Ο τετραετής επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας απειλεί πολυδιάστατα την Ευρώπη. Με τις ΗΠΑ να δηλώνουν ότι η περιφερειακή ασφάλεια είναι, πρωτίστως, ζήτημα για την ίδια την ήπειρο, παραμένει ένα ακόμη αναπάντητο ερώτημα: Ποιος θα αναλάβει αυτόν τον ρόλο χωρίς τις ΗΠΑ; Υπάρχουν, επί του παρόντος, τρεις γενικές εναλλακτικές λύσεις, με την καθεμία να έχει μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα.
- Η Ευρωπαϊκή Ενωση επεκτείνεται για να θωρακιστεί αμυντικά και να ενισχύσει την ασφάλεια.
- Το ΝΑΤΟ προσαρμόζεται για να γίνει πιο ευρωπαϊκό.
- Μια ομάδα ευρωπαϊκών χωρών με την αρωγή του Καναδά συγκλίνει σε κάτι νέο.
Ας δούμε τις παραπάνω επιλογές αναλυτικά.
1 Η ευρωπαϊκή επιλογή: Ο πόλεμος της Ρωσίας έχει αναπροσαρμόσει τις προτεραιότητες της Ε.Ε. Η άμυνα και η ασφάλεια βρίσκονται πλέον στην κορυφή της ατζέντας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Οι πρώτες αμυντικές πρωτοβουλίες της Επιτροπής, που επικεντρώνονται, κυρίως, στη βιομηχανική πολιτική και τη χρηματοδότηση, έχουν τύχει σχετικής αποδοχής. Προτάσεις και σχέδια, όπως το πρόγραμμα ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας (EDIP) ύψους 1,5 δισ. ευρώ και τα δάνεια SAFE (Security Action for Europe) ύψους 150 δισ. ευρώ, για την ενθάρρυνση των κοινών προμηθειών θεωρούνται ευρέως χρήσιμα βήματα για την υποστήριξη της κατακερματισμένης αμυντικής βιομηχανικής βάσης της Ευρώπης.
Ομως, κάθε φορά που οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να προχωρήσουν πέρα από τη βιομηχανική πολιτική σε έναν πιο στρατηγικό ρόλο σχεδιασμού δυνατοτήτων, αντιμετωπίζουν έντονη αντίσταση από ορισμένα κράτη-μέλη. Αυτό φάνηκε τον περασμένο Οκτώβριο, όταν οι ηγέτες της Ε.Ε. απλώς «σημείωσαν» τον Χάρτη Πορείας Αμυντικής Ετοιμότητας 2030. Ενώ ο Χάρτης Πορείας προσδιορίζει δυνατότητες προτεραιότητας, όπως η άμυνα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και οι πυραυλικές επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας, οι ηγέτες συμφώνησαν ότι η ανάπτυξή τους θα πρέπει να καθοδηγείται από τα κράτη-μέλη μέσω του διακυβερνητικού Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αμυνας και όχι από την Επιτροπή.
Η θέση κάποιων κρατών-μελών είναι συχνά παράδοξη. Θέλουν η Επιτροπή να μείνει έξω από τον αμυντικό σχεδιασμό και τη στρατηγική και να επικεντρωθεί μόνο στην ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά της αρνούνται την πρόσβαση στο πιο ισχυρό της μέσο, την ενιαία αγορά. Επικαλούμενες τις ευρείες εξαιρέσεις εθνικής ασφάλειας στο δίκαιο της Ε.Ε., οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να προστατεύουν τις αμυντικές προμήθειες από τους κανόνες της Ε.Ε. και να προστατεύουν τους εθνικούς παράγοντες και, έτσι, απλώς αναπαράγουν τον κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής.
2 Η νατοϊκή επιλογή: Για να αποτρέψουν τη Ρωσία, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ συμφώνησαν πέρυσι στη Σύνοδο Κορυφής στη Χάγη να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ και παρουσίασαν νέα περιφερειακά αμυντικά σχέδια. Σε αντίθεση με την Ε.Ε., το ΝΑΤΟ δεν έχει χρειαστεί νέες εξουσίες ή μηχανισμούς, καθώς η εδαφική άμυνα αποτελεί την κύρια αποστολή του από τη σύσταση του Συμφώνου το 1949.
Ωστόσο, η φθίνουσα δέσμευση των ΗΠΑ στη Συμμαχία, την οποία επανειλημμένα παρουσίασε ο προβληματικός και εκκεντρικός Τραμπ και περιέγραψε στις πρόσφατες στρατηγικές Εθνικής Ασφάλειας και Αμυνας των ΗΠΑ (NSS-NDS), υποβαθμίζει την Ευρώπη σε ένα τριτογενές πεδίο ενδιαφέροντος και προϋποθέτει ότι οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να διαχειριστούν τη Ρωσία με τις δικές τους συμβατικές δυνάμεις επικουρούμενες με την πυρηνική αποτροπή των ΗΠΑ.
Πρόσφατα ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, δήλωσε ότι θα ήθελε ο μελλοντικός ανώτατος συμμαχικός διοικητής (SACEUR) στη Συμμαχική Διοίκηση στο Μονς του Βελγίου να είναι Γερμανός. Παρόλο που ο Ολλανδός γ.γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, στις 27 Ιανουαρίου, είπε στα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να «συνεχίσουν να ονειρεύονται» αν πιστεύουν ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να αμυνθεί χωρίς τις ΗΠΑ, υπήρξαν εκκλήσεις από τους Ευρωπαίους επιτρόπους για έναν ισχυρότερο ευρωπαϊκό πυλώνα εντός της Συμμαχίας. Δηλαδή, αναδιαμόρφωση της δομής διοίκησης του ΝΑΤΟ, ώστε να αντικατοπτρίζει την ευρωπαϊκή ευθύνη.
