Στις 2 Φεβρουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι ΗΠΑ και Ινδία κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία που θα μειώσει τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» αμερικανικούς δασμούς στην Ινδία από 25% σε 18% και θα μειώσει τους ινδικούς δασμούς και τα μη δασμολογικά εμπόδια έναντι των ΗΠΑ «στο μηδέν». Ο Τραμπ ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η Ινδία δεσμεύτηκε να σταματήσει τις αγορές ρωσικού αργού πετρελαίου, να αυξήσει τις αγορές αμερικανικού και «ενδεχομένως» βενεζουελανικού πετρελαίου, καθώς και να αγοράσει 500 δισ. δολ. σε «αμερικανική ενέργεια, τεχνολογία, αγροτικά προϊόντα, άνθρακα και πολλά άλλα προϊόντα».
Παρ’ όλα αυτά, πολλά παραμένουν ασαφή σχετικά με τη συμφωνία. Οπως το πότε θα τεθούν σε ισχύ οι νέοι δασμοί και τα προϊόντα που η Ινδία έχει δεσμευτεί να αγοράσει. Παραμένει, επίσης, ασαφές πόσο δεσμευμένη θα είναι η Ινδία στη διακοπή των αγορών ρωσικού αργού πετρελαίου. Ορισμένα ινδικά διυλιστήρια φέρεται να δήλωσαν ότι θα χρειαστούν μια περίοδο σταδιακής απεμπλοκής, ενώ άλλα διυλιστήρια φαίνεται να ανέμεναν οδηγίες από το Νέο Δελχί για το πώς να κινηθούν. Αν και ο Ινδός πρωθυπουργός, Ναρέντρα Μόντι, επιβεβαίωσε ότι οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία και ότι οι αμερικανικοί δασμοί στην Ινδία θα μειωθούν στο 18%, μέχρι στιγμής δεν έχει σχολιάσει τις υπόλοιπες πτυχές της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένου του αν η χώρα του θα σταματήσει τις αγορές ρωσικού αργού πετρελαίου. Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές αντέδρασαν θετικά στην ανακοίνωση της συμφωνίας, με τις ινδικές μετοχές και τη ρουπία να καταγράφουν άνοδο στη συνέχεια.
Η προσωρινή εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Ινδίας ακολουθεί μήνες αργών και παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, οι οποίες παρέμεναν σε εκκρεμότητα την ώρα που οι ΗΠΑ εξασφάλιζαν συμφωνίες με άλλους μεγάλους εμπορικούς εταίρους. Παράλληλα, έρχεται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ιστορικής εμπορικής συμφωνίας της Ινδίας με την Ε.Ε στα τέλη Ιανουαρίου. Οι συνδυαστικοί δασμοί ύψους 50% που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ στην Ινδία συγκαταλέγονταν στους υψηλότερους που είχαν επιβληθεί σε οποιονδήποτε μεγάλο εμπορικό εταίρο, τροφοδοτώντας ανησυχία στους επενδυτές και διπλωματικές εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών, καθώς οι διμερείς διαπραγματεύσεις παρατείνονταν. Την ίδια στιγμή, άλλες χώρες (συμπεριλαμβανομένων ασιατικών κρατών, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το Βιετνάμ και η Μαλαισία) κατέληγαν σε συμφωνίες με τις ΗΠΑ.
