Η αντιπολίτευση στο σύνολο, αλλά και κάθε κόμμα ξεχωριστά δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί αρνούνται συνταγματικές αλλαγές, τις οποίες τα ίδια έχουν ζητήσει ή έχουν καταθέσει προτάσεις. Η αναθεώρηση του άρθρου 86 αποτελεί καθολικό αίτημα, ώστε τα πολιτικά πρόσωπα να αντιμετωπίζουν τον φυσικό δικαστή και να μην τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης.
Αρνηση
Κι όμως, η -επί του παρόντος- άρνηση της αλλαγής του γίνεται ακατανόητη ακόμα και από τμήματα των ψηφοφόρων των κομμάτων της άρνησης. Η οποία μάλιστα είναι και «προκαταβολική», καθώς δεν γνωρίζουν την πρόταση της κυβέρνησης. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση επεξεργάζεται μια πρόταση η οποία αυξάνει τον ρόλο της Δικαιοσύνης και μειώνει τον ρόλο των εκάστοτε κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών, οι οποίες συχνά λειτουργούν σαν «πλυντήρια» ποινικών ευθυνών. Μια κρίσιμη αλλαγή, που προτίθεται να προτείνει η κυβέρνηση, είναι η απάλειψη της μαγικής λέξης «αμελλητί», η οποία είναι το φρένο για την εισαγγελική έρευνα, εφόσον πέσει πάνω σε πολιτικό πρόσωπο, να στείλει τη δικογραφία στην Βουλή. Και ταυτοχρόνως, να δημιουργηθεί Δικαστικό Οργανο, το οποίο θα μπορεί να εκφέρει κρίση ως προς τη βασιμότητα της όποιας καταγγελίας και την άσκηση δίωξης πριν η υπόθεση καταλήξει στη Βουλή.
Το δικαίωμα της Βουλής να έχει διαφορετική άποψη παραμένει, αλλά η διαφωνούσα πλειοψηφία θα πρέπει να αντιτείνει ισχυρή επιχειρηματολογία με αδιάσειστα στοιχεία, ώστε να αμφισβητηθεί η υπάρχουσα δικαστική κρίση. Πρόκειται για ριζική αλλαγή, η οποία, αν υπήρχε, θα απαντούσε στα ερωτήματα που τέθηκαν είτε για τα Τέμπη είτε με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Επίσης, δεν είναι καθόλου πιθανή η κατάργηση του άρθρου 86, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση κανένας δεν θα αναλάμβανε υπουργικά καθήκοντα, έχοντας να αντιμετωπίσει εκατοντάδες μηνύσεις κάθε μήνα από τον κάθε δικομανή πολίτη.
Αντίστοιχα είναι τα πράγματα και με το άρθρο 90 για την αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, με την αξιολόγηση στο Δημόσιο, με την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, με τον «δημοσιονομικό κόφτη», ο οποίος ουσιαστικά θα καταργήσει και τα λεφτόδεντρα διασφαλίζοντας την οικονομική σταθερότητα. Τα προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα διαχέονται σχεδόν σε όλα τα πεδία της κοινωνίας βάζοντας τις βάσεις για εκτεταμένο εκσυγχρονισμό του βαθέος κράτους. Εκ των πραγμάτων, με δεδομένη τη στάση της αντιπολίτευσης, και σε αυτό το γήπεδο παίζει μόνη της η κυβέρνηση.
Οπως δείχνουν οι μετρήσεις, δημόσιες και μυστικές, αυτή η πραγματικότητα παράγει πολιτικό αποτέλεσμα. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι σε όλες τις μετρήσεις η Ν.Δ. εμφανίζεται να έχει αποκτήσει μια μικρή αλλά σταθερή ανοδική πορεία, η οποία οδηγεί στην κατάκτηση της περιοχής του 30%.
Την ίδια ώρα, το ΠΑΣΟΚ, με αφυδατωμένο τον θεσμικό χαρακτήρα του και ευρισκόμενο στη δίνη εσωκομματικών τριβών, βρίσκεται σε σταθερά πτωτική πορεία, βλέποντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό ψηφοφόρων του να μην πιστεύει στην εκλογική στρατηγική της «νίκης έστω με μία ψήφο» και να λοξοκοιτάζει προς την κάλπη της Ν.Δ. Η συμμετοχή του στον «συνασπισμό της καθολικής άρνησης» και της ποινικοποίησης των πάντων μόνο κακό του κάνει, καθώς υπάρχουν άλλα κόμματα, όπως η Πλεύση Ελευθερίας, η Ελληνική Λύση και ό,τι έχει απομείνει από τον ΣΥΡΙΖΑ, που είναι καλύτερα σε αυτό το παίγνιο.
Πρωτοβουλίες
Στο Μ. Μαξίμου εκτιμούν ότι με την Αναθεώρηση του Συντάγματος και με τις αλλεπάλληλες πρωτοβουλίες (π.χ. εθνικό απολυτήριο, επιστολική ψήφος των ομογενών, φοροελαφρύνσεις, παραλαβή της πρώτης Belharra), ύστερα από καιρό, η κυβέρνηση βάζει την ατζέντα και δεν τρέχει να αποκρούσει επιθέσεις της αντιπολίτευσης. Η ανάκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων ήταν και είναι βασική προτεραιότητα του Κ. Μητσοτάκη. Ο οποίος φέρεται διατεθειμένος να αφήσει πίσω του την τριβή για τα «μικρά» και να προχωρήσει μπροστά μιλώντας για τα «μεγάλα» του παρόντος και κυρίως του μέλλοντος, αποδεικνύοντας πως «είναι ο μόνος που έχει και το σχέδιο και τη δύναμη να οδηγήσει σε μια ακόμα καλύτερη Ελλάδα, με σταθερότητα και ενισχυμένο γεωπολιτικό ρόλο».
Υπ’ αυτή την έννοια δεν είναι τυχαία η αυτοκριτική του στη συνέντευξη που έδωσε στον ΣΚΑΪ για τη φοβικότητα της αντιμετώπισης της τραγωδίας των Τεμπών. Οπως δεν ήταν καθόλου τυχαίο ότι έδωσε ονόματα στο «χάος», τονίζοντας ότι το δίλημμα των επόμενων εκλογών δεν είναι το «Μητσοτάκης ή χάος», αλλά «Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης», «Μητσοτάκης ή Κωνσταντοπούλου» ή «Μητσοτάκης ή Βελόπουλος». Σε αυτό το επίπεδο τα διλήμματα είναι πολύ πιο ρεαλιστικά και καθαρά, ακόμα κι όταν προστεθούν τα ονόματα της Μ. Καρυστιανού και του Αλ. Τσίπρα.
Πόλεμος με τη διαφθορά
Τα πορίσματα της Εξεταστικής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως και η «υπόθεση Παναγόπουλου» της ΓΣΕΕ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Μ. Μαξίμου, «τελειώνουν το αφήγημα των αμιγώς γαλάζιων σκανδάλων» και αναδεικνύουν την αξία της πρωτοβουλίας της κυβέρνησης να συγκρουστεί -έχοντας πρόσκαιρο πολιτικό κόστος- με τις χρόνιες παθογένειες ενός άρρωστου κρατικού συστήματος, το οποίο «δεν τόλμησε να αγγίξει καμία κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών».
Ενώ η παραίτηση της Α. Στρατινάκη από τη θέση της υποδιοικήτριας της Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου της Αγοράς -λόγω της εμπλοκής του συζύγου της στην «υπόθεση Παναγόπουλου- δίνει το σήμα ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη για μηδενική ανοχή, ακόμα και σε υποψίες σκανδάλων.

