Ο Δρ. Χρίστος Γαλιλαίας, καλλιτεχνικός διευθυντής και βιολονίστας με διεθνή πορεία, μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο χτίστηκε αυτή η σχέση μεταξύ θεσμού και πολιτών και για τις επιλογές που έκαναν το Μέγαρο προσιτό αλλά και αναγνωρίσιμο. Η δήλωσή του ότι «είναι 25 χρόνια συνεχούς προσφοράς» αποτυπώνει την πρόθεση του οργανισμού να λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και όχι ως κλειστή ελίτ. Οι Θεσσαλονικείς, όπως επισημαίνει, το έκαναν «δικό τους», προσδίδοντας στον χώρο μνήμες και εμπειρίες που ξεπερνούν τον αυτοτελή χαρακτήρα των παραστάσεων, ενώ έρευνες κοινού δείχνουν ότι το όνομα του Μεγάρου είναι σχεδόν καθολικά αναγνωρίσιμο στην πόλη.
Κεντρική επιλογή της διοίκησης είναι η προσβασιμότητα: εισιτήρια από 15 έως 60 ευρώ, με τη στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού, ώστε η ποιότητα των παραγωγών να συνδυάζεται με οικονομική δυνατότητα για ευρύ κοινό. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν την προσέγγιση: συνεχόμενα sold out τους τελευταίους μήνες και κορύφωση τον Σεπτέμβριο, όταν παραστάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη και οι αίθουσες γέμιζαν. Η προσέλκυση διεθνών ονομάτων σηματοδότησε την προσφορά υψηλού επιπέδου χωρίς ανάγκη ταξιδιού, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως κίνητρο για θεατές που μέχρι τότε δεν είχαν σχέση με την κλασική μουσική. Πολλοί ήρθαν αρχικά λόγω ενός μεγάλου ονόματος, μιας σύστασης ή του «ντόρου» γύρω από μια παραγωγή και έμειναν ως τακτικό κοινό. Η στρατηγική αυτή δημιούργησε ένα ισχυρό brand, ενισχύεται από έρευνες κοινού και οδηγεί σε μεγαλύτερη διείσδυση σε ηλικιακές ομάδες που δεν παρακολουθούσαν παραδοσιακά το ρεπερτόριο.
Παράλληλα, το καλλιτεχνικό πρόγραμμα ανοίγει σε ποικίλα ύφη και πρωτοβουλίες. Σειρές συναυλιών, εκπαιδευτικά προγράμματα για σχολεία, εργαστήρια και παραγωγές που φέρνουν κοντά τη MOYSA, τη Συμφωνική Ορχήστρα Νέων του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, με DJs και δημιουργούς άλλων ειδών λειτουργούν ως δοκιμαστήρια νέων ακροατηρίων. Οι συνεργασίες «out of the box» στηρίζουν πειραματισμό και συμπερίληψη, ενώ παράλληλα προσφέρουν πλατφόρμα σε νέους καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στη σχέση με τους δημιουργούς, ο Δρ. Γαλιλαίας επιμένει στην ουσία και όχι στην εικόνα: δεν θέλει «αστερίσκους» ή περιττές αποστάσεις αλλά άμεση επικοινωνία με την ψυχή του κοινού. Δηλώνει θαυμασμό για όσους αφιερώνουν την ύπαρξή τους στη δημιουργία και θέτει ως προτεραιότητα παραγωγές που συνδυάζουν υψηλές απαιτήσεις με ευρεία πρόσβαση, διατηρώντας ταυτόχρονα τεχνικά και αισθητικά πρότυπα.
Η έμπρακτη στήριξη από το δημόσιο, όπως τονίζει ο κ. Γαλιλαίας, λειτουργεί ως απόδειξη του δημόσιου χαρακτήρα του πολιτισμού και επιτρέπει στο Μέγαρο να σχεδιάζει προγράμματα με κοινωνικό αντίκτυπο. Η ισορροπία ανάμεσα σε διεθνείς παραγωγές και στην ενίσχυση της εγχώριας δημιουργίας, όπως περιλαμβάνει η ανάδειξη νέων καλλιτεχνών, θεωρείται κομβική για τη βιωσιμότητα του θεσμού. Η εμπειρία των τελευταίων ετών με συνεχόμενα sold out και η αναγνωρισιμότητα που καταγράφουν οι έρευνες αποτελούν δείκτες που οδηγούν σε νέες συνεργασίες και σε διεύρυνση του κοινού. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής επιμένει ότι ο πολιτισμός πρέπει να παραμένει προσβάσιμος, ποιοτικός και ανοιχτός σε πειραματισμούς.