Το πρόβλημα είναι ότι επί του παρόντος οι Αμερικανοί ηγούνται των μισών από τις κοινές διοικήσεις δυνάμεων του ΝΑΤΟ και των περισσότερων από τις διοικήσεις τομέα του. Αν η Ευρώπη ενδιαφέρεται σοβαρά για μεγαλύτερη αυτονομία εντός της Συμμαχίας, οι ρόλοι αυτοί θα πρέπει να «περάσουν» σε ευρωπαϊκά χέρια. Αυτό, με τη σειρά του, θα απαιτούσε από τους Ευρωπαίους να δημιουργήσουν τις απαραίτητες δυνατότητες για να αναλάβουν τη διοίκηση και τις ΗΠΑ πρόθυμες να συμφωνήσουν σε έναν σαφή οδικό χάρτη για τον σταδιακό εξευρωπαϊσμό του ΝΑΤΟ. Η Σύνοδος Κορυφής του Ιουλίου στην Τουρκία παρουσιάζει μια ουσιαστική ευκαιρία για να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία.
Η ΤΡΙΤΗ ΕΠΙΛΟΓΗ
Ο «συνασπισμός των προθύμων»
3 Καμία από τις παραπάνω προσεγγίσεις δεν είναι κατάλληλη για την πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Η Ε.Ε. περιορίζεται από περιορισμένες αμυντικές αρμοδιότητες και διαιρείται από ουδέτερα κράτη, όπως η Ιρλανδία και η Αυστρία, καθώς και από μέλη που ασκούν παρεμπόδιση, όπως οι επί του παρόντος φιλορωσικές Ουγγαρία, Σλοβακία. Επίσης, ο αργός ρυθμός δράσης του ευρωπαϊκού μπλοκ είναι ακατάλληλος για ζητήματα ασφαλείας.
Ετσι, η προσοχή έχει στραφεί σε μια εναλλακτική λύση. Αυτή δεν έχει ακόμη συγκεκριμένο όνομα, αλλά θα περιλάμβανε αυτόν τον πολύ χρησιμοποιούμενο πρόσφατα όρο, δηλαδή «τον συνασπισμό των προθύμων». Αρχικά σχηματίστηκε για να συζητήσει τις εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, ένας στόχος που παραμένει μακρινός, καθώς η κατάπαυση του πυρός δείχνει ελάχιστα σημάδια υλοποίησης. Η ομάδα αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως πολιτικό φόρουμ για τον συντονισμό της ευρωπαϊκής άμυνας. Η ελκυστικότητά της έγκειται ακριβώς στην άτυπη φύση της. Ελεύθερη από τους περιορισμούς των συνθηκών, επιτρέπει την ταχύτερη λήψη αποφάσεων και περιλαμβάνει μόνο τα κράτη που είναι έτοιμα να συμβάλουν ουσιαστικά στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Η ικανότητα του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας να θέσουν στο τραπέζι συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την Ουκρανία έχει υπογραμμίσει τη σοβαρότητα της μορφής, που στηρίζεται σε μια βασική ομάδα μεγάλων δυνάμεων και υποστηρίζεται από ένα μικρότερο αλλά εποικοδομητικό σύνολο κρατών-εταίρων. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό υποδεικνύει την πιθανή επισημοποίηση αυτού του συνασπισμού, ίσως κατά το πρότυπο ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας (ΕΣΑ), όπως προτάθηκε τον Ιανουάριο από τον Ευρωπαίο επίτροπο Αμυνας, Λιθουανό Αντριους Kουμπίλιους.
Υβρίδιο
Αυτό θα ήταν κάτι σαν υβρίδιο, επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο θα εντασσόταν στα 27 μέλη της Ε.Ε. και θα βοηθούσε στην επάνδρωση του στρατού του, που αποτελείται από 100.000 άνδρες. Ο Καναδάς, η Νορβηγία και ίσως ακόμη και η Τουρκία μπορεί, επίσης, να ενδιαφέρονται, γεγονός που θέτει και πάλι υπό αμφισβήτηση την εξέλιξη της Ε.Ε. σε αμυντικό οργανισμό.
Γι’ αυτό, βραχυπρόθεσμα, ο συνασπισμός είναι πιθανό να λειτουργήσει ως κόμβος πολιτικού συντονισμού, λαμβάνοντας στρατηγικές αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, βασιζόμενος σε ένα ευέλικτο σύνολο εργαλείων για την εφαρμογή του. Αυτό κυμαίνεται από διμερείς συμφωνίες, όπως η Διακήρυξη Northwood από τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο για την πυρηνική συνεργασία και η πρόσφατη Σύνοδος Κορυφής της Ανατολικής Πλευράς στο Ελσίνκι, με επιλεγμένες συμμαχίες να εδραιώνονται, τελικά, σε πλαίσια της Ε.Ε. ή του ΝΑΤΟ, όπου είναι απαραίτητο (από τη Σκανδιναβική και τη Βαλτική έως τη Μαύρη Θάλασσα).
Η Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη (JEF) των 10 κρατών, με επικεφαλής το Ηνωμένο Βασίλειο και τη συμμετοχή των Σκανδιναβών, Βαλτικών, της Ολλανδίας και της Πολωνίας, θα μπορούσε, επίσης, να αποτελέσει ένα ισχυρό μοντέλο. Αυτό μπορεί να είναι αρκετό για τη διαχείριση της τρέχουσας κατάστασης. Ωστόσο, είναι απίθανο να είναι αρκετό για να παράσχει στην ήπειρο ισχυρή και αυτόνομη άμυνα που χρειάζεται για να αντέξει. Αρα, χρειάζεται να γίνουν πολλά.

