Η πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη Ιταλίδα συγγραφέας μέσα από το έργο της διασχίζει εποχές και σύνορα, ερευνώντας τον ρόλο των γυναικών στην Ιστορία, στην Τέχνη και την κοινωνία, και φέρνοντας ξανά στην επιφάνεια λησμονημένες γυναικείες φιγούρες, που στην εποχή τους αναγκάστηκαν να αγωνιστούν για να εκφράσουν όχι μόνο το ταλέντο, αλλά και την ίδια την ύπαρξή τους.
Με αφορμή την εκδήλωση με τίτλο «Εξιστορώντας τις γυναίκες, επαναπροσδιορίζοντας τον κόσμο», που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο, στις 18:30, στο Ιταλικό Ινστιτούτο, όπου θα κουβεντιάσει με τη συγγραφέα και σκηνοθέτιδα Μαρία Ηλιού και τη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου, η Μελάνια Ματζούκο παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στον «Ε.Τ.».
— Οι ηρωίδες σας συχνά αψηφούν τα όρια που επιβάλλονται από την Ιστορία, την κοινωνία ή την οικογένεια. Η γραφή, για εσάς, είναι ένας χώρος αποκατάστασης εκείνων των γυναικείων προσώπων που λησμονήθηκαν ή μπήκαν στο περιθώριο;
Η γραφή για μένα είναι ένας χώρος γνώσης. Οπως και η ανάγνωση, άλλωστε. Ενας φάρος μες στο σκοτάδι, που φωτίζει ό,τι βρίσκεται στη σκιά, και εκτός μας και εντός μας. Με τα μυθιστορήματά μου, αλλά και με τα αφηγηματικά μου δοκίμια, πάντα προσπαθούσα να ξαναφέρω στο φως ιστορίες προσώπων που παρέμειναν στο περιθώριο της κοινωνίας, της λογοτεχνίας, της Τέχνης και κυρίως της μνήμης, προσώπων δηλαδή που έμειναν στην άκρη, που διαγράφηκαν, που λησμονήθηκαν. Γυναίκες που υπήρξαν στην πραγματικότητα, σε καθεμία από τις οποίες αφιέρωσα ένα μυθιστόρημα, αλλά και φανταστικοί χαρακτήρες, που μου επέτρεψαν όμως να αφηγηθώ, με νέο βλέμμα και νέα φωνή, έναν ολόκληρο κόσμο. Πρόθεσή μου δεν είναι ποτέ η «αποκατάσταση», μιας και δεν πιστεύω στην αναδρομική δικαιοσύνη. Αυτό που θα ήθελα να προσφέρω στους αναγνώστες είναι μια διαφορετική οπτική γωνία για να κοιτάξουν το παρελθόν, σχηματίζοντας έτσι ένα «πολλαπλό» παρόν.
— Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία έχει ακόμα τη δύναμη να αλλάξει το συλλογικό φαντασιακό γύρω από το γυναικείο φύλο, στις μέρες μας;
Η λογοτεχνία, την οποία ορισμένοι θεωρούν πλέον νεκρή ή περιττή, θεραπαινίδα καθαρά εμπορικών λογικών, έχει αντίθετα ακόμα τη δύναμη να δημιουργεί ένα συλλογικό φαντασιακό. Οπως ο κινηματογράφος και η Τέχνη, έστω και αν φτάνει σε ένα πιο περιορισμένο κοινό. Επιτρέψτε μου να δώσω ένα παράδειγμα από την εμπειρία μου. Μέχρι πριν από μια δεκαετία, μόνο λίγοι ειδικοί, στην Ιταλία ή στην Ευρώπη, γνώριζαν ποια ήταν η Πλαουτίλα Μπρίτσι: καλλιτέχνιδα από τη Ρώμη, που έζησε τον 17ο αιώνα. Ηταν η πρώτη γυναίκα αρχιτέκτονας της νεότερης εποχής. Μια εξαιρετική προσωπικότητα, που θα μπορούσε να είχε θέσει τις βάσεις μιας παράδοσης και, κατά συνέπεια, να αλλάξει τη ζωή χιλιάδων άλλων γυναικών.
Αντιθέτως, έμεινε στο περιθώριο και στην Ιταλία οι πρώτες γυναίκες αρχιτέκτονες άρχισαν να εργάζονται τη δεκαετία του 1930: σχεδόν τριακόσια χρόνια αργότερα! Εγραψα ένα μυθιστόρημα γι’ αυτήν, καρπό δεκαετούς έρευνας, που μου επέτρεψε να βρω έγγραφα και ίχνη της ύπαρξής της. Πλέον, δεν μπορεί κανείς να την παραβλέψει όταν μιλάμε για την Τέχνη του 17ου αιώνα. Ενα μυθιστόρημα δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν ούτε να το ξαναγράψει, αλλά μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το μεταδίδουμε στις νέες γενιές. Μπορεί, επομένως, μέσα από μία και μόνο ιστορία να αλλάξει το μέλλον.
— Τι είδους προσωπική σχέση έχετε με την Ελλάδα και με ποιον τρόπο η χώρα αυτή έχει επηρεάσει το λογοτεχνικό σας φαντασιακό; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας Ελληνες συγγραφείς;
Η κλασική Ελλάδα διαμόρφωσε την κουλτούρα μου, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλους τους Ιταλούς που έχουν την τύχη να κάνουν ανθρωπιστικές σπουδές στο λύκειο. Οι θεοί, οι μύθοι, η τραγωδία, οι ποιητές, αλλά και οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες, η ιστορία της Σπάρτης και της Αθήνας: όλα αυτά είναι κομμάτι μου, είναι η βάση της σκέψης μου και του τρόπου που υπάρχω στον κόσμο. «Ιλιάδα», «Οδύσσεια», αλλά και Σοφοκλής, Ευριπίδης, Σαπφώ, Αλκμάν, Πλάτωνας, Επίκουρος, Ηρόδοτος… θα μπορούσα να απαριθμήσω αναρίθμητους συγγραφείς που διάβασα (στη γλώσσα τους) σε νεαρή ηλικία, τότε που όλα είναι καινούργια και σε σημαδεύουν για πάντα. Γι’ αυτό, αισθάνθηκα στη συνέχεια ότι η ελληνική Ιστορία ήταν κάτι που με αφορούσε και μετά το τέλος του αρχαίου κόσμου – αναφέρομαι στην Επανάσταση του 1821, στη Μικρασιατική Καταστροφή, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Εμφύλιο και τη δικτατορία… Κάπως έτσι, λοιπόν, προσπάθησα να διαβάσω και τους Ελληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Κάποιοι είναι οι αναμενόμενοι: Καβάφης, Ρίτσος, Καζαντζάκης, Σεφέρης, Ελύτης. Θα πρόσθετα όμως και τη Μαρία Πολυδούρη και τον Καρυωτάκη, τον Βενέζη, την Καρυστιάνη, τον Λυάκο.

