδύσεις τόσο στην Αρμενία όσο και στην Ανατολική Τουρκία, η οποία παραμένει λιγότερο ανεπτυγμένη σε σχέση με το αστικοποιημένο δυτικό τμήμα της χώρας.
Πιθανότατα η Αρμενία θα επωφελείτο από αυξημένες επενδύσεις και διασυνοριακή εμπορική δραστηριότητα λόγω μειωμένων εμπορικών φραγμών, πιο αποδοτικών εφοδιαστικών αλυσίδων και διευρυμένης πρόσβασης στις ευρωπαϊκές αγορές. Αυτή η μετατόπιση θα μπορούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών και τουρκικών εταιριών για τους τομείς της τεχνολογίας, της ενέργειας και των κατασκευών στην Αρμενία. Επιπλέον, το άνοιγμα των συνόρων θα ενίσχυε τις εγχώριες επενδύσεις στην Ανατολική Τουρκία, προκειμένου να υποστηριχθούν ο τουρισμός και οι υποδομές που απαιτούνται για τη μεταφορά αγαθών σε ξένες αγορές.