Η Ινδία, επίσης, διαχρονικά αντιστέκεται στο άνοιγμα ορισμένων τομέων της οικονομίας της στον ξένο ανταγωνισμό, ιδίως του αγροτικού τομέα, εν μέρει λόγω της σημαντικής πολιτικής επιρροής των Ινδών αγροτών. Ωστόσο, τις τελευταίες εβδομάδες, έχει δείξει κάποια διάθεση διευκόλυνσης του ξένου ανταγωνισμού στον αγροτικό της τομέα, ιδίως βάσει των αναφερόμενων όρων της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε.-Ινδίας που ανακοινώθηκε στις 26 Ιανουαρίου. Το αποτέλεσμα δεκαετών διαπραγματεύσεων, η συμφωνία αυτή προβλέπει τη μείωση των ινδικών δασμών στα ευρωπαϊκά κρασιά από 150% σε 75% και, τελικά, έως και στο 20%, τη μείωση των δασμών στο ευρωπαϊκό ελαιόλαδο από 45% στο 0% εντός πενταετίας, καθώς και την κατάργηση δασμών έως 50% σε επεξεργασμένα αγροτικά προϊόντα, όπως το ψωμί και τα ζαχαρώδη. Αυτή η αρκετά φιλόδοξη και ευρείας κλίμακας εμπορική συμφωνία ενδέχεται να συνέβαλε στην ώθηση της Ινδίας και των ΗΠΑ να ολοκληρώσουν τις δικές τους παρατεταμένες διαπραγματεύσεις.
Η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ-Ινδίας αναμένεται να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στους Ινδούς εξαγωγείς, κυρίως μέσω της μείωσης των αμερικανικών δασμών στο 18%, κάτι που θα ωφελήσει ιδιαίτερα κλάδους έντασης εργασίας, όπως τα υφαντουργικά και τα κοσμήματα, καθώς και σημαντικά εξαγώγιμα προϊόντα, όπως τα φαρμακευτικά και τα χημικά. Παράλληλα, η επίτευξη συμφωνίας συμβάλλει στην αποκλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών και περιορίζει μέρος της αβεβαιότητας που αντιμετώπιζαν επιχειρήσεις και επενδυτές έπειτα από μακρές και δύσκολες διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η συμφωνία χαρακτηρίζεται από σημαντική ασάφεια -όπως προαναφέραμε- ως προς το εύρος της, τις εξαιρέσεις, τα χρονοδιαγράμματα και τον τρόπο εφαρμογής της, γεγονός που διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναφοράς αμερικανικών δασμών ή άλλων τιμωρητικών μέτρων. Ενδεικτικά, οι αναφορές ότι τα 500 δισ. δολάρια σε αμερικανικά προϊόντα που φέρεται να δεσμεύτηκε να αγοράσει η Ινδία περιλαμβάνουν και υφιστάμενα έργα ενδέχεται να περιορίσουν τα πραγματικά οφέλη για τις αμερικανικές εταιρίες και να προκαλέσουν δυσαρέσκεια στην κυβέρνηση Τραμπ, όπως έχει ήδη συμβεί σε ανάλογες περιπτώσεις με άλλες χώρες.
Επιπλέον, η διαχρονική απροθυμία της Ινδίας να ανοίξει τον αγροτικό της τομέα στον ξένο ανταγωνισμό θέτει όρια στις παραχωρήσεις που είναι διατεθειμένο να κάνει το Νέο Δελχί προς τις ΗΠΑ. Σημαντικά σημεία τριβής παραμένουν, επίσης, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και της ενέργειας: παρά τη μείωση των αγορών ρωσικού πετρελαίου από ορισμένα ινδικά διυλιστήρια, οι στενές σχέσεις Ινδίας-Ρωσίας και τα οικονομικά οφέλη από τις εκπτώσεις στο ρωσικό αργό διατηρούν αβεβαιότητα ως προς το κατά πόσο η Ινδία θα σταματήσει πλήρως τις εισαγωγές, όπως υποστηρίζει η Ουάσιγκτον. Αντίστοιχα, οι σχέσεις της Ινδίας με το Ιράν, ιδίως μέσω του λιμανιού Τσαμπαχάρ που διαχειρίζεται, αποτελούν επιπλέον πιθανή εστία έντασης.
Συνολικά, παρότι η συμφωνία δημιουργεί θετικές προοπτικές, τα πολυάριθμα ανοιχτά ζητήματα και η προθυμία της κυβέρνησης Τραμπ να επαναφέρει δασμούς ή άλλα καταναγκαστικά μέτρα αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης των διμερών εντάσεων και υπονόμευσης της συμφωνίας στο μέλλον.

